Προλεγόμενα στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλους (ΜΕΡΟΣ Ε’)




επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-



Πολλά έθνη ίσχυσαν ν’ αποκτήσωσιν, αλλ’ ουχί και να φυλάξωσι την ελευθερίαν. Η απόκτησις αυτής δεν χρειάζεται πολλάκις πλην μόνην ανδρείαν. Αλλ’ όστις επιθυμεί να την φυλάξη, έχει χρείαν φρονήσεως συνωδευμένης μς τας άλλας όας τας αρετάς και εξαιρέτως την βασίλισσαν αυτών δικαιοσύνην.αν εξετάσωμεν πόθεν γεννώνται αι διχόνοιαι εις τα έθνη, άλλην αυτών αρχήν δεν θέλομεν ευρείν παρά την αγνοίαν των λέξεων «ευδαιμονία», «αρετή», «νόμοι», «ελευθερία». Την «ευδαιμονία» επιθυμεί πας ένας και δια την απόκτησίν της κοπιάζει καθημέραν. Δια να μη κοπιάζη όμως ματαίως χρεωστεί πρώτον να μάθη τι πράγμα είναι η ευδαιμονία και με ποια μέσα αποκτιέται.

 
Οι φιλήδονοι, ευδαιμονίαν νομίζουσι την ακατάπαυστον απόλαυσιν των ηδονών. Όμως δια τας ακαταπαύστους ηδονάς φθείρει και το σώμα του και την ψυχήν του. Η ευδαιμονία όμως είναι αναμφιβόλως αχώριστος της ηδονής. Αλλά τοιαύτης, οποία μετά την απόλαυσίν της να μην αφίει λυπηράν μετανοίαν εις την ψυχήν. Αι ηδοναί βλάπτουν ότε εισίν μη μέτριαι, συγκερασμέναι με τους κόπους και συμμοιρασμέναι με τους ομοίους μας. Η ανάγκη να συζώμεν, γεννά την ανάγκην να τας μετριάζωμεν, δια να μετέχωσι κι εκείνοι εις τι επιβάλλον εις αυτούς μέρος, μηδέ να κοπιάζωσι μόνοι αυτοί, αφίνοντες τας ηδονάς εις μόνους εμάς.
Ούτε οικογένεια, ούτε πραγματευτών συντροφία, ούτε ταξειδιωτών συνοδία, ούτε συμπόσιον φίλων ευδοκιμεί, αν αι ηδοναί και οι κόποι δεν είναι κοινοί, αν αι ζημίαι και τα κέρδη δεν μοιράζονται με ανάλογον ισονομίαν εις όλους τους κοινωνούς. Η αμετρία, η ακρασία και ο σφετερισμός των ηδονών γεννά τας διχόνοιας, τας φιλονικείας, τας έχθρας, τους πολέμους, εις έναν λόγον την κακοδαιμονίαν και τέλος την διάλυσιν και την φθοράν.
Αλλ’ η ισόνομος κοινωνία των κόπων και των ηδονών τι άλλο είναι παρ’ αυτή η δικαιοσύνη; Και η δικαιοσύνη, τι άλλο παρά διάθεσις ευνοϊκή της ψυχής καθ’ ήν ο πολίτης, συλλογιζόμενος ότι όλοι του οι συμπολίται όντες όμοιοι την φύσιν άνθρωποι, την αυτήν κλίσιν και ακολούθως το αυτό δίκαιο έχουν ν’ απολαύωσιν αναλόγως όλα τα αγαθά, όσα κάμνουν ευδαίμονα τον πολίτην.
Η Αρετή εστί αγάπη και φροντίς του κοινού συμφέροντος. Η θρησκεία λέγει ρητώς, ότι η δαπάνη όλης της περιουσίας εις ελεημοσύνας και αυτό το μαρτύριον υπέρ Χριστού, δεν μας ωφελούν τίποτε χωρίς την αγάπην του πλησίον, ήγουν εκείνην της ψυχής την διάθεσιν, ήτις προτιμά το κοινόν από το ίδιον αυτής συμφέρον και φεύγει την αδικίαν και την ανομίαν. Και οι εργαζόμενοι την ανομίαν εισίν, όσοι πολίται δεν θέλουν να υποκύψωσι τον αυχένα εις τους αυτούς νόμους με τους συμπολίτας των, αλλά πλεονεκτούν με προνόμια των ομοίων, των ίσων των.
Η ευνομία υποθέτει νομοθέτας όχι μόνον δικαίους αλλά και οπωσούν εμπείρους της νομοθεσίας. Την αυτήν διακαιοσύνην και εμπειρίαν υποθέτει και εις τους υπηρέτας των νόμων. Εις την εκλογήν των πρέπει να δεικνύηται προσοχή, ερευνώντες οι λοιποί καθενός τον βίον και την διαγωγήν.
Η ελευθερία αυ του ανθρώπου είναι να πράττη ανεμποδίστως, όχι ό,τι θέλει, αλλ’ ό,τι συγχωρούν οι νόμοι. Αληθινήν ελευθερίαν τότε μόνον έχει ο πολίτης, όταν την μεταχειρίζηται με τρόπον, ώστε να μην εμποδίζη άλλου συμπολίτου κανενός ελευθερίαν. Και τότε μόνον εμπορεί να την φυλάξη, όταν σεβάζεται και τους συμπολίτας του, ως ελευθέρους. Οι παλαιοί Έλληνες έφθασαν εις τόσην πλεονεξίαν, ώστε εμβαίνοντες εις πολιτικά αξιώματα, εμεταχειρίζοντο ως εχθρούς τους συμπολίτας των.
Η άκρατος ελευθερία ευρίσκεται εις την κατάστασιν της φύσεως. Δια να ελευθερωθώσι από τους καθημερινούς πολέμους και τας εις αλλήλους αδικίας, όσας η τοιαύτη ελευθερία γεννά, ηνώθησαν οι άνθρωποι εις πολιτικάς κοινωνίας και ηναγκάσθησαν να θυσιάση μικρόν καθένας μέρος της ακράτου ελευθερίας, δια να διαφυλάξη το υπόλοιπον με ειρήνη. Δια να φυλαχθή η δικαιοσύνη και η ειρήνη εχρειάζοντο νόμοι.
Ο νόμος δια να είναι άξιος του ονόματός του, πρέπει να νομοθετήται από την πόλιν όλην, αφού είναι συμφωνία να συζώσι άμα και να συγκοινωνώσι πολιτικώς, ωφελούντες ένας τον άλλον το κατά δύναμιν και απεχόμενοι από πάσαν βλάβην κατ’ αλλήλων. Όστις από τους πολίτας δεν έλαβεν μέρος εις την συμφωνίαν, ή δεν έδωκε την συγκατάθεσίν του, όταν εγένετο ο νόμος, εκείνος δεν είναι μέλος της πολιτικής κοινωνίας, αλλ’ ονομάζεται μέτοικος, αν διατρίβη εκουσίως εις την πόλιν, ή δούλος, αν τον κρατώσι με την βίαν οι πολίται.
Άρα καθένας προσωπικώς από τους κοινωνούς πρέπει να ερωτηθή και να δώση την ψήφον του; Τούτο όχι μόνον εστί αδύνατον δια το πλήθος του έθνους, αλλά γίνεται και βλαβερόν, διότι εις κύρωσιν των νόμων χρειάζεται των πλειοτέρων η ψήφος, οι δε πλειότεροι εις όλα τα έθνη είναι και οι αφρονέστεροι. Νόμοι δογματισμένοι απ’ όλους χωρίς εξαίρεσιν τους πολίτας πρέπει να είναι νόμοι κακοί.
Ούτως είς , ο νοημονέστερος παρά τους άλλους, όστις εθαυμάζετο από τους ομογενείς του, ως άνθρωπος μεγάλης κεφαλής ελάμβανε την εξουσίαν της νομοθεσίας (π.χ. Δράκων, Σόλων). Έθετεν δε τότε νόμους, όχι διακιοτάτους, αλλ’ οποίους εσυγχώρει του έθνους η κατάστασις και η ιδία ατελεστάτη αυτού φρόνησις. Καθόσον έπειτα επολλαπλασιάζοντο αι τέχναι και επροχώρει η ανάπτυξις του νού, η ημέρωσις και ο πολιτισμός των ανθρώπων, κατά το αυτό μέτρον εδιορθώνοντο και οι νόμοι. Αλλά δια την ανάπτυξιν του νου ηύξανε και ο αριθμός των νομοθετών, ώστε πάς ένας ενόμιζεν εαυτόν ικανόν να νομοθετήση.
Οι παλαιοί νόμοι εφαίνοντο ανάρμοστοι εις την εξέλιξιν διότι ήσαν δια κοινωνίας στερημένας ακόμη από πολλά χρήσιμα εις τον βίον και δεν ήρκουν πλέον να φέρωσι εις ομόνοιαν ανθρώπους πολιτισμένους και εκ μέρους φθαρμένους δια την κατάχρησιν των αγαθών. Όθεν ήτο χρείαν ουχί πλέον νομοθέτου, αλλά νομοθετών και βουλευτών φρονίμων πολλών, εκλεγμένων από τους πολίτας όλους δια να θέσωσι νέους νόμους και ν’ αγρυπνώσι πάντοτε εις την φυλακήν των.
Εμφανίσθησαν νομοθέται και νομοφύλακες. Όμως διεστράφησαν εκ των δημαγωγών, οίτινες ήλλασαν συχνά τους νόμους. Η συχνή μετακίνησις των νόμων αρκεί να εξαλείψη από τας ψυχάς των πολιτών την χρεωστουμένην υποταγήν εις τους νόμους. Διότι του νόμου η δύναμις κρέμεται πλέον από την μακροχρόνιον συνήθειαν, παρά από τας οποίας φοβερίζει κολάσεις. Οι νόμοι ουν εισίν «δόγματα φρονίμων ανδρών». Και οι φρόνιμοι ούτοι ευρίσκονται όχι μεταξύ των υπέρμετρα πλουσίων, ουδέ των κατά πολλά φτωχών, αλλά των μέσων. Η μέση τάξις πείθεται εύκολα, εις τον ορθόν λόγον. Διότι φθείρει την ψυχήν του ανθρώπου η άκρα πενία, επειδή τον αναγκάζει εις κακίας. Η φθορά δε πάλι η γεννωμένη από τον πλούτον είναι χειροτέρα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him