Λυσίου Ὑπὲρ Μαντιθέου: «Ἐκ τῶν ἔργων σκοπεῖν» (Ανάλυση για τη Β΄ Λυκείου)

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Πτυχιοῦχος Κλασσικῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Μεταπτυχιακός τοῦ Τομέα Ἐπιστημῶν τῆς Ἀγωγῆς, 
«Ἐφηρμοσμένη Παιδαγωγική», Διδακτική - Προγράμματα Σπουδῶν, Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Ὑπ. Δρ. Κλασσικῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


LYSIAS_ORATIO_PRO_MANTITHEO_DE_IUDICIO_OPERUM_AD_GYMNASIUM


Τῶν τοίνυν ἄλλων στρατειῶν καὶ φρουρῶν οὐδεμιᾶς ἀπελείφθην πώποτε, ἀλλὰ πάντα τὸν χρόνον διατετέλεκα μετὰ τῶν πρώτων μὲν τὰς ἐξόδους ποιούμενος, μετὰ τῶν τελευταίων δὲ ἀναχωρῶν. καίτοι χρὴ τοὺς φιλοτίμως καὶ κοσμίως πολιτευομένους ἐκ τῶν τοιούτων σκοπεῖν, ἀλλ᾽ οὐκ εἴ τις κομᾷ, διὰ τοῦτο μισεῖν· τὰ μὲν γὰρ τοιαῦτα ἐπιτηδεύματα οὔτε τοὺς ἰδιώτας οὔτε τὸ κοινὸν τῆς πόλεως βλάπτει, ἐκ δὲ τῶν κινδυνεύειν ἐθελόντων πρὸς τοὺς πολεμίους ἅπαντες ὑμεῖς ὠφελεῖσθε. ὥστε οὐκ ἄξιον ἀπ᾽ ὄψεως, ὦ βουλή, οὔτε φιλεῖν οὔτε μισεῖν οὐδένα, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ἔργων σκοπεῖν· πολλοὶ μὲν γὰρ μικρὸν διαλεγόμενοι καὶ κοσμίως ἀμπεχόμενοι μεγάλων κακῶν αἴτιοι γεγόνασιν, ἕτεροι δὲ τῶν τοιούτων ἀμελοῦντες πολλὰ κἀγαθὰ ὑμᾶς εἰσιν εἰργασμένοι.

📜Μετάφραση

«Από καμία λοιπόν από τις άλλες στρατιωτικές εκστρατείες και φρουρές δεν έλειψα ποτέ, αλλά καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου εξακολουθούσα να κάνω τις εξόδους μαζί με τους πρώτους και να αποχωρώ τελευταίος. Κι όμως, όσοι πολιτεύονται με φιλοτιμία και ευπρέπεια πρέπει να κρίνονται από τέτοια πράγματα, και όχι να μισεί κάποιος επειδή άλλος έχει μακριά μαλλιά. Γιατί τέτοιες συνήθειες ούτε τους ιδιώτες ούτε το σύνολο της πόλης βλάπτουν, ενώ από εκείνους που είναι πρόθυμοι να κινδυνεύουν εναντίον των εχθρών ωφελείστε όλοι σας. Ώστε δεν είναι σωστό, ω Βουλή, ούτε να αγαπά ούτε να μισεί κανέναν βάσει της εμφάνισης, αλλά να τον κρίνει από τα έργα· διότι πολλοί που μιλούν λίγο και ντύνονται κόσμια έχουν γίνει υπαίτιοι μεγάλων συμφορών, ενώ άλλοι που αδιαφορούν για τέτοια πράγματα σας έχουν προσφέρει πολλά και μεγάλα αγαθά.»


🏛️ Γραμματικό & Συντακτικό Υπόμνημα

Βασικά Σχήματα & Έννοιες:

Αντίθεση: Αντιπαρατίθεται η εξωτερική εμφάνιση/κοσμιότητα (ή η προκατάληψη γι' αυτήν) με την ουσιαστική προσφορά στο πεδίο της μάχης και τον κίνδυνο υπέρ της πατρίδας.

Μετωνυμία / Συνεκδοχή: Το «κομᾷ» (φέρει μακριά μαλλιά/κόμη) χρησιμοποιείται συμβολικά για να δηλώσει τα αμφιλεγόμενα ή εκκεντρικά εξωτερικά γνωρίσματα που συχνά προκαλούν άδικες προκαταλήψεις στους δικαστές/βουλευτές.


📌 Συντακτική Ανάλυση του κειμένου (κατά προτάσεις / περιόδους)


1η Περίοδος: «Τῶν τοίνυν ἄλλων στρατειῶν καὶ φρουρῶν οὐδεμιᾶς ἀπελείφθην πώποτε, ἀλλὰ πάντα τὸν χρόνον διατετέλεκα μετὰ τῶν πρώτων μὲν τὰς ἐξόδους ποιούμενος, μετὰ τῶν τελευταίων δὲ ἀναχωρῶν.»

  • οὐδεμιᾶς ἀπελείφθην: ἀπελείφθην: Ρήμα (α' ενικ. αορίστου β' του ἀπολείπομαι). οὐδεμιᾶς: Επιθετικός προσδιορισμός στο εννοούμενο (ή από κοινού με τις γενικές) στρατιᾶς/φρουρᾶς, ή γενική αντικειμενική / διαιρετική εξαρτημένη από το ρήμα (ή γενική γενική της απομάκρυνσης/στερήσεως).
  • τῶν στρατειῶν καὶ φρουρῶν: Γενικές διαιρετικές (ή αντικειμενικές) εξαρτημένες από το οὐδεμιᾶς (ή από το στερητικό/αποχωριστικό ρήμα ἀπελείφθην). Συνδέονται συμπλεκτικά με το καὶ.
  • τοίνυν: Μεταβατικός / συμπερασματικός σύνδεσμος.
  • πώποτε: Επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου (χρονικό επίρρημα).
  • ἀλλὰ: Παρατακτικός αντιθετικός σύνδεσμος.
  • πάντα τὸν χρόνον: Επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου (αιτιατική του διάρκειας του χρόνου).
  • διατετέλεκα: Ρήμα (α' ενικ. παρακειμένου του διατελῶ).
  • μετὰ τῶν πρώτων μὲν ... μετὰ τῶν τελευταίων δὲ: Διάρθρωση με τα συμπλεκτικά/αντιθετικά σωματίδια μὲν ... δὲ. μετὰ τῶν πρώτων / μετὰ τῶν τελευταίων: Επιρρηματικοί προσδιορισμοί του συνοδού (ή της κατάστασης/τρόπου), εκφρασμένοι με πρόθεση (μετὰ) και γενική πληθυντικού ουσιαστικοποιημένων επιθέτων.
  • ποιούμενος ... ἀναχωρῶν: Κατηγορηματικές μετοχές (ενεστώτα, ονομαστικής ενικού) συνημμένες στο υποκείμενο του ρήματος (διατετέλεκα). Το ρήμα διατελῶ συντάσσεται με κατηγορηματική μετοχή που δηλώνει τη διάρκεια μιας κατάστασης.
  • τὰς ἐξόδους: Αντικείμενο της μετοχής ποιούμενος. 
  • (Εννοούμενο υποκείμενο και για τα δύο ρήματα: ἐγώ).

2η Περίοδος: «καίτοι χρὴ τοὺς φιλοτίμως καὶ κοσμίως πολιτευομένους ἐκ τῶν τοιούτων σκοπεῖν, ἀλλ᾽ οὐκ εἴ τις κομᾷ, διὰ τοῦτο μισεῖν·»

  • καίτοι: Συνδεσμική έκφραση (αντιθετικός/εναντιωματικός σύνδεσμος).
  • χρὴ: Απροσωπό ρήμα.
  • τοὺς ... πολιτευομένους: Υποκείμενο της απρόσωπης έκφρασης χρὴ (σε αιτιατική, λόγω του ειδικού/απρόσωπου infinitivus ή ευθ. δόμησης με τελικό/ειδικό νόημα· εδώ ειδικό απαρέμφατο/ενέργεια: «είναι ανάγκη οι πολιτευόμενοι να κρίνονται...»).
  • πολιτευομένους: Επιθετική μετοχή (με άρθρο τοὺς).
  • φιλοτίμως καὶ κοσμίως: Επιρρηματικοί προσδιορισμοί του τρόπου (τροπικά επιρρήματα), συνδεδεμένα με το καὶ.
  • ἐκ τῶν τοιούτων: Επιρρηματικός προσδιορισμός της αιτίας ή του μέσου (πρόθεση ἐκ + γενική πληθυντικού ουδετέρου).
  • σκοπεῖν: Ενεργητικό απαρέμφατο ενεστώτα, τελικό/συμπληρωματικό εξαρτώμενο από το χρὴ (εννοείται αντικείμενο π.χ. αὐτοὺς ή εννοείται γενικά η εξέταση των πολιτών).
  • ἀλλ᾽ οὐκ ... μισεῖν: Συνέχεια του απαρεμφάτου σκοπεῖν (διατηρείται η εξάρτηση από το χρὴ).
  • ἀλλ᾽ οὐκ: Αντιθετικός σύνδεσμος + αρνητικό επίρρημα.
  • εἴ τις κομᾷ: Υποθετική πρόταση (προεδρική/πραγματικό: εἰ + οριστική κομᾷ), λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός της προϋπόθεσης.
  • τις: Αόριστη αντωνυμία (υποκείμενο).
  • κομᾷ: Ρήμα (γ' ενικ. ενεστώτα του κομῶ-ῶσα).
  • διὰ τοῦτο: Επιρρηματικός προσδιορισμός της αιτίας (πρόθεση διὰ + αιτιατική).
  • μισεῖν: Απαρέμφατο (εξαρτημένο από το χρὴ), παράλληλο προς το σκοπεῖν.

3η Περίοδος: «τὰ μὲν γὰρ τοιαῦτα ἐπιτηδεύματα οὔτε τοὺς ἰδιώτας οὔτε τὸ κοινὸν τῆς πόλεως βλάπτει, ἐκ δὲ τῶν κινδυνεύειν ἐθελόντων πρὸς τοὺς πολεμίους ἅπαντες ὑμεῖς ὠφελεῖσθε.»

  • γὰρ: Αιτιολογικός σύνδεσμος.
  • τὰ μὲν ... δὲ: Αντιθετικός συσχετισμός προτάσεων.
  • τὰ ... τοιαῦτα ἐπιτηδεύματα: Υποκείμενο του ρήματος βλάπτει.
  • ἐπιτηδεύματα: Ουσιαστικό (ονομαστική πληθυντικού).
  • τοιαῦτα: Επιθετικός προσδιορισμός.
  • οὔτε ... οὔτε: Παρατακτικοί συμπλεκτικοί-αρνητικοί σύνδεσμοι.
  • τοὺς ἰδιώτας: Άμεσο αντικείμενο του ρήματος βλάπτει.
  • τὸ κοινὸν τῆς πόλεως: Άμεσο αντικείμενο του ρήματος βλάπτει (συνδεδεμένο με το προηγούμενο με το οὔτε).
  • κοινὸν: Ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο επιθέτου.
  • τῆς πόλεως: Γενική κτητική / γενική της ιδιότητας.
  • βλάπτει: Ρήμα (γ' ενικ. ενεστώτα).
  • ἐκ δὲ τῶν ... ἐθελόντων: Επιρρηματικός προσδιορισμός της αιτίας ή της προέλευσης/πηγής (πρόθεση ἐκ + γενική πληθυντικού ουσιαστικοποιημένης μετοχής).
  • ἐθελόντων: Επιθετική μετοχή (γενική πληθυντικού).
  • κινδυνεύειν: Τελικό απαρέμφατο (ενεστώτα), εξαρτημένο από τη μετοχή ἐθελόντων.
  • πρὸς τοὺς πολεμίους: Επιρρηματικός προσδιορισμός της κατεύθυνσης / εχθρικής σχέσης (πρόθεση πρὸς + αιτιατική).
  • ἅπαντες ὑμεῖς: Υποκείμενο του ρήματος ὠφελεῖσθε.
  • ὑμεῖς: Προσωπική αντωνυμία (β' πληθυντικού).
  • ἅπαντες: Επιθετικός ή κατηγορηματικός προσδιορισμός.
  • ὠφελεῖσθε: Ρήμα (β' πληθυντικού ενεστώτα παθητικής φωνής του ὠφελῶ).

4η Περίοδος:«ὥστε οὐκ ἄξιον ἀπ᾽ ὄψεως, ὦ βουλή, οὔτε φιλεῖν οὔτε μισεῖν οὐδένα, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ἔργων σκοπεῖν·»

  • ὥστε: Συμπερασματικός σύνδεσμος (εισαγάγει συμπερασματική πρόταση, εδώ με απαρέμφατο).
  • οὐκ: Αρνητικό επίρρημα.
  • ἄξιον: Κατηγορούμενο (σε ουδέτερο γένος, επειδή εννοείται απρόσωπο ρήμα ἐστὶ ή συνδέεται με εννοούμενο απαρέμφατο/έννοια).
  • ἀπ᾽ ὄψεως: Επιρρηματικός προσδιορισμός της αιτίας ή του τρόπου/μέσου (πρόθεση ἀπὸ + γενική).
  • ὦ βουλή: Κλητική προσφώνηση.
  • οὔτε ... οὔτε: Συνδεσμικό ζεύγος (παρατακτική σύνδεση).
  • φιλεῖν ... μισεῖν: Απαρέμφατα (ενεργητικά ενεστώτα), εξαρτημένα από το ἄξιον (ἐστὶ).
  • οὐδένα: Αντικείμενο των απαρεμφάτων φιλεῖν και μισεῖν (αιτιατική ενικού της αόριστης αντωνυμίας).
  • ἀλλ᾽: Αντιθετικός σύνδεσμος.
  • ἐκ τῶν ἔργων: Επιρρηματικός προσδιορισμός της αιτίας / κριτηρίου (πρόθεση ἐκ + γενική πληθυντικού).
  • σκοπεῖν: Απαρέμφατο (ενεργητικό ενεστώτα), παράλληλο προς τα προηγούμενα, εξαρτημένο από το ἄξιον (ἐστὶ).

5η Περίοδος:«πολλοὶ μὲν γὰρ μικρὸν διαλεγόμενοι καὶ κοσμίως ἀμπεχόμενοι μεγάλων κακῶν αἴτιοι γεγόνασιν, ἕτεροι δὲ τῶν τοιούτων ἀμελοῦντες πολλὰ κἀγαθὰ ὑμᾶς εἰσιν εἰργασμένοι»

  • γὰρ: Αιτιολογικός σύνδεσμος.
  • πολλοὶ ... ἕτεροι: Υποκείμενα των αντίστοιχων προτάσεων (σε συσχετισμό μὲν ... δὲ).
  • πολλοὶ: Υποκείμενο του γεγόνασιν.
  • ἕτεροι: Υποκείμενο του εἰσιν εἰργασμένοι.
  • διαλεγόμενοι καὶ ἀμπεχόμενοι: Επιθετικές / κατηγορηματικές μετοχές (ονομαστικής πληθυντικού, ενεστώτα) συνημμένες στα αντίστοιχα υποκείμενα. Συνδέονται με το συμπλεκτικό καὶ.
  • μικρὸν: Επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου ή του ποσού (επιρρηματική χρήση ουδετέρου επιθέτου).
  • κοσμίως: Επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου (τροπικό επίρρημα).
  • μεγάλων κακῶν: Γενικές αντικειμενικές (ή γενικές της αιτίας / γενικές της ιδιότητας) εξαρτημένες από το επίθετο αἴτιοι.
  • μεγάλων: Επιθετικός προσδιορισμός στο κακῶν.
  • αἴτιοι: Κατηγορούμενο στο υποκείμενο πολλοὶ.
  • γεγόνασιν: Ρήμα (γ' πληθυντικού παρακειμένου του γίγνομαι).
  • τῶν τοιούτων: Γενική αντικειμενική εξαρτημένη από τη μετοχή ἀμελοῦντες (ή γενική διαιρετική / γενική της αποχής).
  • ἀμελοῦντες: Μετοχή (ενεστώτα, ονομαστικής πληθυντικού) συνημμένη στο υποκείμενο ἕτεροι.
  • πολλὰ κἀγαθὰ: Διπλό αντικείμενο (ή αντικείμενο + επιθετικός προσδιορισμός / συνδεδεμένα με κράση καὶ + ἀγαθὰ) της μετοχής εἰργασμένοι.
  • πολλὰ: Ουδέτερο πληθυντικού.
  • κἀγαθὰ: < καὶ ἀγαθά.
  • ὑμᾶς: Έμμεσο αντικείμενο (ή δεύτερο αντικείμενο, ανάλογα με τη σύνταξη του ἐργάζομαι τινα τι, αν και συχνά το πρόσωπο τίθεται σε αιτιατική του προσώπου).
  • εἰσιν εἰργασμένοι: Ρήμα σε περιφραστικό χρόνο (γ' πληθυντικού παρακειμένου μέσης/ενεργητικής σημασίας του ἐργάζομαι).

📊 Γραμματική Αναγνώριση & Μορφολογική Ανάλυση (Λέξη προς Λέξη)

1. Τῶν τοίνυν ἄλλων στρατειῶν καὶ φρουρῶν οὐδεμιᾶς ἀπελείφθην πώποτε
  • τῶν: Άρθρο, γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους (συνοδεύει τις γενικές στρατειῶν και φρουρῶν).
  • τοίνυν: Συνδεσμικό επίρρημα (μεταβατικό / συμπερασματικό).
  • ἄλλων: Επιθετικός προσδιορισμός, γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του επιθέτου ἄλλος, ἄλλη, ἄλλο.
  • στρατειῶν: Ουσιαστικό, γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του γ' κλίσης θηλυκού ἡ στρατεία (α' κλίσης: στρατεία - στρατείας... εδώ εννοείται πληθυντικός στρατεῖαι - στρατειῶν).
  • καὶ: Παρατακτικός συμπλεκτικός σύνδεσμος.
  • φρουρῶν: Ουσιαστικό, γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του γ' κλίσης (ή α' κλίσης) ουσιαστικού ἡ φρουρά (γεν. φρουρᾶς, πληθ. φρουραὶ - φρουρῶν).
  • οὐδεμιᾶς: Αντωνυμία (αόριστη/επιgετικη/αντωνυμική), γενική ενικού, θηλυκού γένους του οὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν.
  • ἀπελείφθην: Ρήμα, α' ενικ. πρόσωπο, οριστικής αορίστου β' (παθητικής φωνής με ενεργητική/μέση σημασία), του ρήματος ἀπολείπομαι (θέμα: -λειπ-, αόρ. β' ἀπελείφθην).
  • πώποτε: Χρονικό επίρρημα (από το πω + ποτε).
2. ἀλλὰ πάντα τὸν χρόνον διατετέλεκα μετὰ τῶν πρώτων μὲν τὰς ἐξόδους ποιούμενος, μετὰ τῶν τελευταίων δὲ ἀναχωρῶν
  • ἀλλὰ: Παρατακτικός αντιθετικός σύνδεσμος.
  • πάντα: Επιθετικός προσδιορισμός, αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του επιθέτου πᾶς, πᾶσα, πᾶν (συμφωνεί με το χρόνον).
  • τὸν: Άρθρο, αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους (ὁ).
  • χρόνον: Ουσιαστικό, αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του β' κλίσης ὁ χρόνος (δηλώνει διάρκεια χρόνου).
  • διατετέλεκα: Ρήμα, α' ενικ. πρόσωπο, οριστικής παρακειμένου του ρήματος διατελῶ -ῶ (θέμα: τελ-, παρακείμενος διατετέλεκα).
  • μετὰ: Πρόθεση (συντάσσεται αποκλειστικά με γενική· εδώ δηλώνει συνοδό / κατάσταση).
  • τῶν: Άρθρο, γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους (ουσιαστικοποιημένο με το επίθετο πρῶτος).
  • πρῶτων: Ουσιαστικοποιημένο επίθετο (υπεרθετικός βαθμός), γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρῶτος, πρῶτη, πρῶτον.
  • μὲν: Παρατακτικός / αντιθετικός σύνδεσμος (απαντάται σε συσχετισμό με το δὲ).
  • τὰς: Άρθρο, αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους (ἡ).
  • ἐξόδους: Ουσιαστικό, αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους του γ' κλίσης ἡ ἔξοδος (γεν. τῆς ἐξόδου).
  • ποιούμενος: Μετοχή ενεστώτα, μέσης φωνής, ονομαστικής ενικού, αρσενικού γένους του ρήματος ποιῶ-οῦμαι (συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος ἐγώ).
  • μετὰ: Πρόθεση (συντάσσεται με γενική).
  • τῶν: Άρθρο, γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους.
  • τελευταίων: Ουσιαστικοποιημένο επίθετο (υπερθετικός βαθμός), γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τελευταῖος, τελευταία, τελευταῖον.
  • δὲ: Παρατακτικός αντιθετικός σύνδεσμος.
  • ἀναχωρῶν: Μετοχή ενεστώτα, ενεργητικής φωνής, ονομαστικής ενικού, αρσενικού γένους του ρήματος ἀναχωρῶ-ῶ (συνημμένη στο ἐγώ).
3. καίτοι χρὴ τοὺς φιλοτίμως καὶ κοσμίως πολιτευομένους ἐκ τῶν τοιούτων σκοπεῖν
  • καίτοι: Συνδεσμικό μόριο / εναντιωματικός σύνδεσμος.
  • χρὴ: Απρόσωπο ρήμα, γ' ενικ. πρόσωπο, οριστικής ενεστώτα (από το χρὴ / χρήσεται).
  • τοὺς: Άρθρο, αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους.
  • φιλοτίμως: Τροπικό επίρρημα (παράγωγο από το επίθετο φιλότιμος).
  • καὶ: Παρατακτικός συμπλεκτικός σύνδεσμος.
  • κοσμίως: Τροπικό επίρρημα (παράγωγο από το επίθετο κόσμιος).
  • πολιτευομένους: Μετοχή ενεστώτα, μέσης/παθητικής φωνής, αιτιατικής πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρήματος πολιτεύομαι (με άρθρο, λειτουργεί ως ουσιαστικοποιημένη μετοχή).
  • ἐκ: Πρόθεση (συντάσσεται αποκλειστικά με γενική).
  • τῶν: Άρθρο, γενική πληθυντικού, ουδετέρου γένους.
  • τοιούτων: Αντωνυμία δεικτική, γενική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του τοιοῦτος, τοιαύτη, τοιοῦτο/τοιοῦτον.
  • σκοπεῖν: Απαρέμφατο ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκοπῶ-ῶ / σκοποῦμαι.
4. ἀλλ᾽ οὐκ εἴ τις κομᾷ, διὰ τοῦτο μισεῖν
  • ἀλλ᾽: Παρατακτικός αντιθετικός σύνδεσμος (αποκοπή φωνήεντος μπροστά από φωνήεν).
  • οὐκ: Αρνητικό επίρρημα (αποβάλλει το -κ- πριν από σύμφωνο, εδώ οὐκ πριν από φωνήεν).
  • εἰ: Υποθετικός σύνδεσμος.
  • τις: Αντωνυμία αόριστη (εγκλιτική), ονομαστική ενικού, αρσενικού/θηλυκού γένους του τις, τι.
  • κομᾷ: Ρήμα, γ' ενικ. πρόσωπο, οριστικής ενεστώτα του συνηρημένου ρήματος κομῶ-ῶ (αττ. κομῶ, θ. κομα-).
  • διὰ: Πρόθεση (συντάσσεται με γενική ή αιτιατική· εδώ με αιτιατική δηλώνει αιτία).
  • τοῦτο: Δεικτική αντωνυμία, αιτιατική ενικού, ουδετέρου γένους του οὗτος, αὕτη, τοῦτο.
  • μισεῖν: Απαρέμφατο ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μισῶ-ῶ.
5. τὰ μὲν γὰρ τοιαῦτα ἐπιτηδεύματα οὔτε τοὺς ἰδιώτας οὔτε τὸ κοινὸν τῆς πόλεως βλάπτει
  • τὰ: Άρθρο, ονομαστική πληθυντικού, ουδετέρου γένους.
  • μὲν: Παρατακτικός/συσχετιστικός σύνδεσμος.
  • γὰρ: Αιτιολογικός σύνδεσμος (μετατεθειμένης θέσης).
  • τοιαῦτα: Δεικτική αντωνυμία (χρησιμοποιείται επιθετικά), ονομαστική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του τοιοῦτος, τοιαύτη, τοιοῦτον.
  • ἐπιτηδεύματα: Ουσιαστικό, ονομαστική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του γ' κλίσης τὸ ἐπιτήδευμα (γεν. τοῦ ἐπιτηδεύματος).
  • οὔτε: Παρατακτικός συμπλεκτικός-αρνητικός σύνδεσμος.
  • τοὺς: Άρθρο, αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους.
  • ἰδιώτας: Ουσιαστικό, αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του β' κλίσης ὁ ἰδιώτης (γεν. τοῦ ἰδιώτου).
  • οὔτε: Παρατακτικός συμπλεκτικός-αρνητικός σύνδεσμος.
  • τὸ: Άρθρο, αιτιατική ενικού, ουδετέρου γένους (τό).
  • κοινὸν: Ουσιαστικοποιημένο επίθετο, αιτιατική ενικού, ουδετέρου γένους του κοινός, κοινή, κοινόν.
  • τῆς: Άρθρο, γενική ενικού, θηλυκού γένους (τῆς).
  • πόλεως: Ουσιαστικό, γενική ενικού, θηλυκού γένους του γ' κλίσης ἡ πόλις (γεν. τῆς πόλεως / πόλιος).
  • βλάπτει: Ρήμα, γ' ενικ. πρόσωπο, οριστικής ενεστώτα του ρήματος βλάπτω (θέμα: βλαψ- / βλαβ-).
6. ἐκ δὲ τῶν κινδυνεύειν ἐθελόντων πρὸς τοὺς πολεμίους ἅπαντες ὑμεῖς ὠφελεῖσθε
  • ἐκ: Πρόθεση (με γενική).
  • δὲ: Παρατακτικός αντιθετικός σύνδεσμος.
  • τῶν: Άρθρο, γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους.
  • κινδυνεύειν: Απαρέμφατο ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κινδυνεύω.
  • ἐθελόντων: Μετοχή ενεστώτα, ενεργητικής φωνής, γενικής πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρήματος ἐθέλω / θέλω (ουσιαστικοποιημένη μετοχή με άρθρο τῶν).
  • πρὸς: Πρόθεση (συντάσσεται με γενική, δοτική, αιτιατική· εδώ με αιτιατική δηλώνει κατεύθυνση/εχθρική σχέση).
  • τοὺς: Άρθρο, αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους.
  • πολεμίους: Ουσιαστικοποιημένο επίθετο (ή επίθετο), αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλεμίος, πολεμία, πολέμιον.
  • ἅπαντες: Επιθετικός ή κατηγορηματικός προσδιορισμός, ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ἅπας, ἅπασα, ἅπαν.
  • ὑμεῖς: Προσωπική αντωνυμία, ονομαστική πληθυντικού, β' πρόσωπο.
  • ὠφελεῖσθε: Ρήμα, β' πληθυντικό πρόσωπο, οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του ρήματος ὠφελῶ-ῶ (θέμα: ὠφελ-, παθητ. ὠφελοῦμαι).
7. ὥστε οὐκ ἄξιον ἀπ᾽ ὄψεως, ὦ βουλή, οὔτε φιλεῖν οὔτε μισεῖν οὐδένα
  • ὥστε: Συμπερασματικός σύνδεσμος.
  • οὐκ: Αρνητικό επίρρημα.
  • ἄξιον: Επίθετο (χρησιμοποιείται ως κατηγορούμενο σε απρόσωπη σύνταξη), ονομαστική/αιτιατική ενικού, ουδετέρου γένους του ἄξιος, ἀξία, ἄξιον.
  • ἀπ᾽: Πρόθεση ἀπὸ (με αποκοπή φωνήεντος ἀπ' πριν από δασύ φωνήεν ὄψις).
  • ὄψεως: Ουσιαστικό, γενική ενικού, θηλυκού γένους του γ' κλίσης ἡ ὄψις (γεν. τῆς ὄψεως).
  • : Επιφωνηματικός σύνδεσμος (κλητικό μόριο).
  • βουλή: Ουσιαστικό, κλητική ενικού, θηλυκού γένους του α' κλίσης ἡ βουλή (γεν. τῆς βουλῆς).
  • οὔτε: Συνδεσμικό μόριο.
  • φιλεῖν: Απαρέμφατο ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φιλῶ-ῶ.
  • οὔτε: Συνδεσμικό μόριο.
  • μισεῖν: Απαρέμφατο ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μισῶ-ῶ.
  • οὐδένα: Αντωνυμία (αόριστη-αρνητική), αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του οὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν.
8. ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ἔργων σκοπεῖν
  • ἀλλ᾽: Παρατακτικός αντιθετικός σύνδεσμος.
  • ἐκ: Πρόθεση (με γενική).
  • τῶν: Άρθρο, γενική πληθυντικού, ουδετέρου γένους.
  • ἔργων: Ουσιαστικό, γενική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του β' κλίσης τὸ ἔργον (γεν. τοῦ ἔργου).
  • σκοπεῖν: Απαρέμφατο ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκοπῶ-ῶ / σκοποῦμαι.
9. πολλοὶ μὲν γὰρ μικρὸν διαλεγόμενοι καὶ κοσμίως ἀμπεχόμενοι μεγάλων κακῶν αἴτιοι γεγόνασιν
  • πολλοὶ: Επίθετο (χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό/υποκείμενο), ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύς, πολλή, πολύ.
  • μὲν: Συσχετιστικός σύνδεσμος.
  • γὰρ: Αιτιολογικός σύνδεσμος.
  • μικρὸν: Επιρρηματικός προσδιορισμός (χρησιμοποιείται ως ουδέτερο επίθετο σε αιτιατική ενικού).
  • διαλεγόμενοι: Μετοχή ενεστώτα, μέσης φωνής, ονομαστικής πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρήματος διαλέγομαι.
  • καὶ: Παρατακτικός συμπλεκτικός σύνδεσμος.
  • κοσμίως: Τροπικό επίρρημα.
  • ἀμπεχόμενοι: Μετοχή ενεστώτα, μέσης φωνής, ονομαστικής πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρήματος ἀμπέχομαι (ή ἀμπεχνῦμαι / ἀμπίσχομαι).
  • μεγάλων: Επιθετικός προσδιορισμός, γενική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του επιθέτου μέγας, μεγάλη, μέγα.
  • κακῶν: Ουσιαστικό, γενική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του β' κλίσης τὸ κακόν (γεν. τοῦ κακοῦ).
  • αἴτιοι: Επίθετο (κατηγορούμενο), ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αἴτιος, αἰτία, αἴτιον.
  • γεγόνασιν: Ρήμα, γ' πληθυντικό πρόσωπο, οριστικής παρακειμένου του ρήματος γίγνομαι (θέμα: γεν- / γον-, παρακείμενος γέγονα, πληθ. γεγόνασιν με ν εξελκυστικό).
10. ἕτεροι δὲ τῶν τοιούτων ἀμελοῦντες πολλὰ κἀγαθὰ ὑμᾶς εἰσιν εἰργασμένοι
  • ἕτεροι: Αντωνυμία / επίθετο, ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ἕτερος, ἑτέρα, ἕτερον.
  • δὲ: Παρατακτικός αντιθετικός σύνδεσμος.
  • τῶν: Άρθρο, γενική πληθυντικού, ουδετέρου γένους.
  • τοιούτων: Δεικτική αντωνυμία, γενική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του τοιοῦτος, τοιαύτη, τοιοῦτο/τοιοῦτον.
  • ἀμελοῦντες: Μετοχή ενεστώτα, ενεργητικής φωνής, ονομαστικής πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρήματος ἀμελῶ-ῶ.
  • πολλὰ: Επίθετο (ουδέτερο πληθυντικού), αιτιατική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του πολύς, πολλή, πολύ.
  • κἀγαθὰ: Κράση αντί για καὶ ἀγαθά (ουσιαστικοποιημένο επίθετο, αιτιατική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του ἀγαθός, ἀγαθή, ἀγαθόν).
  • ὑμᾶς: Προσωπική αντωνυμία, αιτιατική πληθυντικού, β' πρόσωπο.
  • εἰσιν: Ρήμα, γ' πληθυντικό πρόσωπο, οριστικής ενεστώτα του βοηθητικού ρήματος εἰμὶ (με ν εξελκυστικό). (Σημείωση: Λειτουργεί ως βοηθητικό ρήμα για τον σχηματισμό του περιφραστικού παρακειμένου μαζί με τη μετοχή).
  • εἰργασμένοι: Μετοχή παρακειμένου, μέσης/ενεργητικής σημασίας, ονομαστικής πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρήματος ἐργάζομαι (θέμα: ἐργασ-, παρακείμενος εἴργασμαι).

🔄 Χρονικές Αντικαταστάσεις των Ρημάτων του Κειμένου

1. ἀπελείφθην (από το ἀπολείπομαι, α' ενικ. αορίστου β' - παθητ. σημασίας)
  • Ενεστώτας: ἀπολείπομαι
  • Παρατατικός: ἀπελειπόμην
  • Μέλλοντας: ἀπολείψομαι (ή ἀπολειφθήσομαι)
  • Αόριστος: ἀπελείφθην (δόθηκε)
  • Παρακείμενος: ἀπείλειμμαι
  • Υπερσυντέλικος: ἀπειλείμμην
2. διατετέλεκα (από το διατελῶ-ῶ, α' ενικ. παρακειμένου)
  • Ενεστώτας: διατελῶ
  • Παρατατικός: διετέλουν
  • Μέλλοντας: διατελέσω
  • Αόριστος: διετέλεσα
  • Παρακείμενος: διατετέλεκα (δόθηκε)
  • Υπερσυντέλικος: διετετελέκειν
3. ποιούμενος (μετοχή ενεστώτα, μέσης φωνής του ποιῶ-οῦμαι -> εδώ στον ενικό: ονομαστική)
  • Ενεστώτας: ποιούμενος
  • Μέλλοντας: ποιησόμενος
  • Αόριστος: ποιησάμενος
  • Παρακείμενος: πεποιημένος
4. ἀναχωρῶν (μετοχή ενεστώτα, ενεργητικής φωνής του ἀναχωρῶ-ῶ -> ονομαστική ενικού)
  • Ενεστώτας: ἀναχωρῶν
  • Μέλλοντας: ἀναχωρήσων
  • Αόριστος: ἀναχωρήσας
  • Παρακείμενος: ἀνακεχωρηκὼς
5. χρὴ (απρόσωπο ρήμα, γ' ενικ. ενεστώτα)
  • Ενεστώτας: χρὴ
  • Παρατατικός: ἐχρῆν (ή χρῆν)
  • Μέλλοντας: χρήσει
  • Αόριστος: ἐχρῆσεν (σπάνια / ποιητικό, συνήθως περιφραστικά)
  • Παρακείμενος: —
  • Υπερσυντέλικος: —
6. πολιτευομένους (μετοχή ενεστώτα, μέσης φωνής του πολιτεύομαι -> αιτιατική πληθυντικού)
  • Ενεστώτας: πολιτευομένους
  • Μέλλοντας: πολιτευσομένους
  • Αόριστος: πολιτευσαμένους
  • Παρακείμενος: πεπολιτευμένους
7. κομᾷ (από το κομῶ-ῶ, γ' ενικ. ενεστώτα)
  • Ενεστώτας: κομᾷ
  • Παρατατικός: ἐκόμα
  • Μέλλοντας: κομήσει
  • Αόριστος: ἐκόμησεν
  • Παρακείμενος: κεκόμηκεν
  • Υπερσυντέλικος: ἐκεκομήκειν
8. μισεῖν (απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής του μισῶ-ῶ)
  • Ενεστώτας: μισεῖν
  • Μέλλοντας: μισήσειν
  • Αόριστος: μισῆσαι
  • Παρακείμενος: μεμισηκέναι
9. βλάπτει (από το βλάπτω, γ' ενικ. ενεστώτα)
  • Ενεστώτας: βλάπτει
  • Παρατατικός: ἔβλαπτε(ν)
  • Μέλλοντας: βλάψει
  • Αόριστος: ἔβλαψε(ν)
  • Παρακείμενος: βέβλαπκε(ν)
  • Υπερσυντέλικος: ἐβεβλάβκει(ν)
10. κινδυνεύειν (απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής του κινδυνεύω)
  • Ενεστώτας: κινδυνεύειν
  • Μέλλοντας: κινδυνεύσειν
  • Αόριστος: κινδυνεῦσαι
  • Παρακείμενος: κεκιχδυνευκέναι
11. ἐθελόντων (μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ἐθέλω -> γενική πληθυντικού)
  • Ενεστώτας: ἐθελόντων
  • Μέλλοντας: ἐθελησόντων
  • Αόριστος: ἐθελησάντων
  • Παρακείμενος: ἐθεληκότων (ή ἠθεληκότων)
12. ὠφελεῖσθε (από το ὠφελῶ-ῶ, β' πληθυντικό παθητικής φωνής)
  • Ενεστώτας: ὠφελεῖσθε
  • Παρατατικός: ὠφελεῖσθε (με αύξηση: ἠφελεῖσθε)
  • Μέλλοντας: ὠφεληθήσεσθε
  • Αόριστος: ὠφελήθητε
  • Παρακείμενος: ὠφελῆσθε (περιφραστικά: ὠφελημένοι ἐστέ)
  • Υπερσυντέλικος: περιφραστικά (ὠφελημένοι ἦτε)
13. φιλεῖν (απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής του φιλῶ-ῶ)
  • Ενεστώτας: φιλεῖν
  • Μέλλοντας: φιλήσειν
  • Αόριστος: φιλῆσαι
  • Παρακείμενος: πεφιληκέναι
14. σκοπεῖν (απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής του σκοπῶ-ῶ)
  • Ενεστώτας: σκοπεῖν
  • Μέλλοντας: σκεψόμεναι / σκεψεῖν (σπάνια, συνηθέστερα από το σκέπτομαι)
  • Αόριστος: σκέψασθαι / σκεψαμέναι (μέσος αόριστος)
  • Παρακείμενος: ἐσκέφθαι (μέσος παρακείμενος)
15. διαλεγόμενοι (μετοχή ενεστώτα μέσης φωνής του διαλέγομαι -> ονομαστική πληθυντικού)
  • Ενεστώτας: διαλεγόμενοι
  • Μέλλοντας: διαλεξόμενοι (ή διαλεχθησόμενοι)
  • Αόριστος: διαλεξάμενοι (ή διαλεχθέντες)
  • Παρακείμενος: διειλεγμένοι
16. ἀμπεχόμενοι (μετοχή ενεστώτα μέσης φωνής του ἀμπέχομαι -> ονομαστική πληθυντικού)
  • Ενεστώτας: ἀμπεχόμενοι
  • Μέλλοντας: ἀμφιξεσόμενοι / ἀμπέξομενοι
  • Αόριστος: ἀμπισχόμενοι (αόρ. β' ἀμπσχόντες / μέσος ἀμπισχόμενοι)
  • Παρακείμενος: ἠμφιεσμένοι
17. γεγόνασιν (από το γίγνομαι, γ' πληθυντικό παρακειμένου)
  • Ενεστώτας: γίγνονται
  • Παρατατικός: ἐγίγνοντο
  • Μέλλοντας: γενήσονται
  • Αόριστος: ἐγένοντο
  • Παρακείμενος: γεγόνασιν (δόθηκε)
  • Υπερσυντέλικος: ἐγεγόνεσαν
18. ἀμελοῦντες (μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ἀμελῶ-ῶ -> ονομαστική πληθυντικού)
  • Ενεστώτας: ἀμελοῦντες
  • Μέλλοντας: ἀμελήσοντες
  • Αόριστος: ἀμελήσαντες
  • Παρακείμενος: ἠμεληκότες
19. εἰσιν εἰργασμένοι (περιφραστικός παρακείμενος του ἐργάζομαι, γ' πληθυντικό)
  • Ενεστώτας: ἐργάζονται
  • Παρατατικός: ἡργάζοντο (ή ἠργάζοντο)
  • Μέλλοντας: ἐργάσονται (ή ἐργασθήσονται)
  • Αόριστος: ἠργάσαντο (ή ἠργάσθησαν)
  • Παρακείμενος: εἰσιν εἰργασμένοι (δόθηκε)
  • Υπερσυντέλικος: ἦσαν εἰργασμένοι

📐 Εγκλιτικές Αντικαταστάσεις των Ρημάτων του Κειμένου
(Σημείωση: Οι εγκλιτικές αντικαταστάσεις γίνονται διατηρώντας το ίδιο πρόσωπο, αριθμό και χρόνο/φωνή για κάθε ρήμα στις βασικές εγκλίσεις: Οριστική, Υποτακτική, Ευκτική, Προστακτική, καθώς και στο Απαρέμφατο και τη Μετοχή).

1. ἀπελείφθην (α' ενικ., Αόριστος Β' Παθητικής Φωνής)Οριστική: ἀπελείφθην
  • Υποτακτική: ἀπολειφθῶ
  • Ευκτική: ἀπολειφθείην
  • Προστακτική: ἀπολείφθητι
  • Απαρέμφατο: ἀπολειφθῆναι
  • Μετοχή: ἀπολειφθείς, ἀπολειφθεῖσα, ἀπολειφθέν
2. διατετέλεκα (α' ενικ., Παρακείμενος Ενεργητικής Φωνής)Οριστική: διατετέλεκα
  • Υποτακτική: διατετελεκὼς ὦ
  • Ευκτική: διατετελεκὼς εἴην
  • Προσταਕτική: διατετελεκὼς ἴσθι (σπάνιο)
  • Απαρέμφατο: διατετελεκέναι
  • Μετοχή: διατετελεκώς, διατετελεκυῖα, διατετελεκὸς
3. ποιούμενος (ονομασ. ενικ. αρσ., Μετοχή Ενεστώτα Μέσης Φωνής)Η μετοχή και το απαρέμφατο δεν έχουν εγκλίσεις (δεν κλίνονται σε εγκλίσεις).

4. ἀναχωρῶν (ονομασ. ενικ. αρσ., Μετοχή Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής)Η μετοχή και το απαρέμφατο δεν έχουν εγκλίσεις.

5. χρὴ (γ' ενικ., Ενεστώτας Απρόσωπου Ρήματος)Οριστική: χρὴ
  • Υποτακτική: χρῇ
  • Ευκτική: χρείη
  • Προστακτική: —
  • Απαρέμφατο: χρῆναι
  • Μετοχή: χρεών (όν)
6. πολιτευομένους (αιτιατ. πληθ. αρσ., Μετοχή Ενεστώτα Μέσης Φωνής)Η μετοχή και το απαρέμφατο δεν έχουν εγκλίσεις.

7. κομᾷ (γ' ενικ., Ενεστώτας Ενεργητικής Φωνής)Οριστική: κομᾷ
  • Υποτακτική: κομᾷ
  • Ευκτική: κομῴη (ή κομῷ)
  • Προσταਕτική: κόμα
  • Απαρέμφατο: κομᾶν
  • Μετοχή: κομῶν, κομῶσα, κομῶν
8. μισεῖν (Απαρέμφατο Ενεργητικού Ενεστώτα)Το απαρέμφατο δεν έχει εγκλίσεις.

9. βλάπτει (γ' ενικ., Ενεστώτας Ενεργητικής Φωνής)Οριστική: βλάπτει
  • Υποτακτική: βλάπτῃ
  • Ευκτική: βλάπτοι
  • Προσταਕτική: βλάπτε
  • Απαρέμφατο: βλάπτειν
  • Μετοχή: βλάπτων, βλάπτουσα, βλάπτον
10. κινδυνεύειν (Απαρέμφατο Ενεργητικού Ενεστώτα)Το απαρέμφατο δεν έχει εγκλίσεις.

11. ἐθελόντων (γενικ. πληθ. αρσ., Μετοχή Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής)Η μετοχή δεν έχει εγκλίσεις.

12. ὠφελεῖσθε (β' πληθ., Ενεστώτας Παθητικής Φωνής)Οριστική: ὠφελεῖσθε
  • Υποτακτική: ὠφελεῖσθε (με συναίρεση από το ὠφελήησθε)
  • Ευκτική: ὠφελοῖσθε
  • Προσταਕτική: ὠφελεῖσθε
  • Απαρέμφατο: ὠφελεῖσθαι
  • Μετοχή: ὠφελούμενος, ὠφελουμένη, ὠφελούμενον

13. φιλεῖν (Απαρέμφατο Ενεργητικού Ενεστώτα)Το απαρέμφατο δεν έχει εγκλίσεις.

14. σκοπεῖν (Απαρέμφατο Ενεργητικού Ενεστώτα)Το απαρέμφατο δεν έχει εγκλίσεις.

15. διαλεγόμενοι (ονομασ. πληθ. αρσ., Μετοχή Ενεστώτα Μέσης Φωνής)Η μετοχή δεν έχει εγκλίσεις.

16. ἀμπεχόμενοι (ονομασ. πληθ. αρσ., Μετοχή Ενεστώτα Μέσης Φωνής)Η μετοχή δεν έχει εγκλίσεις.

17. γεγόνασιν (γ' πληθ., Παρακείμενος Ενεργητικής Φωνής)Οριστική: γεγόνασιν
  • Υποτακτική: γεγονότες ὦσι(ν)
  • Ευκτική: γεγονότες εἶεν
  • Προσταਕτική: γεγονότες ἔστωσαν (σπάνιο)
  • Απαρέμφατο: γεγονέναι
  • Μετοχή: γεγονώς, γεγονυῖα, γεγονὸς
18. ἀμελοῦντες (ονομασ. πληθ. αρσ., Μετοχή Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής)Η μετοχή δεν έχει εγκλίσεις.

19. εἰσιν εἰργασμένοι (γ' πληθ., Περιφραστικός Παρακείμενος Μέσης/Ενεργ. Φωνής)Οριστική: εἰσὶν εἰργασμένοι
  • Υποτακτική: ὦσιν εἰργασμένοι
  • Ευκτική: εἶεν εἰργασμένοι
  • Προσταਕτική: ἔστωσαν εἰργασμένοι
  • Απαρέμφατο: εἰργάσθαι εἶναι (περιφραστικά)
  • Μετοχή: εἰργασμένος, εἰργασμένη, εἰργασμένον

***

🏛️ Ερμηνευτική & Φιλολογική Ανάλυση του Κειμένου

Το απόσπασμα αυτό προέρχεται από τον δικανικό λόγο «Ὑπὲρ Ἀδυνάτου» (16.12–13) του Λυσίου. Ο κατηγορούμενος, ένας πολίτης με αναπηρία ο οποίος λαμβάνει μια μικρή κρατική ενίσχυση, απολογείται ενώπιον της Βουλής, υπερασπιζόμενος τον βίο και την πολιτική του ηθική απέναντι σε κακοήθεις συκοφαντίες.

1. Κεντρικές Θεματικές & Φιλοσοφικός ΠυρήναςΗθική Αξιολόγηση (Ἔργα vs Ὄψις):

Ο πυρήνας του λόγου εδράζεται στην κλασική αντιδιαστολή ανάμεσα στο εξωτερικό «φαίνεσθαι» (την εμφάνιση, τα ιδιότυπα έθιμα, την εξωτερική αμφίεση) και την ουσιαστική προσφορά στο κοινωνικό σύνολο (τὰ ἔργα). Ο ρήτορας καταδικάζει την επιφανειακή κριτική και την προκατάληψη των δικαστών/βουλευτών, υπενθυμίζοντας ότι η αρετή δεν μετριέται με βάση στερεότυπα.

Η Κοινωνική Συνεισφορά και ο Κίνδυνος:
Ο κατηγορούμενος προβάλλει την αδιάλειπτη συμμετοχή του στις στρατιωτικές εκστρατείες («μετὰ τῶν πρώτων μὲν τὰς ἐξόδους ποιούμενος, μετὰ τῶν τελευταίων δὲ ἀναχωρῶν»). Η ετοιμότητα προς υπεράσπιση της πατρίδας και η έκθεση στον κίνδυνο αποτελούν το ύψιστο κριτήριο πολιτικής νομιμοφροσύνης και αρετής στην αθηναϊκή δημοκρατία.

Η Αντιμετώπιση του «Διαφορετικού» (Το ζήτημα της κόμης):
Η αναφορά στο «εἴ τις κομᾷ» (αν κάποιος έχει μακριά μαλλιά) αποκαλύπτει μια κοινωνική προκατάληψη της εποχής. Στην Αθήνα, η μακριά κόμη συχνά συνδεόταν είτε με αριστοκρατικές/λακωνίζουσες τάσεις (τους λεγόμενους «λακωνίζοντες» ή «κομῶντας») είτε με εκκεντρικότητες που ξένιζαν τους δημοκρατικούς πολίτες. Ο Λυσίας επιχειρηρής να αποσυνδέσει τα ακίνδυνα προσωπικά ιδιότροπα από την πολιτική ακεραιότητα και την αφοσίωση στην πόλη.

2. Ρητορική Τέχνη & Ύφος (Λυσιακὸν Ἧθος)Λιτότητα και Σαφήνεια (Σφωδρὸς καὶ ἀφεδής):

Ο Λυσίας χρησιμοποιεί το καθαρό, αττικό, απέριττο ύφος (ἀφέλεια). Η γλώσσα είναι οικεία αλλά ταυτόχρονα αυστηρά πειστική.

Αντιθέσεις και Συσχετισμοί:
Το κείμενο δομείται γύρω από συνεχείς αντιθέσεις:

«τῶν πρώτων» ⇄ «τῶν τελευταίων»
«ἀπ᾽ ὄψεως» ⇄ «ἐκ τῶν ἔργων»
«μικρὸν διαλεγόμενοι καὶ κοσμίως ἀμπεχόμενοι» (οι δήθεν ευπρεπείς αλλά επικίνδυνοι) ⇄ «τῶν τοιούτων ἀμελοῦντες... πολλὰ κἀγαθὰ εἰργασμένοι» (οι φαινομενικά αδιάφοροι στους τύπους αλλά ευεργέτες).

Δικανική Δεινότητα:
Ο ρήτορας δεν απευθύνεται απλώς στη λογική, αλλά επικαλείται το συναίσθημα και το κοινό περί δικαίου αίσθημα της Βουλής, καλώντας τους βουλευτές να λειτουργήσουν ως δίκαιοι κριτές της αλήθειας και όχι ως επιφανειακοί παρατηρητές.


🖋️Η Σύνδεση με το Γενικό Ύφος και την Τέχνη του Λυσία

Η ένταξη του αποσπάσματος από τον «Ὑπὲρ Μαντιθέου» στο ευρύτερο πλαίσιο της λυσιακής δημιουργίας αποκαλύπτει τα θεμελιώδη γνωρίσματα της ρητορικής του τέχνης. Ο Λυσίας θεωρείται ο αδιαμφισβήτητος «πατέρας» του αττικού δικανικού λόγου και ο κύριος εκπρόσωπος του χαμηλού ή απλού ύφους (ἀφέλεια), το οποίο ωστόσο κρύβει πίσω από τη φαινομενική του απλότητα μια τεράστια εσωτερική δύναμη και πειθώ.

1. Η Αφέλεια και η Καθαρότητα της Γλώσσας
Στο κείμενο αυτό διαφαίνεται η χαρακτηριστική λυσιακή ἀφέλεια: η αποφυγής της πομπώδους ρητορείας, των υπερβολικών σχημάτων και του κούφιου εντυπωσιασμού. Ο ρήτορας δεν χρησιμοποιεί σπάνιες λέξεις ή περίτεχνα ποιητικά σχήματα. Χρησιμοποιεί την καθαρή, ζωντανή αττική διάλεκτο της εποχής του. Η φράση «οὐκ ἄξιον ἀπ᾽ ὄψεως, ὦ βουλή, οὔτε φιλεῖν οὔτε μισεῖν οὐδένα, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ἔργων σκοπεῖν» είναι υποδειγματική: διαθέτει την απλότητα μιας λαϊκής ρήσης, αλλά ταυτόχρονα τη βαρύτητα ενός φιλοσοφικού αξιώματος.

2. Η Τέχνη της Ἠθοποιίας
Ένα από τα ισχυρότερα «όπλα» του Λυσία —που διδάσκεται σε ολόκληρη την εισαγωγή της λυσιακής τέχνης— είναι η ἠθοποιία (η ικανότητα δηλαδή να πλάθει τον λόγο έτσι ώστε να ταιριάζει απόλυτα με την ηθική φυσιογνωμία, την ψυχολογία και το κοινωνικό προφίλ του πελάτη του).
Εδώ, ο Μαντίθεος δεν παρουσιάζεται ως ένας παλιός, έμπειρος πολιτικός που απολογείται με τυπικό, ξύλινο λόγο.

Παρουσιάζεται ως ένας νέος, ευθύς, περήφανος και δυναμικός πολίτης, ο οποίος δεν κρύβεται πίσω από δικαιολογίες.

Η φρασεολογία του («μετὰ τῶν πρώτων μὲν τὰς ἐξόδους ποιούμενος, μετὰ τῶν τελευταίων δὲ ἀναχωρῶν») αναδίδει μια ατμόσφαιρα ανδρισμού, λεβεντιάς και στρατιωτικής ειλικρίνειας που ταιριάζει απόλυτα στην ηλικία και την ψυχοσύνθεση του νεαρού ιππέα. Ο Λυσίας «ντύνει» τον πελάτη του με το προφίλ του ανθρώπου της πράξης, κερδίζοντας έτσι την εμπροστoσύνη των δικαστών.

3. Η Ανατροπή των Στερεοτύπων και η Δικανική Δεινότητα
Γενικά στη λυσιακή εισαγωγή και δομή παρατηρείται η στρατηγική της προκατάληψης (προκαταλήψεις λύσις). Οι αντίπαλοι προσπαθούν να πλήξουν τον κατηγορούμενο με εξωτερικά στοιχεία (την εμφάνιση, την τάξη, το παρελθόν). Ο Λυσίας, με την κορυφαία του δικανική ευστροφία, πιάνει ακριβώς αυτά τα επιχειρήματα των αντιπάλων και τα μετατρέπει σε μπούμερανγκ εναντίον τους.

Ενώ οι αντίπαλοι λένε «κομᾷ» (έχει μακριά μαλλιά, άρα είναι αριστοκρατικός-ολιγαρχικός), ο Λυσίας απαντά: «Τι σημασία έχει η κόμη; Αυτά δεν βλάπτουν κανέναν. Το θέμα είναι ποιος χύνει το αίμα του για την πατρίδα». Με αυτόν τον τρόπο, αποδομεί το επιφανειακό επιχείρημα και μετατοπίζει το γήπεδο της κρίσης στην ουσία της πολιτικής αρετής.

4. Η Ουσία της Δημοκρατικής Ηθικής στον Λυσία
Συνολικά, ο Λυσίας στους λόγους του δεν υπερασπίζεται απλώς άτομα· υπερασπίζεται την ίδια τη λογική και τους κανόνες της αθηναϊκής δημοκρατίας. Μέσα από την πένα του, η αξία ενός πολίτη δεν κρίνεται από το κληρονομικό του δικαίωμα, ούτε από το αν ανήκει στην υψηλή τάξη ή αν ακολουθεί τις τάσεις της μόδας, αλλά από την προσφορά του στην πόλη στα δύσκολα.

Αυτή η προσκόλληση στα ἔργα αντί για τα λόγια ή την ὄψη αποτελεί τον θεμέλιο λίθο ολόκληρου του λυσιακού έργου: μια διαχρονική υπενθύμιση ότι η πραγματική αξία του ανθρώπου μετριέται στην πράξη και όχι στις προκατάληψεις της κοινωνίας.


DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him