Από το Τέλμα του Ρεαλισμού στο Δέον: Η Κρίση της Παιδαγωγικής

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Πτυχιοῦχος Κλασσικῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Μεταπτυχιακός τοῦ Τομέα Ἐπιστημῶν τῆς Ἀγωγῆς, 
«Ἐφηρμοσμένη Παιδαγωγική», Διδακτική - Προγράμματα Σπουδῶν, Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Ὑπ. Δρ. Κλασσικῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


Η Ψευδαίσθηση της Παιδαγωγικής και το Ύψος του Μέτρου: 
Από το Τέλμα του Ρεαλισμού στην Ανύψωση του Δέοντος


stagnat_vel_ratio_technocratica


Ι. Η Θεσμική Αυταρέσκεια και η Τεχνοκρατική «Αξιολόγηση»

Η πρόσφατη δημόσια θύελλα γύρω από τα νέα σχολικά εγχειρίδια και τις αμφιλεγόμενες εικαστικές αποτυπώσεις στα προγράμματα του Δημοτικού σχολείου δεν αποτελεί απλώς μια συγκυριακή ιδεολογική αντιπαράθεση. Ανέδειξε με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο μια βαθιά παθογένεια του σύγχρονου εκπαιδευτικού μας συστήματος: το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην κρατική τεχνοκρατία και τα ζωντανά πνευματικά αντανακλαστικά της κοινωνίας.

Απέναντι στις εύλογες αντιδράσεις γονέων και εκπαιδευτικών, το Υπουργείο Παιδείας και το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) αντέταξαν την τυπική επίκληση της θεσμικής νομιμότητας. Διατείνονται ότι τα εγχειρίδια πέρασαν από ειδικές επιτροπές αξιολόγησης, πως «οικείοι επιστήμονες, παιδαγωγοί και κριτές» έλεγξαν την παιδαγωγική καταλληλότητα και διασφάλισαν την απουσία προκαταλήψεων ή παράνομων διακρίσεων.

Εδώ ακριβώς ανακύπτει το κομβικό, αμείλικτο ερώτημα: Ποιος ορίζει τελικά τι συνιστά «παιδαγωγική καταλληλόλητα» σήμερα; Είναι οι κριτές του ΙΕΠ αποκομμένοι από τα θεμελιώδη αξiακά θεμέλια της παράδοσης, εφαρμόζοντας εισαγόμενα, τεχνοκρατικά πρότυπα που εξυπηρετούν μια αποστειρωμένη ατζέντα, ή μήπως η κοινωνία μας είναι εκείνη που «ασφυκτιά» κάτω από το βάρος μιας βεβιασμένης ισοπέδωσης;
Για να αποκωδικοποιήσουμε αυτό το καίριο ερώτημα, οφείλουμε να το εξετάσουμε όχι ως ένα απλό ιδεολογικό δίπολο, αλλά ως τη βαθύτερη σύγκρουση δύο ασυμβίβαστων κόσμων: του τεχνοκρατικού «εκσυγχρονισμού» των γραφείων και της βιωμένης ιστορικής πραγματικότητας της κοινωνίας.

Η ανάλυση αυτής της διπλής πραγματικότητας αποκαλύπτει γιατί η «παιδαγωγική καταλληλόλητα» που ευαγγελίζονται οι θεσμοί καταντά συχνά εργαλείο αποσύνθεσης αντί ανύψωσης.

1. Η πρώτη εκδοχή: Οι κριτές του ΙΕΠ και η αποκοπή από την παράδοση
Η Θέση: Οι σύγχρονοι τεχνοκράτες της αξιολόγησης λειτουργούν συχνά ως εντολοδόχοι μιας αποστειρωμένης, διεθνοποιημένης ατζέντας. Είναι βαθύτατα αποκομμένοι από τα θεμελιώδη αξιακά θεμέλια της ελληνικής παράδοσης, την οποία αντιμετωπίζουν όχι ως ζώσα πηγή ζωής και μέτρου, αλλά ως ένα «εμπόδιο» που πρέπει να ξεπεραστεί ή να αναμορφωθεί σύμφωνα με τα τρέχοντα ευρωπαϊκά ή παγκόσμια πρότυπα κοινωνικής μηχανικής.
Το Παράδειγμα της «Ουδετερότητας» και της Αποδόμησης: Όταν στα σχολικά εγχειρίδια (ειδικά στις μικρές ηλικίες του Δημοτικού) επιχειρείται συστηματικά η αλλοίωση ή η υποβάθμιση των παραδοσιακών αρχετύπων της οικογένειας και της πατρίδας στο όνομα μιας δήθεν «ουδετερότητας», το ΙΕΠ δεν εφαρμόζει παιδαγωγική επιστήμη, αλλά ιδεολογική κατήχηση.

Όταν εισάγονται εικόνες ή κείμενα που θολώνουν τα όρια των φυσικών ρόλων και των διαχρονικών αξιών, οι επιτροπές αγνοούν προκλητικά το πώς λειτουργεί η παιδική ψυχή. Τα παιδιά δεν χρειάζονται έναν άκριτο καθρέφτη των κοινωνικών πειραμάτων των ενηλίκων· χρειάζονται σταθερές, φωτεινές αναφορές (το δέον). Η εμμονή των τεχνοκρατών να «χωρέσουν» την κοινωνία σε ένα κλινικό, εισαγόμενο καλούπι συμπερίληψης καταλήγει να ισοπεδώνει την πολιτισμική ιδιαιτερότητα και να αποξενώνει τους μαθητές από τις ρίζες τους.

2. Η δεύτερη εκδοχή: Η κοινωνία που «ασφυκτιά» κάτω από τη βεβιασμένη ισοπέδωση
Η Θέση: Η άλλη όψη του νομίσματος δεν σημαίνει ότι η κοινωνία είναι απλώς «οπισθοδρομική» ή ότι «κολλάει σε αγκυλώσεις», όπως συχνά την κατηγορούν οι θεσμικοί κύκλοι. Αντίθετα, η κοινωνία αντιδρά επειδή αισθάνεται ότι της επιβάλλεται άνωθεν μια βίαιη ισοπέδωση, μια τεχνητή ανατροπή των φυσικών και ηθικών ορίων της.
Το Παράδειγμα της Εργαλειοποίησης της Εκπαίδευσης: Η ελληνική κοινωνία —παρά τις κρίσεις και τις παθογένειές της— διατηρεί ακόμα ζωντανά αντανακλαστικά οικογενειακής συνοχής, αίσθησης του μέτρου και σεβασμού στην ιστορική της συνέχεια. Όταν οι γονείς βλέπουν τα βιβλία των παιδιών τους να μετατρέπονται σε πεδία δοκιμών μιας ψευδεπίγραφης «προόδου», η αντίδρασή τους δεν είναι φόβος προς το καινούργιο, αλλά ένστικτο αυτοσυντήρησης.

Η κοινωνία ασφυκτιά διότι βλέπει το σχολείο —από χώρο μόρφωσης, αγωγής και ελευθερίας της σκέψης— να μεταλλάσσεται σε μηχανισμό μαζικής παραγωγής «υπηκόων» μιας παγκοσμιοποιημένης ισοπέδωσης, όπου το μηδενικό μέτρο και η απουσία ιδανικών παρουσιάζονται ως δήθεν «ελευθερία».

Ποιος τελικά δικαιώνεται; Αν συνδέσουμε τα παραπάνω με την αριστοτελική διάκριση που προηγήθηκε, η αλήθεια καθίσταται διαυγής:

Οι κριτές του ΙΕΠ, υπηρετώντας τον απόλυτο ρεαλισμό (τον σύγχρονο, πεζό «Ευριπιδισμό» των αδυναμιών και των παθών), προσπαθούν να πείσουν την κοινωνία ότι η πρόοδος συνίσταται στην αποδοχή της παρακμής ως κανονικότητας. Από την άλλη, η κοινωνία —στα βαθύτερα, αυθεντικά της στρώματα— διψάει για το δέον γενέσθαι του Σοφοκλή: ζητάει δηλαδή ένα σχολείο που θα ανυψώνει τα παιδιά, θα τα θωρακίζει με ηθικό σθένος και θα τα διδάσκει ότι η ελευθερία δεν είναι η ασυδοσία του περιττού, αλλά η κατάκτηση του ύψους.

Απέναντι σε αυτό το δίλημμα, η απάντηση του αληθινού δασκάλου είναι μονόδρομος: η παιδεία δεν ευθυγραμμίζεται με τα χαμηλότερα ένστικτα της εποχής· τα υπερβαίνει.

Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μέσα από τους διαδρόμους της γραφειοκρατικής αυταρέσκειας. Απαιτεί μια επιστροφή στις ρίζες του ίδιου του πνεύματος της παιδείας, εκεί όπου οι μεγάλοι διδάσκαλοι του γένους και της παγκόσμιας σκέψης όρισαν το χρέος του ανθρώπου.

ΙΙ. Η Τραγωδία ως Υψίστη Διδασκαλία

Για να κατανοήσουμε τι εστί «παιδαγωγικό», οφείλουμε να ανατρέξουμε στην πηγή από την οποία γεννήθηκε η ίδια η έννοια της πνευματικής αγωγής στον δυτικό πολιτισμό: το αρχαίο ελληνικό δράμα. Στην κλασική Αθήνα, ο τραγικός ποιητής δεν κατείχε απλώς τον τίτλο του συγγραφέα· ήταν ο διδάσκαλος. Η ίδια η διαδικασία της παράστασης ονομαζόταν διδασκαλία.

Το αρχαίο θέατρο δεν δημιουργήθηκε για να ψυχαγωγήσει με την ευτελή, σύγχρονη έννοια του όρου ούτε για να αποτελέσει έναν άκριτο καθρέφτη των αδυναμιών της εποχής. Υπήρξε το ύψιστο σχολείο του πολίτη. Μέσα από τον μύθο, το μέτρο, τη σύγκρουση και την κάθαρση, οι ποιητές διαπαιδαγωγούσαν την ψυχή, θέτοντας τα αιώνια όρια της ανθρώπινης φύσης απέναντι στην ὕβριν και την αυτογνωσία.

Όταν, λοιπόν, οι σύγχρονες επιτροπές του ΙΕΠ επικαλούνται την «παιδαγωγική καταλληλόλητα» για να νομιμοποιήσουν την εισαγωγή εικόνων και προτύπων που αναπαράγουν την ωμή, κατακερματισμένη πραγματικότητα των παθών στις τρυφερές και ευάλωτες ψυχές των παιδιών, αγνοούν την ίδια την ουσία της διδασκαλίας.


ΙΙΙ. Ο Ρεαλισμός του Ευριπίδη και το Ιδεατό του Σοφοκλή: Το Αιώνιο Δίλημμα

Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι καινούργια· είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η κριτική σκέψη. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική, οι τρεις μεγάλοι τραγικοί διακρίθηκαν ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο προσέγγισαν την ανθρώπικη φύση. Ο Σοφοκλής, συνοψίζοντας τη δική του δραματική τεχνική έναντι του Ευριπίδη, διατύπωσε το μέγιστο αξiωμα: ο ίδιος παρουσίαζε τους ανθρώπους όπως έπρεπε να είναι (οἷα δεῖ), ενώ ο Ευριπίδης όπως είναι στην πραγματικότητα (οἷα ἔστιν).

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του παιδαγωγικού προβλήματος:

Ο Ευριπίδης εισηγήθηκε τον απόλυτη ρεαλισμό, την ψυχολογική απογύμνωση, φέρνοντας στη σκηνή τα πάθη, τις αδυναμίες και την πεζή πραγματικότητα του ανθρώπου ακριβώς όπως βιώνεται στην καθημερινότητά του.

Ο Σοφοκλής, αντίθετα, κράτησε ψηλά το ιδεατό πρότυπο, το δέον γενέσθαι, διαφυλάσσοντας την ηθική ανωτερότητα, το μέτρο και το αριστοκρατικό σθένος.

Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα: Τι αρμόζει σε έναν αληθινό δάσκαλο; Είναι παιδαγωγικό να εκθέτουμε τα παιδιά —ιδίως εκείνα που στερούνται ακόμη ώριμης κριτικής σκέψης— στην άνευ όρων αναπαραγωγή των ανθρώπινων παθών και της ωμής πραγματικότητας;

Η απάντηση είναι κατηγορηματικά αρνητική. Το να σερβίρουμε την τρέχουσα, ισοπεδωτική πραγματικότητα ως δήθεν «προοδευτική» κανονικότητα δεν συνιστά πρόοδο· συνιστά πνευματικό τέλμα. Η εκπαίδευση παραιτείται από τον λυτρωτικό της ρόλο όταν καταντάει απλός καθρέφτης της κοινωνικής παρακμής.


IV. Η Διαχρονική Δικαίωση και η Μεταφυσική Τάξη

Η ιστορία του πνεύματος έχει ήδη εκδώσει την ετυμηγορία της. Ποιος από τους δύο μεγάλους δραματουργούς είχε τη βαθύτερη, διαχρονικότερη απήχηση στις ψυχές των ανθρώπων όλων των εποχών; Ο Σοφοκλής. Εκείνος που ύψωσε τον άνθρωπο στο μέτρο του θείου και του ιδεατού.

Ακόμη και αν προσεγγίσουμε το ζήτημα με όρους υπερβατικούς, η ίδια η παράδοση δεν έμεινε αμέτοχη. Το τέλος του Ευριπίδη —ο οποίος, σύμφωνα με τον μύθο, κατασπαράχθηκε από σκυλιά— λειτούργησε στη λαϊκή και μεταφυσική συνείδηση ως συμβολική εκδίκηση της ηθικής τάξης απέναντι στην αποδόμηση του μέτρου. Η αποκοπή από την υψηλή πυξίδα και η άνευ όρων παράδοση στον ψυχικό κατακερματισμό τιμωρείται, αργά ή γρήγορα, από τους αμετάθετους νόμους της φύσης και του πνεύματος.


V. Η Παιδεία ως «Ακόνι» της Ελευθερίας

Η σύγχρονη τεχνοκρατική «παιδαγωγική» του ΙΕΠ, επιχειρώντας να επιβάλει άνωθεν τα πρότυπα μιας πεζής και συχνά αποσαθρωμένης πραγματικότητας, αποτυγχάνει παταγωδώς στον προορισμό της.

Παιδαγωγικό και αρμόζον σε συνειδητούς δασκάλους δεν είναι να χαϊδεύουμε τα χαμηλά ένστικτα ούτε να αναπαράγουμε τα αδιέξοδα της εποχής μας στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης «συμπερίληψης». Παιδαγωγικό είναι να δείχνουμε το μέτρο και το ιδεατό πρότυπο.

Η αληθινή Φιλολογία και η γνήσια παιδεία δεν είναι μουσειακά είδη του παρελθόντος, αλλά το «ακόνι» που προετοιμάζει τον άνθρωπο για την ελευθερία, διδάσκοντάς του ότι η μόνη αληθινή αναπηρία είναι η εξάρτηση από το περιττό, το φτηνό και το πρόσκαιρο. Απέναντι στην ισοπέδωση του τελματος, η μόνη οδός παραμένει η ανάβαση προς το δέον γενέσθαι.




author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him