ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (ο βίος και το έργο του)





            Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, γεννήθηκε το 384 π.Χ. στην πόλη Στάγειρα της Χαλκιδικής, η οποία ήταν ελληνική και πρώτοι την είχαν αποικήσει οι Άνδριοι το 665 π.Χ.Ο πατέρας του, Νικόμαχος, από οικογένεια γιατρών Ασκληπιαδών, που καταγόταν από  τον ομηρικό Μαχάονα, ο οποίος κατά την μυθολογία ήταν γιος του Ασκληπιού, ήταν επίσης γιατρός, συγγραφέας  μερικών έργων φυσικής, πλούσιος, φίλος δε και γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα του Β΄, στην  αυλή του οποίου και έζησε μέχρι τον θάνατό του. Σύζυγος  του Νικομάχου, από την οποία είχε τον Αριστοτέλη και δυο άλλους γιους, ήταν η Φαιστιάς, προερχόμενη από παλαιά και διαπρεπή οικογένεια των Χαλκιδέων.  Σε πολύ μικρή ηλικία ο Αριστοτέλης έχασε την μητέρα του, δεν ήταν δε ακόμη έφηβος όταν  πέθανε και ο πατέρας του. Τότε ανέλαβε την κηδεμονία του Αριστοτέλη και των αδελφών του κάποιος φίλος του πατέρα τους ονομαζόμενος Πρόξενος. και μαζί του διέμεναν για κάποιο χρονικό διάστημα στην πατρίδα του Ατάρνα, αιολοκή πόλη της Μικράς Ασίας, απέναντι από την Λέσβο. Με αγάπη και ευγνωμοσύνη αναφέρει επανειλημμένως σε μερικά από τα έργα του ο Αριστοτέλης τους κηδεμόνες του εκείνους τον Πρόξενο και την γυναίκα του.  Και στην διαθήκη του, η οποία σώθηκε από τον Διογένη τον Λαέρτιο,  ορίζει να στηθούν ανδριάντες σε εκείνους προς ένδειξη της ευγνωμοσύνης του.
            Σε ηλικία 17 ετών, το 368 π.Χ. ο Αριστοτέλης έχοντας όπως φαίνεται ήδη την διαχείριση της εκ πατρικής και μητρικής κληρονομιάς σημαντικής περιουσίας του, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, το σπουδαιότερο τότε και περιφημότερο πνευματικό, καλλιτεχνικό και αστικό κέντρο του πολιτισμένου κόσμου. Και είναι πιθανό ότι είχε έκτοτε όχι μόνο αξιόλογη προκαταρκτική μόρφωση, ώστε να μπορεί να φοιτήσει κοντά στους ρήτορες ή τους φιλοσόφους, αλλά και, σαν γόνος Ασκληπιαδών,  μερικές ιατρικές γνώσεις, ιδίως στην ανατομία. Και πρώτα, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από πληροφορίες των βιογράφων του, υπήρξε ακροατής του Ευδόξου, ου φιλοσόφου και ιδίως μαθηματικού από την Κνίδο, ο οποίος είχε διατελέσει μαθητής του Πλάτωνα, αλλά κατόπιν ασπάσθηκε και δίδασκε τις ηδονιστικές δοξασίες του Αριστίππου, των οποίων κέντρο ήταν η φρόνηση και το μέτρο, δηλαδή δυο ηθικολογικές αντιλήψεις που επικρατούν σε όλο το έργο του Αριστοτέλη. Πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή ο Πλάτωνας, του οποίου κυρίως αναφέρεται να είναι μαθητής ο Αριστοτέλης, έλειπε από την Αθήνα, είχε αναχωρήσει το 367 ή 366 για τις Συρακούσες και επέστρεψε μετά μία εξαετία.
            Σε εκείνη την περίοδο της νεανικής ηλικίας του Αριστοτέλη αναφέρονται και πολλά από αυτά για τα οποία  τον κατηγόρησαν διάφοροι, μεταξύ των οποίων και ο φιλόσοφος Επίκουρος  της επόμενης γενεάς. Λέει ο Επίκουρος ότι ο Αριστοτέλης ‘νέος ών κατέφαγε την πατρική περιουσία, έπειτα δε συνεώσθη επί τω στρατεύεσθαι, κακώς δε πράττων εν τούτοις επί τω φαρμακοπωλείν, ήλθεν, έπειτα αναπεπταμένης πάσι της του Πλάτωνος Ακαδημείας εισώρμησεν εις αυτήν». Αλλά ότι αυτά και άλλα παραπλήσια δεν αληθεύουν, γίνεται φανερό από το ότι αυτός, αφού εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, έδειξε να είναι πολύ επιμελής και ασχολήθηκε με την μάθηση γενόμενος μαθητής του Πλάτωνα και διακρίθηκε γρήγορα πάνω από όλους, αυτό δε και αυτοί οι κατήγοροί του δεν τόλμησαν να το αρνηθούν.  Απεναντίας αναφέρεται σχετικά με την φιλοπονία του, ότι συχνά μελετώντας την νύχτα στο κρεβάτι του κρατούσε στα αριστερά μια χάλκινη σφαίρα, ώστε όταν αποκοιμιόταν να πέφτει και να ξυπνά από τον κρότο.  Και αυτό που πιθανώς δίνει αφορμή για κακολογίες ήταν ότι ο Αριστοτέλης ο οποίος ήταν βραχύσωμος, ισχνός, με μικρά μάτια και φαλακρός, αρεσκόταν στον καλλωπισμό και στην επίδειξη. Ίσως δε και λόγω της ευπορίας του να διήγε δαπανηρότερη και κοσμιώτερη ζωή.
            Όντας  μαθητής του Πλάτωνα μέχρι τον θάνατο αυτού (347 π.Χ.), διδάσκοντας δε ίσως τα τελευταία έτη της μαθητείας του την ρητορική στην Ακαδημεία, αποχώρησε από αυτήν έπειτα, όταν την διεύθυνσή της ανέλαβε ο Σπεύσιππος. Και τότε, ίσως γιατί ήδη δεν τον έβλεπαν οι Αθηναίοι με καλό μάτι σαν ‘μακεδονίζοντα’ , έφυγε μαζί με τον Ξενοκράτη, επίσης φιλόσοφο και μαθητή του Πλάτωνα, στην Ατάρνα, όπου εφιλοξενήθη από τον τύραννο των Αταρνών και της Άσσου Ερμεία. Ήταν δε ο Ερμείας απελεύθερος, ο οποίος αφού παρακολούθησε μαθήματα ρητορικής από τον Αριστοτέλη στην Αθήνα, με την αρετή και την αξία του έφθασε στο αξίωμα του τυράννου (ηγεμόνος) στην πατρίδα του και αναδείχθηκε προστάτης της αυτονομίας των ελληνικών πόλεων στην Μικρά Ασία, την οποία με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να καταλύσουν οι Πέρσες.
            Ο Αριστοτέλης έμεινε κοντά στον Ερμεία τρία χρόνια και κατόπιν έφυγε στην Λέσβο, όταν με προδοσία συνελήφθη ο Ερμείας από τους Πέρσες και εφονεύθη. Φαίνεται δε ότι ο θάνατός του πολύ ελύπησε τον φιλόσοφο, γιατί συνδεόταν μαζί του με φιλία και ευγνωμοσύνη, και συνέθεσε, όπως λέγεται, προς τιμήν του εκείνον τον έξοχο παιάνα στην αρετή:
            Αρετά πολύμοχθε γένει βροτείω

            θήραμα κάλλιστον βίω...
            Την ανηψιά και θετή θυγατέρα του Ερμεία, Πυθιάδα, μετά τον φόνο του φίλου του την παντρεύτηκε ο Αριστοτέλης, και μαζί της απέκτησε μια κόρη την οποία ονόμασε επίσης Πυθιάδα. Αργότερα δε έστησε σε μνήμη του Ερμεία ανδριάντα στους Δελφούς, στην βάση του οποίου χάραξε το επίγραμμα:
            Τόνδε ποτ’ ουχ οσίως παραβάς μακάρων θεών  θέμιν αγνήν

            έκτεινε Περσών τοξοφόρων  βασιλεύς,

            ου φανερώς  λόγχη φονίους εν αγώσι κρατήσας,

            αλλ’ ανδρός πίστει χρησάμενος.
            Στην Μυτιλήνη ο Αριστοτέλης έμεινε για δυο χρόνια συγγράφοντας, ίσως και διδάσκοντας. Και πιθανώς μερικά από τα έργα του να είναι της εποχής εκείνης. Από εκεί αναχώρησε  προσκληθείς από τον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο, σαν δάσκαλος του γιου του Αλέξανδρου, τότε δεκατριών ετών. Η επιστολή με την οποία προσκλήθηκε, αλλά ίσως όχι γνήσια, διασώζεται από τον Γέλλιο (ΙΧ, 3) και έχει ως εξής:
            «Φίλιππος Αριστοτέλει χαίρειν. Ίσθι μοι γεγονόταν υιόν, πολλήν ουν τοις θεοίς χάριν έχω ουχ ούτως επί τη γενέσει του παιδός ως επί τω κατά την σην ηλικίαν αυτόν γεγονέναι. Ελπίζω γαρ αυτόν υπό σου τραφέντα και παιδευθέντα άξιον έσεσθαι και ημών και της των πραγμάτων διαδοχής».
            Συνδυάζοντας τις παρεχόμενες από τους βιογράφους πληροφορίες μπορούμε να συμπεράνουμε  ότι διδάσκαλος μεν και παιδαγωγός του Αλεξάνδρου διετέλεσε για τρία χρόνια, κοντά του σαν δικός του άνθρωπος και σύμβουλός του έμεινε πέντε ακόμα χρόνια, μέχρις ότου δηλαδή ο Αλέξανδρος εκστράτευσε (335 π.Χ.) κατά της Ασίας. Κατά την διαμονή του στην μακεδονική αυλή συνέγραψε μερικά από τα έργα του, πιθανώς ιδικά για τον μαθητή του μεταξύ δε αυτών είναι και το χαμένο έργο ‘περί βασιλείας’  και το αμφισβητούμενο ‘ρητορική εις Αλέξανδρον’. Τότε  δε και επιμελήθηκε την αντιγραφή της Ιλιάδας επίσης χάριν του Αλέξανδρου. Το αντίγραφο εκείνο πήρε μαζί του στην εκστρατεία ο Αλέξανδρος, βρίσκοντας δε μεταξύ των λαφύρων πολύτιμο νάρθηκα (πολυτελές κιβώτιο)  το φύλασσε από τότε σε αυτό, και έτσι η έκδοση εκείνη από τον Αριστοτέλη του Ομήρου, κατά την αρχαιότητα, ονομάσθηκε ‘εκ του νάρθηκος’ (Πλουτάρχου Αλέξ. 8).
            Μετά την αναχώρηση από την Μακεδονία του Αλέξανδρου, ο Αριστοτέλης επέστρεψε στην Αθήνα. Εν τω μεταξύ δε συζώντας με κάποια Σταγιρίτισα ονομαζόμενη Ερπυλλίδα, την οποία κατόπιν κάποιοι αναφέρουν σαν σύζυγό του, απέκτησε έναν γιο τον Νικόμαχο, για τον οποίο έγραψε και προς τον οποίο απηύθυνε το έργο του «Ηθικά Νικομάχεια’.
            Τότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ίδρυσε σχολή ρητορικής, δηλαδή ανώτερης μορφώσεως, αντίπαλο της περίφημης τότε σχολής του Ισοκράτους, αλλά και της Ακαδημίας, δηλαδή της πλατωνικής σχολής, την οποία διηύθυνε, όπως λέγεται, ο Σπεύσιππος. Δημιούργησε τη σχολή του στο Λύκειο, ευρύχωρη δενδρόφυτη δημόσια έκταση αφιερωμένη στον Λύκειο Απόλλωνα, που εκτεινόταν κάτω από τον Λυκαβηττό, δηλαδή σε μέρος της πόλης διαμετρικά αντίθετο στην Ακαδημεία. Και ένεκα της πολυμάθειας και της ικανότητάς του στην διδασκαλία η νέα σχολή γρήγορα ευδοκίμησε και ξεχώρισε. Ονομάσθηκε δε ‘περιπατητική’ από την συνήθεια που είχε ο Αριστοτέλης να διδάσκει περπατώντας.
            Τα μαθήματα στην σχολή γίνονταν σε δυο παραδόσεις, το πρωί και το απόγευμα, και από αυτό ονομάστηκαν ‘εωθινός και δειλινός περίπατος’.
            Κατά μεν τον εωθινόν δίδασκε τους αρχαιότερους και σημαντικότερους μαθητές τις βαθύτερες επιστημονικές γνώσεις  και την δική του συστηματική φιλοσοφία, αναπτύσσοντας και ελέγχοντας, όπως μπορούμε να καταλάβουμε από τα συγγράμματά του, και τις θεωρίες και δοξασίες άλλων διασήμων προγενεστέρων και συγχρόνων του φιλοσόφων. Κατά δε τον δειλινόν δίδασκε τους αρχαρίους μαθητές  και άλλους ακροατές στοιχειώδη μαθήματα ρητορικής, φιλοσοφίας, γραμματολογίας και άλλα μάλλον κάπως σαν διάλεξη. Έτσι τα μεν πρωινά  μαθήματα ονομάσθηκαν ‘ακροαματικοί λόγοι’, τα δε απογευματινά ‘εγκύκλιοι’ ή ‘εν κοινώ’ ή ‘εξωτερικοί λόγοι’.
            Μολονότι αργότερα λέχθηκε ότι ήταν οι ακροαματικοί λόγοι κάποια ιδιαίτερη και απόκρυφη διδασκαλία, ώστε να υπάρξει φήμη ότι υπήρξε και μυστική αριστοτελική φιλοσοφία, όμως από την μελέτη των αριστοτελικών έργων και από τον ενιαίο  σαφή και καθορισμένο τρόπο θεωρίας σε αυτά, συνάγεται το ασφαλές συμπέρασμα ότι μία και μόνη υπήρξε η αριστοτελική φιλοσοφία και μία επίσης η επιστημονική σκέψη, όπως μας παρουσιάζονται σήμερα.
            Η μεγάλη και μοναδική ευρυμάθεια του Αριστοτέλη, ο οποίος, αν και εξακολούθησε μέχρι τέλους της ζωής του τις μελέτες, τις έρευνες, τα πειράματα, τις κάθε είδους φυσικές συλλογές του και ταξινομήσεις, είχε όμως ήδη αποθησαυρίσει, όταν ίδρυσε την σχολή του, το μεγαλύτερο μέρος των θεωρητικών και πρακτικών του γνώσεων, και εκτός αυτών, η σαφής και ευάρεστη, αν και από τους εχθρούς του αναφέρεται σαν τραυλός, ρητορική δεινότητά του, έφερε και άλλους πολλούς Αθηναίους όπως και από άλλα μέρη ακροατές στο Λύκειο. Γιατί εκτός της μεγάλης, όπως λέγεται, σοφίας του, όση είχε αποκτήσει από την πρώτη επίσκεψή του στην Αθήνα, φαίνεται ότι και κατά τους χρόνους  της διαμονής του στην Μικρά Ασία και στην Μυτιλήνη, μακρά από τον σοφιστικό συρμό και βρισκόμενος σε ησυχία και γαλήνη, μεγάλωσε τις γνώσεις του με ακριβή μάθηση αυτών που και παλιότερα και κατά την εποχή του δίδασκαν οι φιλόσοφοι της Ιωνικής Σχολής, οι κυρίως περί τα φυσικά ασχολούμενοι και πάνω στη βάση αυτών και από αυτά κάθε ένας ανέπτυσσε την δική του φιλοσοφία.

            Κατόπιν, κατά το διάστημα που εκπαίδευε τον Αλέξανδρο στην μακεδονική αυλή, είχε άνεση να συστηματοποιήσει μεν τις άπειρες γνώσεις του κατά τρόπο διδακτικό, καθώς και τα ηθικά και πολιτικά πορίσματα  που συνεπάγονταν,  να αυξήσει δε σε μεγάλο βαθμό και με δικά του πειράματα και παρατηρήσεις τις γνώσεις του καιρού του για την φυσική και την φυσιολογία. Γιατί του παρέχονταν άφθονα μέσα από τους βασιλείς της Μακεδονίας, και τότε και κατόπιν, όταν κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ασία μισθοδοτούνταν χιλιάδες ανδρών από τον βασιλιά για να συλλέγουν και να αποστέλλουν στον Αριστοτέλη όλα τα ζώα, τα φυτά και τα περίεργα εν γένει πράγματα της ασιατικής χώρας, όπως αναφέρει  ο Πλίνιος. Αν δε πιστέψουμε τον Αθήναιο, για τον καταρτισμό των επιστημονικών συλλογών και της βιβλιοθήκης του Αριστοτέλη χορήγησε ο Αλέξανδρος  επτακόσια τάλανα δηλαδή τέσσερα και πλέον εκατομμύρια χρυσών φράγκων. Έτσι δημιούργησε την ‘περί ζώων ιστορίαν’ και τα άλλα έργα πάνω σε φυσικές επιστήμες, θαυμαστά μέχρι σήμερα για την μέθοδο και όχι σπάνια εκπληκτικά για την ακρίβεια, τα οποία συνέγραψε κατά την δεύτερη διαμονή του στην Αθήνα και μετά την σύσταση της δικής του Περιπατητικής Σχολής.
            Ήταν  δε ο Αριστοτέλης την εποχή κατά την οποία ίδρυσε την σχολή του ηλικίας πενήντα και πλέον ετών. Ώστε εύλογα να μπορεί κανείς να υποθέσει, ότι τις μεν θεωρητικές γνώσεις του είχε μέχρι τότε συμπληρώσει, την δε ταξινόμηση της από αυτόν συναχθείσης ποικίλης θεωρητικής και πρακτικής   ύλης και την συνέχιση των πειραμάτων του και των παρατηρήσεων και την διαρρύθμιση των περισσότερων και σημαντικότερων έργων του εξακολούθησε  έκτοτε και μέχρι το τέλος της ζωής του. Βοήθησε δε πολύ στην ταξινόμηση και στην κατασκευή η καθημερινή και συστηματική διδασκαλία και όχι λίγο συνετέλεσε η υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες του και κατά αρχικό δικό του σχέδιο συνεργασία των μαθητών του.
            Γι’ αυτό δε και στα σωζόμενα συγγράμματα του Αριστοτέλη, από τα οποία ίσως μερικά γράφτηκαν  από τους μαθητές του όπως αυτός υπαγόρευε και οδηγούσε, καταφαίνεται μεγάλη φροντίδα και ικανότητα  σε συστηματικοποίηση  και σαφήνεια, λίγη δε επιμέλεια ύφους και πλαστικής απεικόνισης. Ώστε και κατά την ύλη και κατά την μορφή να θυμίζουν  τύπο Εγκυκλοπαιδείας η οποία περιλαμβάνει το σύνολο σχεδόν  των τότε γνώσεων, αλλά υπό μορφή και κατά σύστημα και σύμφωνα  προς την φιλοσοφία ενός μόνου συγγραφέως. Τόσο δε είναι το πλήθος των γνώσεων όσες τα αριστοτελικά συγγράμματα περιέλαβαν και τόσες πρόδηλα είναι οι νέες παρατηρήσεις και οι νέες θεωρίες, όσες σε κάθε ένα θέμα ο φυσιοδίφης και φιλόσοφος συγγραφέας δικές του προσέθεσε και τόση είναι η  δύναμη της διευκρινίσεως και της συστηματοποιήσεως ώστε δίκαια  λέχθηκε από Γερμανού σοφού ότι άλλος Αριστοτέλης ούτε γεννήθηκε, ούτε θα γεννηθεί, αλλά ούτε είναι ανάγκη να γεννηθεί.
            Από τα συγγράμματα του Αριστοτέλη λίγα, μόνο το ένα τρίτο, διασώθηκαν. Και αυτό το συμπεραίνουμε από πολλούς αρχαίους συγγραφείς που αναφέρονται στα αριστοτελικά έργα άγνωστα σε μας, μάλιστα δε από τον κατάλογο του Διογένη Λαέρτιου και από τους  καταλόγους του Μεναγίου και του Άραβα Εζ Καζίρ. Πιθανότερο όμως είναι ότι η απώλεια αριστοτελικών έργων  δεν είναι τόσο μεγάλη και ότι έχουμε ακόμη και τώρα το κυριότερο και σημαντικότερο μέρος των έργων του. Και χάθηκαν μεν βεβαίως μερικά, αλλά ποια ήταν ακριβώς τα συγγράμματα αυτά και ποιοι οι τίτλοι τους δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ακριβώς, γιατί στην παράθεση αυτών από τους αρχαίους και στις μεταγενέστερες απαριθμήσεις επικρατεί ασάφεια και αοριστία. Αλλά όμως η σημαντικότερη των απωλειών μπορεί να θεωρηθεί η απώλεια της «Συναγωγής Πολιτειών», ενός πολύ ογκώδους έργου.
           Τα έργα του Αριστοτέλη από τους αρχαίους ήδη χρόνους κατατάχθηκαν συστηματικά και κατά διαφόρους τρόπους. Έτσι  χωρίσθηκαν  σε ‘υπομνητικά’, δηλαδή αποτελούμενα από σημειώσεις, και ‘συνταγματικά’ δηλαδή αποτελούμενα από πλήρεις πραγματείες, από άλλης δε απόψεως σε ‘εσωτερικά’ δηλαδή που περιέχουν τις υψηλές διδασκαλίες του Αριστοτέλη, και ‘εξωτερικά ή εν κοινώ’, δηλαδή προπαιδευτικά.
            Και ο ίδιος ο Αριστοτέλης επιτυχώς διαχώρισε τα φιλοσοφικά μόνο έργα του, τα ονομασθέντα από αυτόν ‘λόγοι’, σε ‘οργανικούς λόγους’ ή λογικούς, σε ‘θεωρητικούς’ και σε ‘πρακτικούς’.
            Από τις νεώτερες κατατάξεις επικράτησε αυτή της πρώτης Αλδείου εκδόσεως, η οποία χωρίζει τα σωζόμενα έργα σε:
1) Λογική, η οποία περιλαμβάνει τα έργα: Κατηγορίαι, Περί ερμηνείας, Αναλυτικά πρότερα,  Αναλυτικά ύστερα, Τυπικά και Περί σοφιστικών ελέγχων. Η σειρά αυτή ονομάσθηκε από τους νεώτερους «ΟΡΓΑΝΟΝ».
2) Φυσικά, κατά την αρχαία έννοια του όρου, που περιλαμβάνουν τις πραγματείες: Φυσικής ακροάσεως βιβλία οκτώ, Περί ουρανού, Περί γενέσεως και φθοράς, Μετεωρολογικά, Περί ψυχής, Περί αισθήσεως και αισθητών, Περί μνήμης και αναμνήσεων, Περί μακροβιότητος και βραχυβιότητος, Περί νεότητος και γήρατος, Περί ύπνου και εγρηγόρσεως, Περί μαντικής εν τοις ύπνοις, Περί ζωής και θανάτου, Περί αναπνοής, Περί ζώων ιστορίας, Περί ζώων γενέσεως, Περί ζώων κινήσεως, Περί ζώων μορίων, Περί ζώων πορείας, Περί ζώων χρωμάτων, Περί ακουστών, Φυσιογνωμικά, Περί φυτών (το οποίο διασώθηκε στην λατινική και αραβική μετάφραση), Περί θαυμασίων ακουσμάτων, Μηχανικά προβλήματα και Περί Ατόμων γραμμών.
3) Τα μετά τα φυσικά, περιλαμβάνοντας δεκατέσσερα βιβλία και τις διατριβές Περί Μελίσσου,  Περί Ξενοφάνους και Περί Γοργίου.
4) Τα πρακτικά, τα οποία περιλαμβάνουν τα Ηθικά Νικομάχεια, τα Μεγάλα Ηθικά και τα Ηθικά Ευδήμεια, τα Πολιτικά, την Αθηναίων Πολιτεία, την Ρητορική, την Ρητορική εις Αλέξανδρον (αμφισβητούμενη) και την Ποιητική, και
5) Τα αποσπάσματα (δηλαδή τα σωζόμενα παρενθετικά σε έργα αρχαίων συγγραφέων) – Τις επιστολές (αμφισβητούμενες κατά το πλείστον) και τα ποιήματα επίσης κατά το πλείστον αμφισβητούμενα.
             Οι τίτλοι αυτοί απλά χωρίς επεξηγήσεις παρατιθέμενοι μπορούν να δείξουν την ευρύτητα, την ποικιλία και το τεράστιο μέγεθος του αριστοτελείου έργου, το οποίο, όπως στην αρχή είπαμε, αποτέλεσε τον επιστημονικό και φιλοσοφικό κώδικα της πολιτισμένης ανθρωπότητας για δυο και πλέον χιλιάδες χρόνια, αποτελεί δε και τώρα ακόμη το πνευματικό έθιμο σχεδόν όλης της συνήθους επιστημονικής και φιλοσοφικής δημιουργίας.
            Και ανάλυση μεν του φιλοσοφικού συστήματος του Αριστοτέλη και έκθεση της επιστημονικής του εργασίας, έστω και στοιχειωδώς επιχειρούμενες θα κατέληγαν αναγκαστικά σε μια ογκώδη πραγματεία. Αυτό μόνο μπορεί να λεχθεί συμπερασματικά και από μια μόνο άποψη, γενική και όχι συνολική, ότι ο Αριστοτέλης βάση της επιστήμης έθετε το πείραμα και την παρατήρηση, σαν σκοπό δε κάθε επιστήμης όριζε την γνώση των αιτίων των πραγμάτων και φαινομένων εκείνων, όσα υπόκεινται στην πείρα. Έτσι, όπως και ο ίδιος διευκρινίζει: ‘Η πείρα μεν μας παρέχει το γεγονός, η επιστήμη δε ζητά το αίτιον και διότι είναι πρώτο.
            Από κάθε αφετηρία ξεκινώντας, ο Αριστοτέλης κρίνεται σαν αντίθετος της πλατωνικής φιλοσοφίας, ενώ ίσως  βαθύτερη μελέτη του πλατωνικού και παράλληλα του αριστοτελικού έργου θα έδειχνε  την αριστοτελική φιλοσοφία, αντίθετα με την γνώμη και την απόφανση του μεγάλου της ιδρυτή, ότι ασχολείται κυρίως με ένα μέρος των πλατωνικών αντιλήψεων και ακολουθεί μια από τις μεθόδους διανοητικής εξέλιξης  και γνώσης του επιστητού, τις οποίες διετύπωσε η καταπληκτική αντιληπτική διάνοια του Πλάτωνα, η οποία διείδε σαν ορισμένο μεν και ωφέλιμο τον βαθμιαία πλατυνόμενο ορίζοντα των γνώσεων – την ανθρώπινη δηλαδή συνθήκη και συμφωνία -, αόριστο δε και ατέρμονα τον ορίζοντα της όλης ζωής, προς τον οποίο αναγκαστικά και από εσωτερική ορμή βλέπει ο ανθρώπινος νους και έτσι συμπερασματικά χάραξε τους επάλληλους και ομόκεντρους κύκλους της Επιστήμης και της Υπόθεσης.
            Την φιλοσοφική του σχολή  διηύθυνε ο Αριστοτέλης μέχρι το 323 π.Χ., οπότε, επειδή το αντιμακεδονικό κόμμα είχε ενισχυθεί λόγω του θανάτου του Μ. Αλεξάνδρου, κινδυνεύοντας σαν φίλος της μακεδονικής δυναστείας, αναγκάσθηκε να φύγει στην Χαλκίδα της Ευβοίας, όπου και πέθανε μετά ένα έτος από χρόνιο οικογενειακό του νόσημα του στομάχου.
            Οι σπερμολογίες τις οποίες  συγγραφείς της παρακμής και μερικοί εκκλησιαστικοί ανέφεραν για τον Αριστοτέλη, σαν άστοργο προς τον προστάτη του τον Ερμεία και σαν αγνώμονα προς τον Πλάτωνα και ότι επιβουλεύθηκε την ζωή του μαθητή και ευεργέτη του Αλέξανδρου, όπως και ο μύθος περί αυτοκτονίας του, αποδεικνύονται από αυτά τα ίδια τα πράγματα δηλαδή από τα συγγράμματα του Αριστοτέλη και από τις αυθεντικές λεπτομέρειες της ζωής του, τελείως αστήρικτα μυθεύματα, ανάξια εκτενέστερης μνείας.

Πηγή:παιδαγωγικό ινστιτούτο






DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. Φιλόλογος Ερμής has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him