19.10.26

Η κρυπτικότητα στην ισοκρατική ρητορική: λόγος και παιδεία

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Πτυχιοῦχος Κλασσικῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Μεταπτυχιακός τοῦ Τομέα Ἐπιστημῶν τῆς Ἀγωγῆς,
«Ἐφηρμοσμένη Παιδαγωγική», Διδακτική - Προγράμματα Σπουδῶν, Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Ὑπ. Δρ. Κλασσικῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


Η ΚΡΥΠΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΙΣΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ: 
ΠΡΟΛΟΓΟΙ, ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ, ΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΜΜΕΣΗΣ ΣΗΜΑΣΙΟΔΟΤΗΣΗΣ

isokratis-ritoriki-emmesos-logos-paideia



ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το παρόν άρθρο προτείνει ένα συνθετικό ερμηνευτικό μοντέλο για τη μελέτη της ισοκρατικής ρητορικής, εστιάζοντας στη σχέση ανάμεσα στην εισαγωγική διάταξη, τη θεματική οργάνωση, την πολιτική επιχειρηματολογία και την παιδευτική διαμόρφωση της αναγνωστικής κρίσης. Βασική υπόθεση είναι ότι οι λόγοι του Ισοκράτη δεν εξαντλούνται στην υποστήριξη περιστασιακών πολιτικών θέσεων ούτε στην υφολογική τους επεξεργασία. Η διάταξη των επιχειρημάτων, η επιλογή ιστορικών παραδειγμάτων και η συγγραφική αυτοπαρουσίαση συμβάλλουν στη διαμόρφωση των αξιολογικών κριτηρίων με τα οποία ο αποδέκτης καλείται να κρίνει τις προτεινόμενες μορφές πολιτικής δράσης.

Ο Πανηγυρικός αναδεικνύει τον πρόλογο ως χώρο διεκδίκησης συγγραφικής αυθεντίας και προβολής της κοινωνικής χρησιμότητας του ρητορικού λόγου. Ο Περὶ Εἰρήνης παρουσιάζει τη μετάβαση από μια συγκεκριμένη πολιτική πρόταση σε ευρύτερη κριτική της αθηναϊκής ηγεμονικής πρακτικής, ενώ η Ἀντίδοσις και ο Εὐαγόρας φωτίζουν τη συγκρότηση της συγγραφικής ταυτότητας και την παιδευτική λειτουργία του παραδείγματος. Η ανάλυση διακρίνει την έμμεση σημασιοδότηση από τον ρητορικό υπαινιγμό και την ειδικότερη υπόθεση της κρυπτικότητας. Η διάκριση δοκιμάζεται σε δύο εφαρμογές: στον μετα-ρητορικό χαρακτήρα του Πανηγυρικοῦ 8 και 14 και στη διαχείριση της πολιτικής κριτικής στον Περὶ Εἰρήνης 73–75. Υποστηρίζεται ότι η παιδευτική πολυπλοκότητα του ισοκρατικού λόγου μπορεί να ερμηνευθεί χωρίς να προϋποτεθεί συστηματική μυστική διδασκαλία.
Λέξεις-κλειδιά: Ισοκράτης, ισοκρατική παιδεία, πρόλογος, πολιτική ρητορική, έμμεση σημασιοδότηση, ιστορική μνήμη, συγγραφική αυτοπαρουσίαση, αναγνωστική κρίση.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΥΠΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΓΞΙΜΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Η μελέτη της ισοκρατικής ρητορικής απαιτεί συνδυαστική εξέταση της γλωσσικής μορφής, της πολιτικής επιχειρηματολογίας και της παιδευτικής λειτουργίας των κειμένων. Η διάκριση ανάμεσα σε έναν Ισοκράτη που ενδιαφέρεται κυρίως για την αισθητική καλλιέργεια του πεζού λόγου και σε έναν Ισοκράτη που παρεμβαίνει ως πολιτικός στοχαστής είναι υπερβολικά άκαμπτη. Η ρητορική μορφή δεν αποτελεί απλό περίβλημα ενός ήδη διαμορφωμένου πολιτικού περιεχομένου: συμμετέχει στην κατασκευή της επιχειρηματολογίας, στην προβολή του συγγραφικού ήθους και στον προσδιορισμό των κριτηρίων με τα οποία ο αποδέκτης καλείται να αξιολογήσει μια πολιτική πρόταση.

Η Yun Lee Too εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η ισοκρατική γραφή κατασκευάζει συγγραφική ταυτότητα και παιδευτική αυθεντία, ενώ ο Takis Poulakos συνδέει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ισοκράτη με τις πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις της Αθήνας του τέταρτου αιώνα π.Χ. Οι προσεγγίσεις αυτές προσφέρουν αφετηρία για την εξέταση της σχέσης ανάμεσα στον λόγο, την πολιτική και την παιδεία, χωρίς να συνεπάγονται ότι ο Ισοκράτης διατυπώνει συστηματικά ένα κρυφό μήνυμα πίσω από το δηλωμένο περιεχόμενο των έργων του.

Στην παρούσα μελέτη, οι βασικές αναλυτικές κατηγορίες οριοθετούνται ως εξής:

Έμμεση σημασιοδότηση: Δηλώνει τις πρόσθετες λειτουργίες που προκύπτουν από τη θέση ενός χωρίου στη συνολική σύνθεση, τις υφολογικές αντιθέσεις, τις εννοιολογικές επαναλήψεις και την αναπλαισίωση ενός επιχειρήματος. Δεν σημαίνει ότι κάθε φράση διαθέτει αναγκαστικά ένα δεύτερο, αποκρυμμένο νόημα.

Ρητορικός υπαινιγμός: Αποτελεί ειδικότερη τεχνική εσχηματισμένης διατύπωσης για τη διαχείριση συγκεκριμένων επικοινωνιακών εντάσεων.

Κρυπτικότητα: Χρησιμοποιείται ως αυστηρότερη ερμηνευτική υπόθεση: για να γίνει αποδεκτή, χρειάζεται να στηριχθεί σε συγκεκριμένες γλωσσικές ενδείξεις, στο ιστορικό πλαίσιο και σε στοιχεία που να καθιστούν την υπόθεση της απόκρυψης πιθανότερη από εναλλακτικές αναγνώσεις.

Το κεντρικό ερώτημα είναι, επομένως, διττό:
Σε ποιον βαθμό η διάρθρωση των ισοκρατικών λόγων, η θεματική τους σύνθεση, η αναπαράσταση του παρελθόντος και η συγγραφική αυτοπαρουσίαση συγκροτούν μια συνεκτική στρατηγική πολιτικής και παιδευτικής καθοδήγησης; Και υπό ποιες προϋποθέσεις δικαιολογείται η απόδοση έμμεσου νοήματος χωρίς η ερμηνεία να μετατρέπεται σε εικασία περί κρυφών προθέσεων;
Η μεθοδολογική πρόταση εφαρμόζεται σε τέσσερα έργα: τον Πανηγυρικό, τον Περὶ Εἰρήνης, την Ἀντίδοσιν και τον Εὐαγόρα. Στόχος δεν είναι να αποδειχθεί εκ των προτέρων η κρυπτικότητα της ισοκρατικής γραφής, αλλά να εξεταστεί πώς η ρητορική οργάνωση κατευθύνει την πρόσληψη και την κρίση του αναγνώστη.


2. ΟΙ ΠΡΟΛΟΓΟΙ: ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Το προοίμιο στην αρχαία ρητορική δεν περιορίζεται στην αναγγελία του θέματος. Στη Ρητορική Γ 14, ο Αριστοτέλης εξετάζει τη λειτουργία των προοιμίων και τις δυνατότητές τους να προετοιμάζουν την πρόσληψη του λόγου. Η συζήτηση αυτή παρέχει ένα χρήσιμο θεωρητικό σημείο αναφοράς, όχι όμως έναν άκαμπτο κανόνα που πρέπει να εφαρμοστεί μηχανικά στην ισοκρατική σύνθεση.

Η αρχή του Πανηγυρικοῦ είναι χαρακτηριστική. Ο Ισοκράτης δεν εισάγει αμέσως το πολιτικό ζήτημα της πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών. Ξεκινά από την αντίθεση ανάμεσα στις τιμές που απονέμονται στους αθλητές και στην περιορισμένη αναγνώριση όσων καλλιεργούν τις διανοητικές τους ικανότητες προς όφελος της κοινότητας (Πανηγυρικός 1).

Η αντίθεση αυτή επιτελεί τρεις κύριες λειτουργίες:
  1. Προβάλλει την κοινωνική χρησιμότητα της διανοητικής εργασίας.
  2. Τοποθετεί τον συγγραφέα ανάμεσα σε όσους προσφέρουν πολιτικά ωφέλιμη σκέψη.
  3. Προετοιμάζει τον αποδέκτη να αξιολογήσει τον λόγο με κριτήρια ευρύτερα από την άμεση αποδοχή ή απόρριψη της πρότασής του.
Η λειτουργία αυτή γίνεται σαφέστερη στις παραγράφους 8 και 14. Στην § 8, ο Ισοκράτης υποστηρίζει ότι το ίδιο θέμα μπορεί να παρουσιαστεί με διαφορετικούς τρόπους: το μεγάλο μπορεί να εμφανιστεί μικρό και το μικρό μεγάλο, τα παλαιά να παρουσιαστούν με νέο τρόπο και τα πρόσφατα με τρόπο που θυμίζει την παλαιότερη παράδοση. Το επιχείρημα δεν αποτελεί μόνο υπεράσπιση της ρητορικής δεξιότητας. Νομιμοποιεί την εκ νέου επεξεργασία ενός θέματος που έχει ήδη συζητηθεί, μετατοπίζοντας το κριτήριο αξιολόγησης από την απόλυτη καινοτομία του αντικειμένου στην ποιότητα της πραγμάτευσής του.

Στην § 14, ο Ισοκράτης επανέρχεται στο πρόβλημα της επανάληψης ενός ήδη γνωστού θέματος και υπερασπίζεται τη δυνατότητα μιας νέας πραγμάτευσης. Η σχέση ανάμεσα στις δύο παραγράφους συγκροτεί ένα μετα-ρητορικό πλαίσιο: προτού ο συγγραφέας αναπτύξει την πολιτική του πρόταση, έχει ήδη προετοιμάσει τον αποδέκτη να αναγνωρίσει την αξία της επεξεργασίας, της επιλογής και της διάταξης των επιχειρημάτων.

Η λειτουργία αυτή δεν αποδεικνύει κρυπτικότητα. Δείχνει, όμως, ότι ο πρόλογος συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση των κριτηρίων πρόσληψης. Ο αναγνώστης δεν καλείται απλώς να εξετάσει την πρόταση για την ελληνική ομόνοια και την εκστρατεία κατά των Περσών· καλείται επίσης να αξιολογήσει την ικανότητα του συγγραφέα να ανασυνθέτει γνωστά επιχειρήματα με τρόπο που να παράγει νέα πειστικότητα.

Η έκταση του προοιμίου πρέπει να αντιμετωπιστεί με ανάλογη προσοχή. Οι §§ 1–14 αποτελούν σημαντικό εισαγωγικό τμήμα του λόγου, αλλά η έκτασή τους δεν συνιστά από μόνη της ένδειξη κρυπτικής πρόθεσης. Το ερμηνευτικά κρίσιμο στοιχείο είναι η λειτουργία τους: η εισαγωγή προβάλλει ένα πρότυπο διανοητικής εργασίας και παρουσιάζει τον συγγραφέα ως πολιτικό σύμβουλο, του οποίου η συμβολή δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την καινοτομία του θέματος.

Στον Περὶ Εἰρήνης, η εισαγωγική στρατηγική διαφοροποιείται. Οι αρχικές παράγραφοι προετοιμάζουν την πρόσληψη μιας πρότασης που αντιτίθεται σε καθιερωμένες πολιτικές προσδοκίες. Η επίκληση της παρρησίας και η κριτική της κολακείας δημιουργούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η διαφωνία παρουσιάζεται ως πιθανή υπηρεσία προς την πόλη. Και στις δύο περιπτώσεις, ο πρόλογος δεν λειτουργεί ως ουδέτερος προθάλαμος του επιχειρήματος: συμβάλλει στην κατασκευή του συγγραφικού ήθους και στην οριοθέτηση των κριτηρίων αξιολόγησης.


3. ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Ο όρος «συνένωση των υποθέσεων» μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση, εάν εκληφθεί ως τεχνικός όρος με σταθερό περιεχόμενο σε όλους τους αρχαίους θεωρητικούς. Για τον λόγο αυτό προτιμάται εδώ ο περιγραφικός όρος θεματική σύνθεση, ο οποίος δηλώνει τη σύνδεση του άμεσου αντικειμένου ενός λόγου με ευρύτερα πολιτικά, ηθικά και παιδευτικά ζητήματα.

Ο Περὶ Εἰρήνης προσφέρει σαφές παράδειγμα. Η πραγματολογική αφετηρία του συνδέεται με την ειρήνευση μετά τον Συμμαχικό Πόλεμο (357–355 π.Χ.). Ωστόσο, η επιχειρηματολογία δεν περιορίζεται στην εξέταση μιας διπλωματικής επιλογής. Η ειρήνη γίνεται αφετηρία για ευρύτερη κριτική των πρακτικών που συνδέονται με την αθηναϊκή ηγεμονία, τη διεκδίκηση ισχύος και την αντίληψη ότι η πολιτική επιτυχία ταυτίζεται με την επέκταση της επιρροής της πόλης.

Η μετάβαση αυτή δεν είναι απλή παρέκβαση. Αναπλαισιώνει το πρόβλημα: το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η ειρήνη εξυπηρετεί πρόσκαιρα την Αθήνα, αλλά και ποιο πολιτικό και ηθικό πρότυπο εκφράζει η επιλογή ανάμεσα στην ειρήνη και στην ηγεμονική επέκταση. Η πολιτική αποτελεσματικότητα συνδέεται με την κρίση για τη δικαιοσύνη, τη σωφροσύνη και τη συλλογική ευδαιμονία. Η ειρήνη παρουσιάζεται, έτσι, όχι μόνο ως μέσο αποφυγής του πολέμου, αλλά ως αφορμή επανεξέτασης των αξιών που καθορίζουν την πολιτική συμπεριφορά.

Η ίδια προσοχή απαιτείται κατά την εξέταση της ιστορικής μνήμης στον Πανηγυρικό. Ο Ισοκράτης επιστρατεύει μυθικά και ιστορικά παραδείγματα για να υποστηρίξει την αξίωση της Αθήνας για ηγετικό ρόλο στον ελληνικό κόσμο. Το παρελθόν δεν παρουσιάζεται ως ουδέτερη καταγραφή γεγονότων, αλλά οργανώνεται σύμφωνα με τις ανάγκες μιας πολιτικής πρότασης: η μνήμη επιλέγεται, ιεραρχείται και μετατρέπεται σε επιχείρημα για το παρόν.

Η παρατήρηση αυτή δεν αρκεί, ωστόσο, για να αποδειχθεί ότι ο Ισοκράτης αποσιωπά συστηματικά τις αρνητικές όψεις της αθηναϊκής ηγεμονίας. Η διαπίστωση μιας τέτοιας αποσιώπησης απαιτεί συστηματική σύγκριση συγκεκριμένων ισοκρατικών χωρίων με ανεξάρτητες ιστορικές μαρτυρίες. Χρειάζεται επίσης να διακριθεί η συνειδητή παράλειψη από τη διαφορετική αξιολόγηση του παρελθόντος και από τις συμβάσεις του πανηγυρικού λόγου.

Ο Επιτάφιος στον Θουκυδίδη (2.35–46) και ο Διάλογος των Μηλίων (5.84–116) προσφέρουν χρήσιμα, αλλά όχι ισοδύναμα, σημεία σύγκρισης:

Ο Επιτάφιος: Παρουσιάζει μια δημόσια εγκωμιαστική αναπαράσταση της Αθήνας και των αξιών της.

Ο Διάλογος των Μηλίων: Δραματοποιεί τη σύγκρουση ανάμεσα στην αυτονομία μιας μικρής κοινότητας και στις απαιτήσεις της ηγεμονικής ισχύος.

Οι διαφορετικές λειτουργίες των δύο χωρίων πρέπει να ληφθούν υπόψη: ο Επιτάφιος δεν αποτελεί απλή καταγραφή της αθηναϊκής πολιτικής, όπως και ο Διάλογος των Μηλίων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως αυτούσια έκθεση της καθημερινής πολιτικής ρητορικής της Αθήνας.

Η σύγκριση επιτρέπει, επομένως, να τεθεί ένα ελέγξιμο ερώτημα: πώς διαφορετικά είδη λόγου επιλέγουν και οργανώνουν τις αξίες που αποδίδουν στην αθηναϊκή πολιτική κοινότητα; Στον Πανηγυρικό, η ιστορική μνήμη συμβάλλει στη νομιμοποίηση της πανελλήνιας ενότητας υπό την αθηναϊκή ηγεσία. Η λειτουργία της είναι πολιτική και παιδευτική συγχρόνως, επειδή προσφέρει στον αποδέκτη ένα οργανωμένο πρότυπο αξιολόγησης του παρελθόντος και του παρόντος.

Η ασφαλέστερη διατύπωση δεν είναι ότι ο Ισοκράτης αποκρύπτει μια ήδη διαμορφωμένη «αλήθεια» της ιστορίας, αλλά ότι ανασυνθέτει επιλεκτικά το παρελθόν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της επιχειρηματολογίας του. Η διάκριση αυτή επιτρέπει να αναλυθεί η ιδεολογική λειτουργία του λόγου χωρίς να αποδίδονται στον συγγραφέα προθέσεις που δεν τεκμηριώνονται από το κείμενο.


4. ΕΜΜΕΣΗ ΣΗΜΑΣΙΟΔΟΤΗΣΗ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΗΘΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Η έμμεση σημασιοδότηση είναι χρήσιμη αναλυτική κατηγορία μόνο εφόσον δεν συγχέεται με την απλή πολυσημία ή με την αυθαίρετη απόδοση κρυφών προθέσεων. Ένα χωρίο μπορεί να αποκτά πρόσθετη λειτουργία λόγω της θέσης του στη σύνθεση, της αντίθεσής του προς προηγούμενα επιχειρήματα ή της σχέσης του με τη συγγραφική αυτοπαρουσίαση. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι αποκρύπτει διαφορετικό νόημα από εκείνο που δηλώνει.

Ο Περὶ Εἰρήνης 73–75 είναι ιδιαίτερα χρήσιμος για αυτή τη διάκριση. Ο Ισοκράτης ασκεί οξεία κριτική στην αθηναϊκή ηγεμονία και τη συνδέει με πρακτικές που προσεγγίζουν την τυραννική επιβολή. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζει ότι η κριτική αυτή μπορεί να προκαλέσει αρνητική αντίδραση από το ακροατήριο. Η διαχείριση της πιθανής αντίρρησης και η διευκρίνιση των κινήτρων του ομιλητή συμβάλλουν στην κατασκευή ενός ήθους που παρουσιάζει την αυστηρή κριτική ως πράξη πολιτικής μέριμνας και όχι ως εχθρότητα προς την πόλη.

Η ρητορική αυτή κίνηση δεν αποκρύπτει την πολιτική θέση. Αντιθέτως, την καθιστά πιο αποδεκτή, προσδιορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογηθεί. Ο συγγραφέας δεν ζητεί απλώς να γίνει ανεκτή η διαφωνία του· επιδιώκει να παρουσιαστεί ως αξιόπιστος σύμβουλος, του οποίου η παρρησία διακρίνεται από τη δημαγωγική κολακεία.

Για την ερμηνεία του χωρίου είναι απαραίτητο να διακριθούν τρία επίπεδα:

Ιστορικό πλαίσιο: Η πολιτική κριτική στην Αθήνα του τέταρτου αιώνα διατυπωνόταν μέσα σε περιβάλλον έντονων δημόσιων αντιπαραθέσεων.

Κειμενική τεχνική: Το ίδιο το κείμενο επιτρέπει να εξεταστούν οι τρόποι με τους οποίους ο Ισοκράτης προλαμβάνει πιθανές αντιρρήσεις και παρουσιάζει τα κίνητρά του.

Υπόθεση περί κρυπτικότητας: Η άποψη ότι η τεχνική αυτή αποσκοπούσε στην αποφυγή δικαστικής δίωξης ή στην προστασία ενός κρυμμένου μηνύματος απαιτεί ανεξάρτητα τεκμήρια. Η πολιτική αιχμηρότητα δεν αποδεικνύει από μόνη της φόβο δίωξης ή πρόθεση απόκρυψης.

Η Ἀντίδοσις προσφέρει συμπληρωματική οπτική. Δεν αποτελεί απλή αυτοβιογραφική καταγραφή, αλλά σύνθετη ρητορική παρουσίαση της συγγραφικής ταυτότητας και της παιδευτικής προσφοράς του Ισοκράτη. Η απολογία του για το έργο και τη ζωή του οργανώνει μια εικόνα του συγγραφέα ως δασκάλου, του οποίου η συμβολή πρέπει να αξιολογείται με βάση τη διανοητική και πολιτική ωφέλεια της διδασκαλίας του. Η αυτοπαρουσίαση αυτή δεν είναι εξωτερική προς την επιχειρηματολογία· αποτελεί μέρος της.

Στον Εὐαγόρα, αντίστοιχα, ο εγκωμιαστικός λόγος συνδέει την αναπαράσταση ενός προσώπου με την προβολή ηθικών και πολιτικών αξιών. Το παράδειγμα αποκτά παιδευτική λειτουργία όταν ο αποδέκτης καλείται να διακρίνει ποιες πράξεις, αρετές και επιλογές παρουσιάζονται ως άξιες μίμησης. Η παιδεία δεν περιορίζεται στην απομνημόνευση κανόνων, αλλά περιλαμβάνει την άσκηση της κρίσης μέσα από την εξέταση οργανωμένων παραδειγμάτων.

Στα έργα αυτά, επομένως, η συγγραφική αυθεντία, η πολιτική επιχειρηματολογία και η παιδευτική λειτουργία αλληλοσυνδέονται. Η σύνδεση αυτή υποστηρίζει την πολυεπίπεδη ανάγνωση, χωρίς να επιβάλλει την υπόθεση μιας κρυφής διδασκαλίας.


5. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΤΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ ΣΕ ΔΥΟ ΚΕΙΜΕΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Για να έχει το προτεινόμενο μοντέλο αναλυτική και όχι απλώς οργανωτική αξία, πρέπει να εφαρμοστεί σε συγκεκριμένα χωρία. Η εφαρμογή που ακολουθεί διακρίνει έξι στάδια:
Γραμματική και συντακτική ανάλυση

Δομική ανάλυση
Συσχέτιση με παράλληλα χωρία
Ιστορικός έλεγχος
Εξέταση εναλλακτικών ερμηνειών
Κλιμάκωση της βεβαιότητας

5.1. Πανηγυρικός 8 και 14: Η αξιολόγηση της ρητορικής επεξεργασίας

Στάδιο ΑνάλυσηςΠεριγραφή και Ερμηνευτικό Ευρήμα
1. Γραμματική / Συντακτική ανάλυσηΣτην § 8, ο Ισοκράτης περιγράφει τη δυνατότητα του ρητορικού λόγου να μεταβάλλει τον τρόπο παρουσίασης ενός αντικειμένου: να υποβαθμίζει το μεγάλο, να προσδίδει μέγεθος στο μικρό και να παρουσιάζει διαφορετικά το παλαιό και το νέο. Η σύνταξη οργανώνει μια σειρά αντιθέσεων, μέσω των οποίων προβάλλεται η ευρύτητα των δυνατοτήτων της ρητορικής επεξεργασίας. Στην § 14, το ζήτημα της επανάληψης ήδη γνωστών θεμάτων μετατρέπεται σε αντικείμενο ρητής υπεράσπισης.
2. Δομική ανάλυσηΚαι τα δύο χωρία ανήκουν στον πρόλογο, πριν από την πλήρη ανάπτυξη της πολιτικής πρότασης. Η θέση τους σημαίνει ότι ο συγγραφέας διαμορφώνει εκ των προτέρων το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αξιολογηθεί το υπόλοιπο έργο. Το πολιτικό επιχείρημα προετοιμάζεται από μια συζήτηση για την αξία της ίδιας της ρητορικής πράξης.
3. Συσχέτιση με παράλληλα χωρίαΗ αυτοπαρουσίαση του Ισοκράτη στην Ἀντίδοσιν επιτρέπει να εξεταστεί ευρύτερα η σχέση ανάμεσα στη ρητορική, τη φρόνηση και την παιδευτική του ταυτότητα. Η συσχέτιση, ωστόσο, πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα χωρία και όχι μόνο σε γενική ομοιότητα θεμάτων. Αντίστοιχα, οι συμβουλευτικοί λόγοι του Ισοκράτη μπορούν να προσφέρουν συγκριτικό υλικό για την έννοια της διανοητικής άσκησης, χωρίς να θεωρείται δεδομένο ότι κάθε κοινό μοτίβο επιτελεί ακριβώς την ίδια λειτουργία.
4. Ιστορικός έλεγχοςΗ επανάληψη ενός πανελλήνιου θέματος δεν αποτελούσε ασυνήθιστη συνθήκη στον δημόσιο και επιδεικτικό λόγο. Η καινοτομία, επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί μόνο από το γεγονός ότι ο Ισοκράτης αναλαμβάνει ένα ήδη συζητημένο αντικείμενο. Χρειάζεται να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο ανασυνθέτει το υλικό και το συνδέει με τη δική του πολιτική πρόταση.
5. Εξέταση εναλλακτικών ερμηνειώνΜια απλή ανάγνωση θα έβλεπε στις §§ 8 και 14 μια δικαιολόγηση της επιλογής του συγγραφέα να πραγματευθεί ξανά ένα γνωστό θέμα. Η πολυεπίπεδη ανάγνωση δεν αναιρεί αυτή την εξήγηση, αλλά την επεκτείνει: ο Ισοκράτης μετατοπίζει την αξιολόγηση από την πρωτοτυπία του αντικειμένου στην ποιότητα της διανοητικής επεξεργασίας. Με αυτόν τον τρόπο διεκδικεί για τη ρητορική τέχνη κεντρική θέση στην παραγωγή πολιτικά χρήσιμης γνώσης.
6. Κλιμάκωση της βεβαιότηταςΜε υψηλό βαθμό βεβαιότητας μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο πρόλογος καθοδηγεί την αξιολόγηση του έργου και προβάλλει τη συγγραφική αυθεντία. Δεν τεκμηριώνεται, ωστόσο, ότι οι παράγραφοι περιέχουν κρυφό πολιτικό μήνυμα. Το ερμηνευτικό αποτέλεσμα αφορά τη μετα-ρητορική λειτουργία του προοιμίου, όχι την απόκρυψη νοήματος.
5.2. Περὶ Εἰρήνης 73–75: Πολιτική κριτική και διαχείριση της πρόσληψης


Στάδιο ΑνάλυσηςΠεριγραφή και Ερμηνευτικό Ευρήμα
1. Γραμματική / Συντακτική ανάλυσηΣτις §§ 73–75, ο Ισοκράτης διαχειρίζεται την πιθανότητα να εκληφθεί η κριτική του ως εσκεμμένη κατηγορία εναντίον της πόλης. Η αναφορά στην πιθανή αντίδραση του ακροατηρίου συνδέεται με την ευρύτερη καταγγελία της αθηναϊκής ηγεμονικής πρακτικής. Η γλωσσική κίνηση δεν αναιρεί το περιεχόμενο της κριτικής· το εντάσσει σε μια επιχειρηματολογία για τα κίνητρα και την αξιοπιστία του ομιλητή.
2. Δομική ανάλυσηΤο χωρίο βρίσκεται στο σημείο όπου η κριτική της ηγεμονίας αποκτά ιδιαίτερη ένταση. Η αναφορά στην πιθανή δυσφορία του ακροατηρίου δεν είναι απομονωμένη παρατήρηση, αλλά μέρος της προσπάθειας να συνδεθεί η αυστηρή πολιτική κρίση με το συμφέρον της πόλης.
3. Συσχέτιση με παράλληλα χωρίαΟι λόγοι Ἀρεοπαγιτικός και Παναθηναϊκός μπορούν να προσφέρουν συγκριτικό υλικό για την αυτοπαρουσίαση του Ισοκράτη ως συμβούλου και για τη σχέση ανάμεσα στην πολιτική κριτική και στην αξίωση παιδευτικής αυθεντίας. Η σύγκριση, όμως, χρειάζεται να εξετάζει συγκεκριμένες λεκτικές και δομικές ομοιότητες, αντί να εξισώνει εκ των προτέρων διαφορετικά συμφραζόμενα.
4. Ιστορικός έλεγχοςΟ Συμμαχικός Πόλεμος είχε αποδυναμώσει τη Β΄ Αθηναϊκή Συμμαχία και καθιστά κατανοητή τη σημασία της συζήτησης για την ειρήνη και τις μορφές αθηναϊκής ηγεμονίας. Το πλαίσιο αυτό βοηθά να ερμηνευθεί η πολιτική αιχμή του λόγου, αλλά δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι ο συγγραφέας φοβόταν δικαστική δίωξη ή ότι έπρεπε να αποκρύψει τις θέσεις του.
5. Εξέταση εναλλακτικών ερμηνειώνΣύμφωνα με την υπόθεση της κρυπτικότητας, η προληπτική διαχείριση των αντιδράσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί προσπάθεια προστασίας του συγγραφέα από πολιτικές συνέπειες. Η εξήγηση αυτή, ωστόσο, υπερβαίνει τα άμεσα δεδομένα του χωρίου. Η εναλλακτική ανάγνωση είναι ότι ο Ισοκράτης επιδιώκει να εμφανίσει την κριτική του ως μορφή παρρησίας και πολιτικής μέριμνας, διακρίνοντάς την από την κολακεία και τη δημαγωγία. Αυτή η ερμηνεία εξηγεί τη ρητορική λειτουργία του χωρίου χωρίς να προϋποθέτει απόκρυψη.
6. Κλιμάκωση της βεβαιότηταςΗ διαχείριση της πρόσληψης και η κατασκευή ενός αξιόπιστου συμβουλευτικού ήθους τεκμηριώνονται ισχυρότερα από την υπόθεση περί φόβου διώξεων. Η τελευταία πρέπει να παραμείνει μη αποδεδειγμένη, εφόσον δεν προσκομίζονται ανεξάρτητες ιστορικές μαρτυρίες. Η εφαρμογή του μοντέλου αποδίδει, συνεπώς, ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα: διακρίνει τη ρητορική διαχείριση της πολιτικής κριτικής από την αυστηρότερη και πολύ πιο απαιτητική υπόθεση της κρυπτικότητας.
Οι δύο εφαρμογές υποδεικνύουν ότι το μοντέλο δεν είναι απλώς κατάλογος βημάτων. Επιτρέπει να διαχωριστούν διαφορετικά επίπεδα ισχυρισμών και να προσδιοριστεί ποια συμπεράσματα υποστηρίζονται από το κείμενο και ποια παραμένουν υποθετικά.


6. Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ

Η σύγχρονη έρευνα για τον Ισοκράτη δεν πρέπει να περιγραφεί ως απλή μετάβαση από μια παλαιότερη υποτίμηση σε μια νεότερη ανακάλυψη της πολιτικής σημασίας του. Οι μελέτες των Too και Poulakos προσεγγίζουν διαφορετικές όψεις της ισοκρατικής γραφής και παιδείας:
Yun Lee Too: Αναδεικνύει τη σχέση ανάμεσα στη γραφή, την εξουσία και την κατασκευή ταυτότητας.

Takis Poulakos: Εξετάζει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ισοκράτη σε συνάρτηση με τις πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές της εποχής του.

Οι προσεγγίσεις αυτές αποτελούν ουσιώδη πλαίσια για την παρούσα ανάλυση, χωρίς να καταργούν την ανάγκη ειδικής εξέτασης των επιμέρους χωρίων.

Η συμβολή του άρθρου δεν έγκειται στον ισχυρισμό ότι η ρητορική του Ισοκράτη συνδέεται με την παιδεία και την πολιτική: αυτή η σύνδεση αποτελεί ήδη κεντρικό ζήτημα της ισοκρατικής έρευνας. Η προτεινόμενη συμβολή είναι μεθοδολογική. Το άρθρο αντιμετωπίζει την εισαγωγική διάταξη, τη θεματική σύνθεση, την ιστορική αναπαράσταση, τη συγγραφική αυτοπαρουσίαση και την έμμεση σημασιοδότηση ως αλληλένδετες μεταβλητές μιας ενιαίας διαδικασίας καθοδήγησης της αναγνωστικής κρίσης.

Το μοντέλο περιλαμβάνει έξι στάδια:

Γραμματική και συντακτική ανάλυση
Δομική ανάλυση
Συσχέτιση με παράλληλα χωρία
Ιστορικό έλεγχο
Εξέταση εναλλακτικών ερμηνειών
Κλιμάκωση της βεβαιότητας

Η χρησιμότητά του έγκειται κυρίως στο τελευταίο στάδιο: ο ερευνητής καλείται να διακρίνει ανάμεσα σε άμεσα τεκμηριωμένο συμπέρασμα, εύλογη ερμηνευτική υπόθεση και μη αποδεδειγμένη εικασία.

Η εφαρμογή του στα δύο επιλεγμένα παραδείγματα δείχνει ότι η πολυεπίπεδη ανάγνωση μπορεί να προσφέρει περισσότερα από μια απλή περιγραφή του περιεχομένου. Στον Πανηγυρικό, αναδεικνύει τη μετα-ρητορική λειτουργία του προοιμίου· στον Περὶ Εἰρήνης, διακρίνει τη διαχείριση της πολιτικής πρόσληψης από την υπόθεση της απόκρυψης. Το μοντέλο, ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρηθεί ολοκληρωμένο μόνο επειδή εφαρμόστηκε σε δύο περιπτώσεις. Η ευρύτερη αξία του θα κριθεί από τη δυνατότητα εφαρμογής του σε περισσότερα έργα και από τη σύγκρισή του με εναλλακτικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις.


7. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η εξέταση του Πανηγυρικοῦ, του Περὶ Εἰρήνης, της Ἀντιδόσεως και του Εὐαγόρα υποστηρίζει την άποψη ότι η ισοκρατική ρητορική λειτουργεί συγχρόνως ως πολιτική επιχειρηματολογία και ως πρακτική διαμόρφωσης της αναγνωστικής κρίσης. Οι πρόλογοι προετοιμάζουν τα κριτήρια πρόσληψης, η θεματική σύνθεση συνδέει συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις με ευρύτερες ηθικές αξιολογήσεις, η συγγραφική αυτοπαρουσίαση συγκροτεί την αυθεντία του συμβούλου και η επιλογή ιστορικών παραδειγμάτων οργανώνει την πρόσληψη του παρελθόντος.

Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη συστηματικής μυστικής διδασκαλίας. Η πολιτική αιχμηρότητα ενός χωρίου, η πρόληψη πιθανών αντιρρήσεων και η σύνθετη διάταξη των θεμάτων δεν αποτελούν από μόνες τους τεκμήρια κρυπτικότητας. Η έμμεση σημασιοδότηση αποτελεί ασφαλέστερη ερμηνευτική κατηγορία, εφόσον χρησιμοποιείται για να περιγράψει πρόσθετες λειτουργίες που αιτιολογούνται από τη γλώσσα, τη δομή και τα συμφραζόμενα του κειμένου.

Η προτεινόμενη μεθοδολογική συμβολή έγκειται στη συστηματική σύνδεση αυτών των επιπέδων και στην απαίτηση να δηλώνεται ρητά ο βαθμός βεβαιότητας κάθε συμπεράσματος. Η εφαρμογή σε δύο χωρία δείχνει πώς το μοντέλο μπορεί να αναδείξει τη μετα-ρητορική λειτουργία ενός προοιμίου και τη διαχείριση της πολιτικής πρόσληψης χωρίς να καταφεύγει σε μη τεκμηριωμένες υποθέσεις περί κρυφών προθέσεων.

Η κρυπτικότητα παραμένει, επομένως, ενδεχόμενο που πρέπει να αποδεικνύεται κατά περίπτωση. Η παιδευτική πολυπλοκότητα της ισοκρατικής ρητορικής συνιστά ισχυρότερη αφετηρία, επειδή μπορεί να διερευνηθεί με άμεση αναφορά στη γλώσσα, στη σύνθεση και στην πολιτική λειτουργία των κειμένων. Η περαιτέρω αξιολόγηση του προτεινόμενου μοντέλου προϋποθέτει συστηματική εφαρμογή σε μεγαλύτερο σώμα χωρίων και πλήρη επαλήθευση της πρωτογενούς και δευτερογενούς τεκμηρίωσης.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πρωτογενείς Πηγές
  • Αριστοτέλης. Ars Rhetorica. Επιμ. W. D. Ross. Oxford: Clarendon Press, 1959.
  • Θουκυδίδης. Historiae. Επιμ. H. Stuart Jones, με αναθεώρηση του J. E. Powell. 2 τόμοι. Oxford: Clarendon Press, 1942.
  • Ισοκράτης. Isocrates, with an English Translation. Επιμ. και μτφρ. George Norlin. 3 τόμοι. Loeb Classical Library. Cambridge, MA: Harvard University Press, 1928–1945.
  • Ισοκράτης. Greek Orators III: Isocrates, Panegyricus and To Nicocles. Επιμ., μτφρ. και σχόλια Stephen Usher. Warminster: Aris & Phillips, 1990.
Δευτερογενής Βιβλιογραφία
  • Poulakos, Takis. Speaking for the Polis: Isocrates’ Rhetorical Education. Columbia: University of South Carolina Press, 1997.
  • Too, Yun Lee. The Rhetoric of Identity in Isocrates: Text, Power, Pedagogy. Cambridge: Cambridge University Press, 1995.



author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him