Μοίρας καθεστώτα (ΜΕΡΟΣ Δ’)

διήγημα του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-



Οι άνδρες μπήκαν μέσα.
«-Αυτή είναι η οικογένειά μου αφέντη Γκερές. Πάρτε ό,τι θέλετε απ’ το σπίτι, μόνο μη μας κάμετε κακό. Στην παλιά μας γνωριμία.»
Ο Γκερές έριξε μιαν άγρια ματιά στον γύρω χώρο και στο τέλος σταμάτησαν τα μάτια του πάνω στην Μαρία.
«-Τούτη μπρε είναι η κυρά σου;» ρώτησε
«-Νέσκε αφέντη. Και αυτά τα δύο, τα μικρά παιδιά μου.»
«-Όμορφη γυναίκα έχεις ωρέ Γιουνάν»
Ο Ευγένης κοίταξε την γυναίκα του. Εκείνη κατακόκκινη χαμήλωσε το βλέμμα πάνω στα μικρά και τα σφιξε αντάμα. Τα μαλλιά της αχτένιστα ρίχτηκαν μπροστα. Τώρα που την κοίταζε κι αυτός την είδε σαν πρώτη φορά. Νέα και ωραία. Πιο πολύ από τότε στο Ζάππειο.
«-Σαλίμμ. Κράτα τον άπιστο». Οι λέξεις του τούρκου σαν αιφνίδιος ηλεκτρισμός, διαπέρασαν το κορμί του.
«-Γιατί αφέντη; Δεν είπαμε…»
Ο Σαλίμ όμως πριν προλάβη να καταλάβη, τον έπιασε και δίνοντάς του μιάν γερή γροθιά στο στομάχι τον ανάγκασε να διπλωθή στα γόνατα. Έφερε τα χέρια του Ευγένη πίσω απ’ την πλάτη και τά δεσε μ’ ένα σχοινί πού ‘βγαλε απ’ το λιγδιασμένο γιλέκο του πρίν εκείνος πάρη ανάσα. Σαν ανάσανε κι άρχισε να διαμαρτύρεται ήταν αργά. Ο τούρκος είχε βάλει σε εφαρμογή το ανοσιούργημά του.
«-Τεμπέκο; Κόψε τα μικρά»
Στο άκουσμα αυτής της διαταγής η Μαρία ούρλιαξε. Ο Ευγένης φώναξε εκλιπαρώντας και βρίζοντας τον τούρκο εκεί στα γόνατα πεσμένος. Απειλούσε θεούς και δαίμονες. Τα μικρά βλέποντας την βαβούρα άρχισαν να κλαίνε ασταμάτητα. Ο τούρκος με το όνομα Τεμπέκος πλησίασε την Μαρία. Αυτή με τα χέρια στους ώμους των μικρών, όπως η κλώσσα απλώνει τις φτερούγες και βάζει από κάτω τα δικά της, γύρισε κι έκανε να τρέξη απάνω. Ούρλιαζε. Ο τούρκος αγανακτισμένος σήκωσε το τουφέκι του και με τον υποκόπανο χτύπησε την δύστυχη Μαρία στο κεφάλι. Εκείνη αμέσως θόλωσε κι έπεσε ανάσκελα, εν ώ πριν λιποθυμήση πρόλαβε και είδε τον τσέτη να βγάζη ένα μαχαίρι. Ένα ακόμα ξέπνοο όμως ουρλιαχτό,βγήκε απ’ τα στήθη της και μετά τίποτα. Λιποθύμησε. Τα παιδιά σφαγιάστηκαν σαν αρνιά, εν ώ το αίμα τους πότισε την μακρά σμυρνέικια κουρελού. Ο Ευγένης δεν πίστευε στα μάτια του. Αφρούς έβγαζε απ το στόμα ανάκατα με βλαστήμιες. Τα μάτια του πονούσαν απ’ την υπερένταση, όπως και τα χέρια του πίσω στην πλάτη που τα μάτωσε προσπαθώντας να λυθή. Μα ο Σαλίμ τον κράταγε γονατιστόν. Ο Τεμπέκος γελώντας σκούπισε την λάμα του μαχαιριού του και πλησίασε τον Σαλίμ, ο οποίος στο μεταξύ είχε πιάσει και γρονθοκοπούσε τον Ευγένη ασταμάτητα. Ο Γκερές από την άλλη είχε λάβει τις αποφάσεις του.
«-Σηκώστε τον…θέλω να βλέπη»
Και λέγοντας αυτά ξεκούμπωσε την ζώνη του, έμεινε γυμνός από την μέση και κάτω και με πεσμένη την βράκα και σηκωμένο αοιδίον αφ’ ού γονάτισε, έσκισε το φόρεμα της δύστυχης κοπέλας. Αμέσως δυο κάτασπρα στήθη πετάχτηκαν μπρός στα ρυπαρά του μάτια, ο οποίος με βουλιμία έπεσε να τα κατασπαράξη. Η Μαρία άρχισε να συνέρχεται νοιώθοντας έναν βαρύ όγκο πάνω της. Μεμιάς διεπίστωσε τι συνέβαινε.
«-Πάψε πια σκύλε. Παλιάνθρωπε. Σταμάτα επιτέλους. Δεν έχεις θεό εσύ;» φώναξε πίσω του ο Ευγένης με δάκρυα στα κατακόκκινα μάτια του εν ώ κι από τις δύο μεριές του, οι άλλοι τούρκοι γελάγανε κοιτώντας και τον φτύνανε.
Η Μαρία προσπάθησε ν’ αποφύγη μάταια το βάρος του τούρκου από πάνω της. Η ανάσα του βρωμερή, όπως και τα χέρια του της έφεραν αηδία και πόνο. Τσίριξε, έκανε να σηκώση τα δικά της χέρια μα τίποτα δεν κατάφερε. Ο άντρας πάνω της βαρύς σαν βόδι της κρατούσε τα χέρια πάνω απ’ το κεφάλι με το ένα του χέρι. Της άνοιξε τα πόδια με το άλλο και μεμιάς αισθάνθηκε έναν δυνατό πόνο στα σκέλια. Ξεφώνησε. Ο άντρας μούγκριζε σαν τραυματισμένο ζώο πάνω της. Σε λίγο διάστημα ένιωσε υγρά να κυλούν από κάτω της. Δάκρυα κύλησαν απ΄τα μάτια της, εν ώ άκουγε τον άνδρα της να κλαίη πια σαν μωρό παιδί. Είχε έλθει η καταστροφή.
Ο τούρκος, όταν τελείωσε έτρεξε κοντά στους δυό δικούς του και κουμπώνοντας την βράκα του προέτρεψε έναν απ’ αυτούς να δοκιμάση κι αυτός την γυναίκα. Εκείνος με το όνομα Σαλίμ έτρεξε γρήγορα προς αυτήν, την γύρισε μπρούμητα και βάλθηκε να ασελγή στο παραδωμένο κορμί. Έξω οι αλαλαγμοί και οι ιαγχές από βάρβαρες φωνές ακούγονταν ολοένα και πιο δυνατά, εν ώ ένα βουητό απ’ την πυρκαγιά, η οποία ήδη είχε αρχίσει να κατακαίη τα πάντα μεγάλωνε συνεχώς. Άνθρωποι απαίσιοι στην όψη, σαν δαίμονες που ξεχύνονταν απ’ την κόλαση έτρεχαν στους δρόμους, εν ώ οι σκιές τους, καθώς ο ήλιος βούταγε στην δύση, έμοιαζαν με χορό που κάνουν τα τριβόλια στην χαρά τους για το κακό που κατακυρίευε την γή.

(συνεχίζεται)
DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him