Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ του Διον. Σολωμού (ΜΕΡΟΣ ΣΤ’)



επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-

Η φεγγαροντυμένη
Η παρουσία της δίδει το ύψιστον παράδειγμα της δράσεως του φωτός και της φανερώσεως αυτού επι των πραγμάτων στην ποίησιν του Σολωμού. Το θνητό (=το υπαρκτόν) θνήσκει στην επαφήν του –σύγκρισίν του- με το ιδεατό, το πέραν από την πραγματικότητα, το μεταφυσικόν. Η αγαπημένη του Κρητικού πεθαίνει ευθύς αμέσως μόλις προβάλλει το θείον φάσμα της φεγγαροντυμένης. Είναι αυτό το φάσμα η ψυχή της αγαπημένης, όπως θέλουν μερικοί; Δεν έχει σημασίαν. Σημασίαν έχει η πίστις του Σολωμού, ότι το σώμα μόνον μέσω του έρωτος ή του θανάτου αποκτά το κάλλος του, που γίνεται τότε ορατό. Εκεί προς το τέλος του ορίου, μεταξύ υπαρκτού και μη υπαρκτού, η φύσις σε διαφωτίζει δια την μεταφυσικήν, το επέκεινα, το αθέατον, την ζωή μετά. Οι μορφές του Σολωμού έχουν τελικώς τρείς υποστάσεις: α) την υλικήν-φυσικήν β) την ανθρώπινην-ηθικήν και γ) την θείαν-ιδεατήν. Και υπερέχει εις εκάστην φάσιν της ζωής, η μία έναντι των υπολοίπων.

 
«Κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μια φεγγαροντυμένη»[(20)12]. Φαίνεται ωσάν τελικώς ο αναγνώστης-ακροατής να γνωρίζη πως υπάρχουν τέτοια θηλυκά όντα. Τα μάυρα μάτια, εν αντιθέσει με τα χρυσά μαλλιά αυτού του πλάσματος δημιουργεί την εντύπωσιν του θαυμαστού. Και στον Οδυσσέα ξεπροβάλλει μπρός του το θείον: «Τον είδε η κρουσταλλόποδη Ινώ, του Κάδμου η κόρη, η Λευκοθέα, που θνητή πρίν ήτανε και μιλούσε και τώρα δόξα απ’ τους θεούς μέσα στα πέλαγα είχε και του Δυσσέα πόνεσε τα πάθια που τραβούσε. Και σαν την πάπια πεταχτή βγήκε απ’ τα κύματα όξω και στο καλόδετο σκαφί κάθισε απάνω κι είπε: -Γιατί καημένε θύμωσε μαζί σου ο Κοσμοσείστης έτσι βαριά και με πικρά φαρμάκια σε ποτίζει;… πάρε κι αυτό ν’ απλώσης κατάσαρκα στα στήθια σου τα’ αθάνατο μαντήλι. Δεν έχεις φόβο να πνιγής, μήτε κακό να πάθης… έιπε και του δωσε η θεά τα’ αθάνατο μαντήλι και βούτηξε στην θάλασσα την αφροκυματούσα, όμοια με πάπια, κί έξαφνα την σκέπασε το κύμα» (οδύσσεια, ε, 305-482). Μα κι ο ίδιος ο Ιησούς, το απόλυτον θείον έκαμνε την εμφανισίν Του κάπω έτσι: «Το δε πλοίον είχεν προχωρήσει πλέον εις το μέσον της λίμνης και συνεταράσσετο απ’ τα κύματα. Διότι ήτο εναντίος ο άνεμος… και ήλθεν προς αυτούς ο Ιησούς περιπατών επάνω εις την θάλασσαν, σαν να ήτο αυτή ξηρά. Και όταν τον είδαν οι μαθηταί να περιπατή επάνω εις την θάλασσαν, εταράχθησαν, λέγοντες, ότι αυτό που έβλεπαν είναι φάντασμα. Και απ’ τον φόβο των άφηκαν κραυγήν. Αμέσως όμως ωμίλησεν εις αυτούς ο Ιησούς και είπεν: - Έχετε θάρρος. Εγώ είμαι. Μη φοβείσθε» (κατά Ματθ., 22-36, ιδ)
Αι συγκρίσεις είναι δελεαστικές. Η Λευκοθέα Ινώ, ονομάζεται θεά λευκή, ντυμένη στο φώς. Η φεγγαροντυμένη, έχει ντυθεί το φώς του φεγγαριού. Ο Ιησούς άμα τη αφίξει του, δίδει πίστιν εις τους μαθητάς. Ο Πέτρος περιπατεί κι αυτός εις τα κύματα μαζί με τον κύριόν του, ένδειξις ότι η έλευσις του θείου επέφερε το τέλος της φύσεως και πλέον εφανερώθη ο ηθικός κόσμος, που αμέσως γίνεται ιδεατός, μεταφυσικός. Το ίδιο και στον Οδυσσέα.. «Στα φουσκωμένα κύματα δυο μέρες και δυο νύχτες παράδερνε κι αντίκρυσε χίλιες φορές τον χάρο», όμως οι φυσικοί νόμοι έχουν καταργηθεί από το μαντήλι της Λευκοθέας. Ποιος θα άντεχε σε παγωμένο νερό επι δύο μέρες να παλεύη;

Το πέρασμα στον μεταφυσικόν
κόσμον, μέσω της φώτισης του ηθικού.
Η έλευσις της φεγγαροντυμένης σκορπίζει φώς. «Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει» [(21),7]. Το εκθαμβωτικόν φώς που αναβλύζει από την μετέωρη μορφήν της θεεικιάς οπτασίας τυφλώνει την όρασιν του εξαντλημένου ναυαγού.
«Αφ’ ού επήρε μαζί του ο Ιησούς τον Πέτρον και τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον, συνέβη ν’ αναβή εις το όρος δια να προσευχηθή. Κι εν ώ προσηύχετο έγινεν η εξωτερική μορφή του προσώπου του διαφορετική, διότι έλαμψεν σαν τον ήλιον και η ενδυμασία του έγινε λευκή και λαμπρά σαν αστραπή» (κατά Λουκ., θ, 28-29). Αλλά κι όταναναστάται ο Κύριος, άγγελος Αυτού εμφανίζεται εις τας μυροφόρους «ήτο το εξωτερικόν του σχήμα και το πρόσωπόν του λαμπρόν σαν αστραπήν και το φόρεμά του άσπρο σαν το χιόνι» (κατά Ματθ., κη, 3).
Και αυτή η θεικιά μορφή που αστραποβολά γυρνά το βλέμμα της στον δύστυχο Κρητικόν. Η σκηνή είναι ανατριχιαστική… «Τέλος σ’ εμέ που βρισκόμουν ομπρός της μες τα ρείθρα,… όχι στην κόρη, αλλά σε εμέ την κεφαλήν της κλίνει» [(21), 9-11]. Η φεγγαροντυμένη φαίνεται να την ελκύη ο Κρητικός μαγνητικά και είναι η μαγνητική ματιά της που τον βάζει σε μιαν κατάστασιν ύπνωσης, όπου δεν μπορεί ούτε να μιλήση, ούτε να κινηθή. «Την κοίταζα ο βαριόμοιρος, μ’ εκοίταζε κι εκείνη» [(21),12].
Ο Κρητικός φαίνεται πως την θώρια εκείνης της μορφής την είχε κάπου ξαναδεί… «Έλεγα πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω, καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο, κανε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου, καν τα’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου. Ήταν μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη, που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της την δύναμη προβαίνει» [(21) 13-18]. Η θεία, γυναικεία μορφή κάτι επιφέρει στον λογισμόν του ανθρώπου, που όμως είναι κάτι το ακαθόριστον, ωστόσο γλυκό και ξεχασμένον. Απηχήσεις άρα γε στον Σολωμό πλατωνικών απόψεων για την αναγνώρισιν στα πράγματα του κόσμου τούτου, ιδεών(προτύπων) που η ψυχή μας είχεν αντικρύσει σ’ ένα προσωματικόν της στάδιον; Φαίνεται πως είναι κάτι πιο βαθύ και σχετίζεται με την ταύτισιν του θείου προς την γυναικείαν μορφήν στον Σολωμόν.
DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him