Ο χαμός του γένους των ελλήνων ποντικών


επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-



Ας ιδή ο φιλαναγνώστης την προδοσία των πολιτικών ημεδαπών και ξένων, το γένος των βατράχων, που με δόλιο τρόπο έπνιξε τον δύστυχο λαό μας. Βέβαια τα ήθελε το γένος των ποντικών, τέτοιο να πάθει κακό, καθώς ανόητο υπήρξε και το μόνο πού ‘ξερε ήταν πώς να τρώει. Ακόμα και σαν πεθαίνει το μόνο που κάνει είναι να βγάζη ωραίους λόγους. Σε απάτητα νερά και σε κινδύνους μέσα, μακριά από εκεί που ήταν το στοιχείο του, η δυνατότητά του, που τον ρίξανε, ήταν δεδομένο πως δεν θα τα καταφέρνε. Μα ο ποντικοστρατός στο τέλος θα εκδικηθή τον θάνατό του.

-Γιατί ρωτάς με το γένος μου; Το ξέρει ο κόσμος όλος.
Το ξέρουν κι οι θνητοί κι οι αθάνατοι, ως και τα ουρανοπούλια.
Με ονοματίζουν Ψιχουλάρπαγα, κι είμαι του Ψωμοφάγου
γιός, του τρανόκαρδου του κύρη μου. Μάνα μου η Μυλογλύφτρα,
η μοσκοθυγατέρα του τρανού του ρήγα Ξυγκομάση.
Σε καλυβόσπιτο με γέννησε, κι αρχοντικιά η τροφή μου.
Καρύδια, σύκα κι ολονόστιμες θροφές λογιώ λογιώνε.
Μα πώς να με λογιάσεις φίλο σου, που διόλου δε σου μοιάζω;
Εσένα βάτραχε στα νερά είναι η ζήση σου. Μα εγώ το ‘χω συνήθεια
Να ροκανίζω όσα έχουν οι άνθρωποι στα σπίτια τους καλούδια.
Ψωμί δε μου ξεφεύγει αφρόπλαστο σ’ ωριόκλυτο πανέρι,
μήτε κομμάτι από χοιρόμερο, σκωτάκια ασπροντυμένα,
μήτε και το τυρί το νιόπηχτο από το γλυκό το γάλα,
μήτε η λαχταριστή μελόπιτα, που ως κι οι θεοί ποθούνε,
μήτε όσα σ’ ανθρωποξεφάντωσες μαγείροι μαστορεύουν
στις χύτρες τεχνικά ταιριάζοντας λογιώ λογιώ νοστίμιες.
Ποτέ δεν έφυγα απ’ το σάλαγο τον άγριο του πολέμου,
στους μπροστόμαχους πάντα ανάμεσα ρίχνομαι ευθύς στην μάχη.
Δεν τον φοβάμαι εγώ τον άνθρωπο, τρανό κι ας έχει σώμα,
μα του δαγκάνω τ’ ακροδάκτυλα στην κλίνη του γλιστρώντας.
Κι έτσι αλαφρά βουτάω την φτέρνα του, που δεν γροικάει τον πόνο,
Κι απ’ το βαθύ ύπνο δεν σηκώνεται την ώρα που δαγκώνω.
Μονάχα δυο είναι που μου φέρνουνε σ’ όλη τη γης τρομάρα.
Γάτα και κιρκινέζι από την μια, τρανή μου δυστυχία,
Τ’ άλλο η παγίδα η πολυστέναχτη, που δόλιος μου είναι ο χάρος.
Μα απ’ όλα πιότερο η ανήμερη μου φέρνει σύγκρυο η γάτα,
γιατί πασκίζει ως κι απ’ την τρύπα μου λες να με ξετρυπώσει.
Δεν τρώω ραπάνια μήτε λάχανα, δεν τρώω κολοκύθια,
χλωρά κοκκινομαγούλια ή σέλινα δεν είν’ τροφή δική μου
αυτά για φαγητά σεις τα ‘χετε, που ζείτε μες την λίμνη.

Σ’ αυτά αποκρίθη ο Φουσκομάγουλος χαμογελώντας κι είπε:
-         Για την κοιλιά σαν κούρκος φούσκωσες, ξένε. Κι εμείς στη λίμνη
και στην στεριά πολλά χαιρόμαστε, που θάμα να τα βλέπεις.
Διπλή ζωή, διπλό βοσκότοπο χάρισε στα βατράχια
του Κρόνου ο γιός, στη γης πηδήματα να κάνουν, να βουτάνε
στη λίμνη κι έτσι διπλομοίραστη την κατοικιά τους να ‘χουν.
Κι αν θές να δείς, να μάθεις, εύκολα κι αυτό μπορεί να γίνει.
Πήδα στην πλάτη μου και κράτα με γερά, μηπως γλιστρήσεις
κι έτσι με την καρδιά σου ολόχαρη στ’ αρχοντικό μου μπαίνεις.

Έτσι είπε και την πλάτη του έσκυψε. Κι ευθύς ανέβη εκείνος
γύρω τα χέρια αλαφροδένοντας στον τρυφερό λαιμό του.
Χαιρόταν στην αρχή γιατί έβλεπε τ’ αραξοβόλια δίπλα,
ονειρεμένο το ταξίδι τους. Μα ξαφνικά σαν είδε
τα σκούρα να τον ζώνουν κύματα, κορόμηλο το δάκρυ,
κλαιγόταν, μα η μετάνοια ανώφελη, τραβούσε τα μαλλιά του,
τα πόδια κάτω από την κοιλιά έσφιγγε και μέσα του η καρδιά του
σπαρτάριζε γιατί ήταν άμαθη και τη στεριά ποθούσε.
Βαριά αναστέναζε και πάγωσε το αίμα του από τον φόβο.
Σαν το κουπί η ουρά του πίσω τουμες τα νερά σερνόταν,
κι ως τους θεούς έκανε δέηση να βγεί, στεριά να πιάσει,
νερά ολοσκότεινα τον έλουζαν κι όλος έκραζε βοήθεια.
Κι από το στόμα του σαν ρήτορας αυτό το λόγο βγάζει:

-         Στη ράχη του όμοια δεν κουβάλησε το ερωτικό φορτίο
μες απ’ το κύμα ο Ταύρος φέρνοντας στην Κρήτη την Ευρώπη,
ως κουβαλάει εμέ στο σπίτι του, στην πλάτη του απλωμένον,
ο βάτραχος σ’ αφρούς σηκώνοντας το ολόχρωμό του σώμα

ξάφνου μια νεροφίδα πρόβαλε, φρικτό και για τους δυό τους
θέαμα. Το κεφάλι ορθόστητο πα στα νερά κρατούσε.
Μόλις την είδε ο Φουσκομάγουλος, βούτηξε κι ούτε νοιάστη
που έτσι το σύντροφό του θ’ άφηνε να αφανιστεί, στης λίμνης
τα βάθη χώθηκε και γλύτωσε από το μαύρο χάρο.
Πετάχτη ο ποντικός κι ανάσκελα μες τα νερά ξαπλώθη,
Τα χέρια του έσφιγγε και τσίριζε το τέλος του γροικώντας.
Πολλές φορές στον πάτο βούλιαξε, πολλές γοργοκλοτσώντας
απάνω ανέβαινε, μα αδύνατο του χάρου να ξεφύγει.
Μούσκεμα τα μαλλιά του πιότερο το σώμα του βαραίναν.
Κι έτσι όπως τα νερά τον έπνιγαν, λέει τούτες τις φοβέρες

-Θα το πληρώσεις Φουσκομάγουλε, το δόλιο φέρσιμό σου,
γιατί από το σώμα σου με πέταξες σαν ναυαγό από βράχο.
Δεν θα σουν στην στεριά, πανάθλιε, διόλου καλύτερός μου
στην πάλη, στις γροθιές, στο τρέξιμο, μα ξεπλανεύοντάς με,
ύπουλα στα νερά με πέταξες. Τα βλέπει ο θεός και κρίνει,
ο ποντικοστρατός εκδίκηση θα πάρει,δεν γλυτώνεις.

Βατραχομυομαχία στιχ. 25-98
Μτφρ. Νικ. Κοτσελίδη
DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him