Αἱ πέντε αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρώπου



ΕΥΑΓΟΡΑ Μ. ΠΑΝΤΕΛΟΥΡΗ 






1.   ΑΙΣΘΗΣΙΣ. ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ

Τὰ ἑρεθίσματα προσλαμβάνοντσι ἀπὸ εἰδικὰ αἰσθητικὰ κύτταρα, εἰς τὰ ὁποῖα απολὴγουν τὰ αἰσθητικὰ νεῦρα. ᾽Εκεῖθεν μεταφέρονται εἱς τὸ κεντρικὸν νευρικὸν σύστημα καὶ οῦτως ἀντιλαμβανόμεθα τὰς μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι τὰ προκαλοῦν. Ἡ λειτουργία διὰ τῆς ὁποίας προσλαμβάνομεν τὰ διάφορα έρεθίσματα καὶ ἀντιλαμβανόμεθα τὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα τὰ προκαλοῦν, καλεῖται αἴσθησις. Τᾶ ὅργανα τοῦ σώματος, τὰ ὁποῖα περιλαμβάιιουν τὰ αἰσθητικά κύτταρα καὶ εἶναι καταλλήλως διαμορφωμἑνα διά τὴν ὑποδοχὴν τῶν έρεθισμάτων, καλοῦνται αἰσθητήρια ὅργανα.



 
Εἰς τὸ δέρμα εἶναι διασκορπισμένα διάφορα τοιαῦτα άπλᾶ ὅργανα (αἰσθητικὰ σωμάτια) χρησιμεύοντα διὰ τὴν αἴσθησιν τῆς θερμότητος, τοῦ ψύχους καὶ τῆς πιέσεως (ἀφή). Ἕκαστον τοιοῦτον αἰσθητικὸν σωμάτιον ἁποτελεῖται ἀπὸ μερικὰ αἰσθητικὰ κύτταρα, τὰ όποῖα περιβάλλουν τὴν ἀπόληξιν ἑνὸς αἰσθητικοῦ νεύρου (βλ. εἰκ. 51, 12).

2.   ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΓΕΥΣΕΩΣ

Τὴν γεῦσιν τῆς μιᾶς οὐσίας ἀντιλαμβανόμεθα, ἂν ἡ οὐσία ἑλθῃ ἑν διαλύσει, εἰς ἐπαφὴν καὶ ἑρεθίσῃ τὰ αἰσθητικὰ σωμάτια τῆς γεύσεως. Τὰ σωμάτια αὐτὰ καλοῦνται γευστικοὶ κάλυκες καὶ εὑρίσκουται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γλώσσης, ὶδίως εἰς τὸ πρόσθιον καὶ ὁπίσθιον μέρος (εἰκ. 41 καὶ 42).

3.   ΤΟ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΟΝ ΟΡΓΑΝΟΝ ΤΗΣ ΟΣΦΡΗΣΕΩΣ

Τὴν ὀσμὴν μιᾶς οὐσίας ἀντιλαμβανόμεθα, ἑὰν λεπτότατα μόρια αύτῆς παρασυρθοῦν ὑπὸ τοῦ εἰσπνεομένου ἀέρος εἰς τὴν ρινικὴν κοιλότητα καὶ ἐρεθίσουν τὰ αἰσθητικὰ κύτταρα τῆς ὀσφρήσεως. Τὰ κύτταρα αὐτὰ εὑρίσκονται ἐπὶ τοῦ βλεννογόνου τῆς ρινικῆς κοιλότητος καὶ ἰδίως εἱς τὴν ἀνωτέραν ρινικὴν κόγχην (εἰκ. 43 καὶ 44).





4.   ΤΟ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΟΝ ΟΡΓΑΝΟΝ ΤΗΣ ΟΡΑΣΕΩΣ

Διὰ τῆς ὁράσεως άντιλαμβανὁμεθα τὰς φωτεινὰς άκτῖνας, τας ὁποίας ἐκπέμπουν τὰ διάφορα ἀντικείμενα, καὶ τὴν ἁπόστασιν, τὴν μορφὴν καὶ τὸ σχῆμα τῶν ἀντικειμένων τούτων.

Τὰ δύο αἰσθητικὰ νεῦρα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν διὰ τὴν ὅρασιν (ὁπτικὰ νεῦρα), άπολήγουν εἰς τὸ ἑσωτερικὸν τῶν αίσθητηρίων ὁργάνων τῆς ὸράσεως, δηλ. τῶν δύο ὁφθαλμῶν. Τὸ άριστερὸν ὀπτικὸν νεῦρον ἀπολήγει εἰς τὸν δεξιὸν ὀφθαλμὸν καὶ τὸ δεξιὸν εἰς τὸν ἀριστερὸν ὁφθαλμόν.

Κατασκευὴ τῶν ὀφθαλμῶν. ῞Εκαστος ὀφθαλμὸς ὁμοιάζει μὲ σφαιρικὸν θάλαμον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀδιαφανῆ τοιχώματα καὶ καλεῖται βολβός. Εἰς τὸ πρόσθιον μόνον μέρος τὰ τοιχώματα τοῦ βολβοῦ γίνονται δταφανῆ καὶ ἀφήνουν τὰς φωτεινὰς ἀκτῖνας νὰ εἰσέλθουν.

 
Τὸ τοίχωμα τοῦ βολβοῦ ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία τοιχώματα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται χιτῶνες (εἰκ. 45). ῾0 ἐξωτερικὸς χιτὼν καλεῖται σκληρωτικός. Εἶναι ἀδιαφανὴς καὶ λευκὸς καὶ εὔκολα δυνάμεθα νὰ τὸν παρατηρήσωμεν (ἀσπράδι τοῦ ματιοῦ). Εἰς τὸ έμπρόσθιον μόνον μέρος τοῦ βολβοῦ, ἓν κυκλικὸν τμῆμα τοῦ σκληρωτικοῦ χινῶνος εἶναι διαφανές. Τὸ τμῆμα τοῦτο καλεῖται κερατοειδὴς χιτὼν καὶ εἶναι κυρτότερον ἀπὸ τὸν σκληρωτικόν.

Κάτω ἀπὸ τὸν σκληρωτικὸν εἶναι ὁ χοριοειδὴς χιτών. Οὖτος εἶναι μέλας καὶ ἀγγειοβριθής, ἀφήνει δὲ ἀκάλυπτον τὸ μέρος κάτω ἀπὸ τὸν κερατοειδῆ.

Τέλος, μέσα ἀπὸ τὸν χοριοειδή, εὑρίσκεται ὁ άμφιβληστροειδὴς χιτών, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι διακλαδισμένον τὸ ὀπτικὸν νεῦρον. Καὶ αὑτὸς διακόπτεται κάτω άιτὸ τὸν κερατοειδῆ.

Κάτω ἀπὸ τὸν κερατοετδῆ καὶ χωρὶς νὰ ἀκουμβᾷ ἑπ’ αὐτοῦ έν διάφραγμα μυῶδες, ἡ ἵρις. Τὀ διάφραγμα τοῦτο ἀφήνει εἰς τὸ κέντρον μίαν ὀπήν, ὴ ὁποία καλεῖται κόρη τοῦ ὁφθαλμοῦ. Ἀμέσως ὅπισθεν τῆς ἵριδος ὑπάρχει ὁ διαφανὴς ἀμφίκυρτος φακός. Οὖτος συγκρατεῖται καὶ συσφίγγεται ἀπὸ μίαν μυϊκὴν ζώνην, ᾐ ὁποία τὸν περιβάλλει.

Ὁ χῶρος μεταξὺ τοῦ κερατοειδοῦς καὶ τῆς ἰριδος εἶναι πλήρης ἐνὸς διαφανους ρευστοῦ, τὸ ὁποὶον καλεῖται ὺδατῶδες ὑγρόν. Ὁ ὄπισθεν τῆς ἵριδος καὶ τοῦ φακοῦ χῶρος τοῦ βολβοῦ εἶναι πλὴρης ἀπὸ έν ἄλλο διαφανὲς ρευστόν, τὸ ὑαλῶδες σῶμα.

Τὸ ὀπτικὸν νεῦρον εἰσέρχεται εἰς τὸν βολβὸν ἀπέναντι τῆς κόρης καὶ διααλαδίζεται ἐπὶ τοῦ ἀμφιβληστροειδοῦς πλησίον τῆς εἰσόδου τοῦ ὀτιτικοῦ νεύρου. Τὸ σημεῖον τοῦτο καλεῖται ὠχρὰ κηλίς.

῾Ο βολβὸς κινεῖται δὶ’ ἓξ μυῶν, οἵ ὁποῖοι ἐφαρμόζουν ἑπ’ αὐτοῦ.

Σχηματισμὸς τοῦ εἰδώλου. 

Αἱ φωτειναὶ ἀκτῖνες, αἱ όποῖαι ἀναχωροῦν ἀπὸ τὰ διάφορα ἀντικείμενα, διέρχονται τὸν κερατοειδῆ χιτῶνα, τὸ ὑδατῶδες ὑγρόν, τὸν φακὸν καὶ τὸ ὑαλῶδες σῶμα (εἰκ. 6).



῾Ως εἶναι γνωοτὸν ἐκ τῆς φυσικῆς, ἐὰν ακτῖνες, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ ἕν σημεῖον, συναντήσουν ένα φακὸν ἀμφίκυρτον, θὰ συγκεντρωθοῦν ὅλαι εἰς ἕν ἄλλο σημεῖον, όπισθεν τοῦ φακοῦ. Τοῦτο γίνεται δι’ ὅλα τὰ σημεῖα ἑνὸς ἀντικειμένου καὶ οῦτω σχηματίζεται ὄπισθεν τοῦ φακοῦ τὸ εἴδωλον τοῦ ἀντικειμένου τούτου.

Τὸ εἵδωλον τοῦτο ἀναλόγως τῆς ὰποστάσεως αὺτοῦ, εἶναι μικρότερον ὴ μεγαλύτερον.

Τὸ ἴδιον γίνεται καὶ μὲ τὸν φακὸν τοῦ ὀφθαλμοῦ· οὕτω σχηματίζεται εἰς τὸ βάθος τοῦ βολβοὖ ἐπὶ τοῦ ἀμφὶβληστροειδοῦς τὸ εἵδωλον τῶν ἐξωτερικῶν ἀντικειμένων (εἰκ. 46). Τὸ εἵδωλον αὐτὸ εἶναι μικρὸν καὶ ἀνεστραμμένον καὶ σχηματίζεται συγχρόνως καὶ εἰς τοὺς δύο ὀφθαλμούς.

Τὰ φωτεινὰ εἴδωλα, τὰ ὁποῖα οῦτω σχηματίζονται, ἑρεθίζουν τὰ ὀπτικὰ νεῦρα καὶ τὰ έρεθίσματα αὐτὰ μεταβιβάζονται εἰς τὸν ἐγκέφαλον. ᾽Εφ’ ὁσον οἱ δύο ὁφθαλμοῖ εὺρίσκονται εἰς τὴν κανονικὴν των θέσιν, τὰ δύο εἴδωλα γίνονται ἀντιληπτὰ ὡς ἐν. Ἑὰν ὅμως πιέσωμεν τὸν ἕνα βολβόν, ὥστε οὗτος νὰ μετατοπισθῆ. ὀλίγον, τότε τὰ άντικείμενα μᾶς φαίνονται διπλᾶ.

Προσαρμογὴ τοῦ ὁφθαλμοῦ. Η μυϊκὴ ζώνη, ἡ ὁποία περιβάλλει τὸν φακὸν, δύναται νὰ χαλαρωθῇ ὁπότε ὁ φακός, γίνεται κυρτότερος καὶ έπομένως σχηματίζει τὸ εἴδωλον πλησιέστερον. Τοῦτο γίνεται, όταν παρστηροῦμεν ἀντικείμενα ευρισκόμενα πολὺ πλησίον, τῶν ὁποίων τὸ εἴδωλον ἄλλως θὰ ἑσχηματίζετο πολὺ μακρὰν τοῦ φακοῦ. Ούτω ἑπιτυγχάνεται νά σχηματίζεται τὸ εἴδωλον πάντοτε ἐπὶ τοῦ ἀμφιβληστροειδοῦς καὶ νὰ έρεθίζεται τὸ ὁπτικὸν νεῦρον. ῞Η ἀλλαγὴ τῆς κυρτότητος τοῦ φακοῦ καλεῖται προσαρμογὴ τοῦ ὀφθαλμοῦ. ῾Ο όφθαλμὸς δέν δύναται νὰ προσαρμοσθῇ διὰ νὰ ἴδῃ αντικείμενα εὑρισκόμενα πλησιέστερον τῶν 25-30 ἐκ.

Προστασία τοῦ ὁφθαλμοῦ.

῾Ο όφθαλμὸς εἶναι εὐπαθὲς ὄργανον καὶ ἕχει ἀνάγκην προστασίας. Πρὸς τοῦτο οἱ βολβοὶ εὑρίσκονται είς κοιλώματα, σχηματιζόμενα ὑπὸ τῶυ ὀστῶυ τοῦ προσώπου, τὰς ὀφθαλμικὰς κόγχας. ᾽Επάνω ἀπὸ αὐτὰς τὸ μετωπικὸν ὀστοῦν παρουσιάζει δύο ἑπάρματᾳ, τὰ ὑπερόφρυα τόξα. Εἱς τὴν ἰδίαν θέσιν φύονται ἐπὶ τοῦ δέρματος τὰ «φρύδια». ᾽Εμπρὸς ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν ἐπιφάνειαν τοῦ βολβοῦ κινοῦνται τὰ βλέφαρα. Ταῦτα ἐσωτερικῶς καλύπτονται ἀπὸ ένα βλεννογόνον, τὸυ ἐπιπεφυκότα, μέ αφθόνους ἀδένας, καὶ εἰς τὰ χείλη των φέρουν τὰς βλεφαρίδας.

῾Η ἐλευθέρα επιφάνεια τοῦ βολβοῦ διατηρεῖται λεία καὶ καθαρὰ μέ τὸ δάκρυ, τὸ ὁποῖον ἐκκρίνεται ἀπὸ ἕνα δακρυγόνον αδένα, εὑρισκόμενον ὅπισθεν τοῦ ἄνω βλεφάρου. Τὸ περισσεῦον δάκρυ ἕρχεται εἰς τὴν ρινικὴν κοιλότητα διὰ τῶν δακρυϊκῶν ἀγωγῶν, οἱ ὁποῖοι ἀρχίζουν ἀπὸ τὁ ἐσωτερικὀν ἅκρον τῶν βλεφάρων (δακρυϊκοὶ πόροι).

Ἀνωμαλίαι τῆς ὁράσεως.

Αἱ κυριώτεραι ἀνωμαλίαι τῆς ὁράσεως εἶναι αἱ ἑξῆς:

α΄) ᾽Αλλοιθωρισμός. ᾽Αλλοίθωροι καλοῦνται οἱ ὀφθαλμοὶ ἑνὸς ἀτόμου, ὁταν αἱ κόραι δὲν βλέπουν καὶ αἱ δύο ἀκριβῶς παραλλήλως. Τοῦτο ὁφείλεται εἰς τό ὅτι ὡρισμἑνοι μύες ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συγκρατοῦν καὶ κινοῦν τὸν βολβόν, εἶναι ἀσθνέστεροι τῶν ἄλλων. Οἱ ἀλλοίθωροι θὰ ἔπρεπε νὰ βλέπουν διπλᾶ τὰ ἀντικείμενα, ἀλλὰ ἔχουν συνηθίσει νὰ προσέχουν τὸ ἐν μόνον εἵδωλον.



β΄) Πρεσβυωπία. Αὕτη εῖναι μία ἀνωμαλία παρσυσιαζομένη συνήθως κατὰ τὸ γῆρας. ᾽Οφείλεται εἱς τὸ ὅτι ὁ φακὸς δέν δύναται πλέον νὰ κυρτωθῇ ἀρκετὰ διὰ τὰ πλησίον του ἀυτικείμενα καὶ τὸ εἵδωλον αὐτῶν σχηματίζεται μακρύτερα ἀπὸ τὸν ἀμφιβληστροειδῆ (εἰκ. 47, α). Οἱ πρεσβύωπες βοηθοῦνται μὲ ὀμματογυάλια ἀποτελούμενα ἀπὸ ἀμφικύρτους φακούς, οἱ ὁποῖοι συγκεντρώνουν πλησιέστερα τὰς ἀκτῖνας.

Εἰς ἅλλας περιπτώσεις ὁ σχηματισμὸς τοῦ εἰδώλου ὄπισθεν τοῦ ἀμφιβληστροειδοῦς, ὀφείλεται ὅχι εἰς ἐλλάττωμα τοῦ φακοῦ, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι ὁ βολβὸς εἶναι βραχύτερος τοῦ κανονικοῦ (ὑπερμετρωπία) (εἰκ. 47, γ).

γ΄) Μυωπία. ῾Η ἀνωμαλία αὕτη ὑπάρχει, ὅταν το εἴδωλον τῶν μακρὰν ἀντικέιμένων σχηματίζεται πρὸ τοῦ ἀμφιβληστροειδοῦς, ὁπότε πάλιν τὸ ὀπτικὸν νεῦρον δὲν έρεθίζεται. ᾽Οφείλεται εἰς τὸ ὅτι ὁ φακὸς δὲν δύναται νὰ προσαρμοσθῆ ἤ εἴς τὀ ὅτι ὀ βολβὸς εἶναι μακρύτερος τοῦ κανονικοῦ. ῾Ο μύωψ, διὰ νὰ ἵδῃ τὰ μακρὰν ἀντικείμενα, βοηθεῖται μὲ ὀμματοϋάλια μὲ ἀμφικοίλους φακούς. Οἱ φακοὶ οὗτοι, ἀντιθέτως πρὸς τοὺς αμφικύρτους, φέρουν τὀ εἵδωλον, ὥστε νὰ σχηματίζεται τοῦτο ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ἀμφιβληστροειδοῦς.

5. ΤΟ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΚΟΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ

Αἵσθησις τῆς ἀκοῆς εἶναι ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας ἀντιλαμβανόμεθα τοὺς ἥχους. ῾Ως εἶναι γνωστὸν ἑκ τῆς φυσικῆς, οἱ ἦχοι παράγονται, ὀταν ἑν σῶμα τεθῇ εἰς παλμικἡν κίνησιν, καὶ μεταδίδονται διὰ κυμάνσεων τοῦ ἀέρος.

Αἴσθησιν τοῦ χώρου καλοῦμεν ἐκείνην, διἀ τῆς ὁποίας συναισθανόμεθα τὴν στάσιν τοῦ σώμστος καὶ τηροῦμεν κατὰ τὴν κίνησιν τὴν ἰσορροπίαν.

Τὰ αίσθητήρια ὅργανα τῆς ἀκοῆς καὶ τοῦ χώρου εῖναι τὰ ὧτα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἑντὸς κοιλοτήτων τῶν κροταφικῶν όστῶν. Εἰς έκαστον οὗς διακρίνομεν τρία τμήματα, τὁ ἔξω, τὁ μέσον καὶ τὸ ἔσω οὗς (εἰκ. 118).



῞Εξω οὖς. Τοῦτο ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ πτερύγιον καὶ τὸν ἀκουστικὸν πόρον, τὸ πτερύγιον εῖναι χόνδρινον καὶ φέρει διαφόρους πτυχάς, ῾Ο ἀκουστικὸς πόρος εἶναι ένας σωλὴν ἐντὸς τοῦ κροταφικοῦ ὀστοῦ, ὁ ὁποῖος ἀρχίζει ἀπὸ τὸ πτερύγιον καὶ εἰς τὸ βάθος φράσσεται ἀπὸ μίαν μεμβράνην καλουμένην τύμπανον (εἰκ. 48).

Μέσον οὖς . Τοῦτο εἶναι συνέχεια τῆς κοιλότητος τοῦ κροταφικοῦ ὀστοῦ καὶ συγκοινωνεῖ μὲ τὴν στοματικὴν κοιλότητα δι’ ἑνὸς στενοῦ σωλῆνος, τῆς εὐσταχιανῆς σάλπιγγος. ᾽Απὸ τὸν ἀκουστικὸν πόρον τὸ μέσον οὖς χωρίζεται διὰ τῆς μεμβράνης τοῦ τυμπάνου. ῾Η κοιλότης τοῦ μέσου ὠτὀς συγκοινωνεῖ μὲ τὴν κοιλότητα τοῦ ἔσω ὠτὸς διὰ δύο μικρῶν ὀπῶν, τῆς στρογγύλης καὶ τῆς ώοειδοῦς θυρίδος, αἵ ὁποῖαι καλύπτονται ὑπὸ μεμβρανῶν. ᾽Απὸ τοῦ τυμπάυου μέχρι τῆς ὠοειδοῦς θυρίδος ἐκτείνεται μία σειρὰ ἀπὸ τρία ὀστάρια ἐφαπτόμενα πρὸς ἄλληλα, τὴν σφῦραν, τὸν ἅκμονα καὶ τὸν ἀναβολέα (εἰκ. 49).

Ἔσω οὗς (είκ. 49). Εἰς τὴν κοιλότητα τοῦ ἕσω ώτὸς, ἡ όποία εἶναι πλήρης ἐνὸς ὑγροῦ, τῆς ἐξωλύμφης, παρατηροῦμεν:

α΄) Δύο κυστίδια συγκοινωνοῦντα καὶ καλούμενα ἐλλειπτικὸν καὶ σφαιρικὸν κυστίδιον.

β΄) Τρεῖς ἡμικυκλίους σωλῆνας. Οὗτοι ἀρχίζουν απὸ τὸ ἐλλεὶπτικὀὸν κυστίδιον καὶ ἐπιστρέφουν πάλιν εἰς αὐτό, εὑρίσκονται δἑ ἐπὶ τριῶν καθέτων ἐπιπέδων. Εἰς τὴν ἀρχήν του ἕκαστος παρουσιάζει μίαν διεύρυνσιν, τὴν λήκυθον ἤ λάγηνον




γ΄) Τὸν κοχλίαν. Οὗτος εἶναι τυφλὸς σωλὴν τριγωνικῆς τομῆς, περτιλιγμένος εἰς 2 1/2 σπείρας ἐντὸς ἑνὸς ἀντιστοίχου σωλῆνος τοῦ κροταφικοῦ ὀστοῦ, ὁ ὁποῖος καλεῖται ὀστέϊνο κοχλίας καὶ ἀπολήγει εἰς ὠοειδῆ θυρίδα. ῾Ο κοχλίας συγκοινωνεῖ μὲ τὸ σφαιρικὸν κυστίδιον.

Τὰ ἀνωτέρω ὑμενώδη ὅργανα, τὰ ὁποῖα, ὡς εἵδομεν, συγκοινωνοῦν μεταξύ των, πληροῦνται ὑπὸ ὑγροῦ, καλομένου ενδολύμφη. Τὰ αἰσθητικὰ κύτταρα τῆς ἀκοῆς εὑρίσκονται εἰς τὸ δάπεδον τοῦ ὑμενώδους κοχλίου (εἰκ. 50).

Ὅταν τὰ ἠχητικὰ κύματα φθάσουν τὴν μεμβρᾶναν τοῦ τυμπάνου, μεταδίδουν εἰς αὐτὴν παλμικὴν κίνησιν. ῾Η κίνησις αὕτη διὰ τῶν ὀσταρίων τοῦ μέσου ὠτὸς μεταδίδεται εἴς τὴν μεμβρᾶναν τῆς ὠοειδοῦς θυρίδος. ῎Εξ αὐτῆς περαιτέρω, διὰ τῆς ἑξωλύμφης, μεταδίδεται εἰς τὰ τοιχὡματα τῶν κυστιδίων καὶ εἰς τὴν ένδολύμφην. Αἱ κυμάνσεις τέλος τῆς ἐνδολύμφης ἑρεθίζουν τὰ αἰσθητικὰ κύτταρα, τῶν ὸποίων τὸ ἐρέθισμα παραλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ άκουστικοῦ νεύρου.



῞Η αἴσθησις τοῦ χώρου εξασφαλίζεται μὲ τοὺς τρεῖς ἡμικυκλίους σωλῆνας. ᾽Αναλόγως τῆς στάσεως τοῦ σώματος ἡ ἐνδολύμφη φθάνει ἐντὸς αὐτῶν εἰς διάφορον σημεῖον καὶ τοῦτο προκαλεῖ ἀνάλογα έρεθίσματα, τὰ ὁποῖα μεταβιβάζονται εἰς τὸν ἑγκέφαλον.

6. ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ

Ὅλοι γνωρίζομεν τὸ ἰδιάζον τοῦτο δυσάρεστον αἴσθημα. Συνήθως προκαλεῖται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ σώματος μαζὶ μὲ ἱσχυρὰ ἐρεθίσματα θερμότητος, πιέσεως κλπ. Ἐν τούτοις τὸ αἴσθημα τοῦ πόνου προκαλεῖται ὄχι εἰς τὰ γνωστὰ μας αἰσθητικὰ σωμάτια, ἀλλὰ εἰς ἄλλα σημεῖα τοῦ δέρματος. Εἰς τὰ σημεῖα ταῦτα άπολήγουν ἴνες τῶν αὶσθητικῶν νεύρων, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν εἰδικὰ αἰσθητικὰ κύτταρα. Δέχονται δηλαδή, ὅτι ὁ πόνος προκαλεῖται ἀπὸ τὸν ἐρεθισμὸν ἐλευθέρων ἀπολήξεων τῶν αίσθητικῶν νεύρων. Πόνος προκαλεῖται ὄχι μόνον εἰς τὸ δέρμα, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐσωτερικὰ ὄργανα (στόμαχος, μύες κλπ.). Χαρακτηριστικὸν διὰ τὸν πόνον, ἰδίως τὸν προκαλούμενον εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ σώματος, εἶναι, ὅτι δὲν δυνάμεθα πάντοτε νὰ καθορίσωμεν τὸ μέρος, ἐκ τοῦ ὁποίου προέρχεται. Συχνὰ νομίζομεν, ότι ὁ πόνος προέρχεται ἀπὸ ἄλλα μέρη τοῦ σώματος, τὰ ὀποῖα εὑρίσκονται μακράν, εἰς τὰ ἄκρα τῶν ἀντιστοίχων νεύρων. Οὕτω συμβαίνει π.χ. ἄτομα, τῶν ὁποίων ἀπεκόπη έν ἄκρον, νὰ αἰσθάνωνται μετὰ τὴν ἐγχείρησιν πόνον καὶ νὰ νομίζουν, ὅτι οὗτος προέρχεται ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκετο τὸ ἀποκοπὲν ἄκρον.

῾Ο πόνος εῖναι χρησιμοτάτη αἴσθησις, διότὶ εὶδοποὶεῖ τὸν ἄνθρωπον περὶ βλαβερῶν ἐπιδράσεων καὶ παθήσεων. Ἐκτὸς τούτου ὁ ἅνθρωπος, φοβούμενος τὸν πόνον, προφυλάσσεται ἀπὸ τοιαύτας βλαβερὰς ἐπιδράσεις.

7. ΠΕΡΙΛΗΨΙΣ

Κάθε αἴσθησις πραγματοποιεῖται διὰ τοῦ ἐρεθισμοῦ τῶν αἰσθητικῶν κυττάρων. Ταῦτα εὑρίσκονται διεσκορπισμένα ἢ συγκεντρωμένα εἰς τὰ αἰσθητήρια ὄργανα. Περιγράψαμεν τὰ αἰσθητικὰ σωμάτια τοῦ δέρματος, τοὺς γευστικοὺς κάλυκας, τὰ αἰσθητικὰ τῆς ὀσφρήσεως κύτταρα, τοὺς ὀφθαλμους, τὰ ὧτα. ῾Ο πόνος τέλος προκαλεῖται ἀπὸ ἐρεθισμὸν ἑλευθέρων ἀπολήξεων τῶν αἰσθηττκῶν νευρικῶν ἰνῶν.

8. ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΕΙΣ

1) Τὰ διάφορα αἴσθητικὰ σωμάτια εἶναι ἀνίσως διαμοιρασμένα εἰς τὰ διάφορα μέρη τοῦ δέρματος. Διὰ τοῦτο ὡρισμένα μέρη εἶναι περισσότερον εὐαίσθητα ἀπὸ ἄλλα διὰ τὸ αὐτὸ ἐρέθισμα. Π.χ. διὰ τῆν ἀφὴν εἶναι ἰδιαιτέρως εὑαίσθητα τὰ άκρα τῶν δακτύλων. (Πῶς δοκιμάζεις τὴν ὑφὴν τοῦ χαρτιοῦ, τοῦ ὑφάσματος κλπ.;). Παρατήρησε, ότι μερικαὶ γυναῖκες συυηθίζουν νὰ δοκιμάζουν τὴν θερμοκρασίαν τοῦ ῦδατος μέ τὸν ἀγκῶνα ἤ τοῦ σιδήρου, κατὰ τὸ σιδέρωμα, πλησιάζουσαι αὐτὸ εἰς τὰς παρειάς.

2) Παρατήρησε εἰς τὸν καθρέπτην (καθαρὰ χέρια!) τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γλώσσης. Εἰς ὅλην τὴν άνω ἐπιφἁνειαν θὰ ἵδης πολλὰς μικρὰς θηλὰς, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν διὰ τὴν αἴσθησιν τῆς θερμότητος, πιέσεως κλπ. καὶ προσδίδουν χνοώδη ὄψιν εἰς τὴν γλῶσσαν. Εἰς τὸ ὀπίσθιον τμῆμα ὑπάρχουν αἱ θηλαὶ μὲ τοὺς γευστικοὺς κάλυκας, αἱ ὁποῖαι εἶναι μεγαλύτεραι καὶ σχηματίζουν ένα Λ (γευστικὸν λάμδα). Πλὴν αὐτῶν καὶ εἰς ἄλλα τμήματα τῆς γλώσσης ὑπάρχουν θηλαὶ μὲ γευστικοὺς κάλυκας.

3) Δοκίμασε μὲ διαφόρους οὐσίας εἰς ποῖα σημεῖα ἡ γλῶσσα εἶναι περισσότερον εἰθαίσθητος εἰς τὰ διάφορα ἐρεθίσματα.

4) Σχεδίασε ἀπὸ πλησίον ένα κύβον, ὅπως ἀκριβῶς τὸν βλέπεις μὲ τὸ ένα μάτι, κατόπιν μὲ τὸ ἄλλο, καὶ τέλος καὶ μὲ τὰ δὑο. Σύγκρινε τὰ σχέδια.

5) Παρατήρησε (μὲ καθαρὰ χέρια) εἰς τὸν καθρέπτην τοὺς δακρυϊκοὺς πόρους. Ὅταν κλαίη κανεὶς πολύ, πρόσεξε, ὅτι κάθε λἱγο «ρουφᾶ τὴ μύτη του». Διατί;

6) ῍Αν ἐρεθισθῇ ὁ ὀφθαλμὸς ὄχι μὲ φῶς, ἀλλὰ μἐ ἄλλο ἐρέθισμα (πίεσιν π.χ.), προκαλεῖται πάλιν φωτεινὸν αἵσθημα. Δι’ αὐτὸ λέγουν ότι ἀπὸ ένα κτύπημα «ἄστραψαν τὰ μάτια μου». Τὸ ἀνάλογον συμβαίνει καὶ μὲ τὰ ἅλλα αἰσθητήρια.

7) Πρὁσεξε ότι τὸ βράδυ (λυκόφως) δὲν διακρίνει καείς χρώματα, ἀλλὰ μόνον λευκὸ καὶ μαῦρο.

8) Γνωρίζεις διατί τρίβουμε τὰ μάτια μας τὸ πρωί; Διὰ νὰ πιέσωμεν τοὺς δακρυϊκοὺς ἀδένας, οἱ όποῖοι ἀδρανοῦν κατὰ τὸν ὕπνον, ῶστε μὲ τὸ δάκρυ νὰ ὑγράνουν τἦν ἐπιφἀνειαν τοῦ βολβοῦ.

9) ῞Οπισθεν τοῦ βολβοῦ τοῦ ὁφθαλμοῦ ὑπάρχει λῖπος, τὸ ὁποῖον συμπληρώνει τὸν χῶρον τῆς ὀφθαλμικῆς κόγχης. ῞Οταν ἀδυνατίση κανείς, τὸ λῖπος αὐτὸ ἑξαντλεῖται καὶ τότε τὰ μάτια «μπαίνουν μέσα στὶς κόγχες τους»

10) Κάποτε θὰ ἕτυχε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὰ μάτι σου «κριθαράκι». Τοῦτο σχηματίζεται, όταν οἱ ἀδένες τοῦ ἐπιπεφυκότος άποφραχθοῦν.

11) Ὁ βλεννογόνος τῆς ρινὸς διατηρεῖ πάντοτε μίαν ὑγρασίαν, χωρὶς τὴν ὁποίαν δέν εἶναι δυνατὴ ἡ ὅσφρησις. Διὰ νὰ προκληθῇ ἡ άἵσθησις μιᾶς ὀσμῆς, πρέπει τὰ λεπτότατα τεμάχια τῆς οὐσίας, τὰ ὁποῖα ἕφθασαν εἰς τὴν ρινικὴν κοιλότητα, νὰ διαλυθοῦν.

DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. Φιλόλογος Ερμής has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him