Η Αλλοίωση του Ορθόδοξου Ήθους: Η Αντικανονικότητα του Επιταφίου και των Εγκωμίων της Παναγίας

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Πτυχιοῦχος Κλασσικῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Μεταπτυχιακός τοῦ Τομέα Ἐπιστημῶν τῆς Ἀγωγῆς, 
«Ἐφηρμοσμένη Παιδαγωγική», Διδακτική - Προγράμματα Σπουδῶν, Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Ὑπ. Δρ. Κλασσικῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


festum_dormitionis_deiparae


Εισαγωγή: Η Κρίση της Λειτουργικής συνείδησης

Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία του Χριστού δεν αποτελεί έναν οργανσμό αενάως αυτοσχεδιαζόμενο, ούτε έναν θεσμό που προσαρμόζει τη λατρεία του στις εφήμερες συναισθηματικές ανάγκες ή στις φολκλορικές αξιώσεις της εκάστοτε εποχής. Η θεία λατρεία, ως η έμψυχος έκφραση του δόγματος και της πίστεως («lex credendi, lex orandi»), διέπεται από απαρασάλευτους κανόνες, οι οποίοι θεσπίστηκαν από τους αγίους και θεοφόρους Πατέρες υπό την έμπνευση του Παναγίου Πνεύματος. Ωστόσο, η σύγχρονη εκκλησιαστική πραγματικότητα σημαδεύεται από μια επικίνδυνη λειτουργική ανομία.

Η απαγόρευση των αυθαιρεσιών στη λατρεία, η κατοχύρωση της συνοδικής τάξης και η διαφύλαξη της εκκλησιαστικής παράδοσης από νεωτερισμούς και αυτοσχεδιασμούς θεμελιώνονται σε συγκεκριμένους κανόνες των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του Ιερού Κανόνα της Ορθόδοξης Εκκλησίας:
ΛΔ΄ (34ός) Κανόνας των Αγίων Αποστόλων: Ορίζει την αρχή της συνοδικότητας και της ενότητας, απαγορεύοντας στον καθένα να ενεργεί αυτοβούλως ή να προβαίνει σε αλλαγές χωρίς τη συμφωνία και την έγκριση του «πρώτου» και των λοιπών επισκόπων, διασφαλίζοντας έτσι ότι η τάξη παραμένει κοινή και αδιασάλευτη.

Η΄ (8η) Πράξη της Ζ΄ (7ης) Οικουμενικής Συνόδου (Νίκαια Α΄, 787): Καταδικάζει ρητά και θέτει υπό αυστηρά επιτίμια «τους τολμώντας τας εκκλησιαστικάς παραδόσεις αθετείν και καινοτομίαν τινά επινοείν» ή να απορρίπτουν οτιδήποτε έχει παραδοθεί στην Εκκλησία, προστατεύοντας το απαρασάλευτο της πατερικής παράδοσης.

ΙΒ΄ (12ος) Κανόνας της ΣΤ΄ (Πενθέκτης) Οικουμενικής Συνόδου (Τρούλλος, 691): Απαγορεύει αυστηρά στους επισκόπους να ενεργούν κατά παράβαση των συνοδικών θεσμών και της εκκλησιαστικής τάξης για χάρη της προσωπικής τους βούλησης ή προς ευαρέσκεια του λαού, διαφυλάσσοντας τη θεσπισμένη λατρευτική δομή.

Ζ΄ (7ος) Κανόνας της Ζ΄ (7ης) Οικουμενικής Συνόδου: Ορίζει ότι τα πάντα στην Εκκλησία —συμπεριλαμβανομένων των κειμένων, της τάξης και των παραδόσεων— πρέπει να συμφωνούν με τα ήδη παραδοθέντα από τους Πατέρες, απαγορεύοντας την εισαγωγή ξένων και αδόκιμων στοιχείων που δεν φέρουν την έγκριση της συνοδικής παραδόσεως.
Στο επίκεντρο αυτής της εκκοσμικευτικής διολίσθησης βρίσκεται η καθιέρωση και η αλόγιστη διάδοση ενός ξένου προς την παράδοση εθίμου: της ψαλμωδίας των «Εγκωμίων» και της περιφοράς «Επιταφίου» κατά την εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου τον Δεκαπενταύγουστο. Το φαινόμενο αυτό, μακριά από το να αποτελεί ένδειξη αυξημένης ευσέβειας, συνιστά μια βαθύτατη θεολογική παρέκκλιση, μια ακούσια ή εκούσια προσβολή προς το πρόσωπο της Θεοτόκου και μια ωμή παραβίαση του επίσημου Τυπικού της Εκκλησίας.
Ενδεικτικά  παραδείγματα από την υμνογραφία:
1. Εγκώμιο Μεγάλης Παρασκευής (Α' Στάση)

Τα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής αποτελούν μέρος της επίσημης λειτουργικής τάξης της Εκκλησίας και ψάλλονται ενώπιον του Επιταφίου του Κυρίου.
*«Η ζωή εν τάφω, κατετέθης Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην.»
2. Εγκώμιο Κοιμήσεως Θεοτόκου (Α' Στάση)

Αντίστοιχα, τα Εγκώμια της Παναγίας –τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα επίσημα λειτουργικά βιβλία (Μηναία) αλλά αποτελούν τοπική συνήθεια– ακολουθούν συχνά το μέτρο και τη δομή των Εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής.
*«Η ζωή εν τάφω, κατετέθης Αγνή, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, την μετάστασιν υμνούσαι την σην.»
Σημείωση: Η σύγκριση των παραπάνω στίχων αναδεικνύει την ομοιότητα στη δομή, η οποία αποτελεί και τη βάση της κριτικής που ασκείται από όσους υποστηρίζουν ότι η ακολουθία της Κοιμήσεως μεταφέρει στοιχεία πένθους που ανήκουν αποκλειστικά στη Μεγάλη Παρασκευή σε μια εορτή που, κατά την παράδοση, είναι αναστάσιμη.
Για να καταδειχθεί πληρέστερα η απόλυτη αντιστοιχία και η κατά μίμηση δανειοδότηση των στίχων, ακολουθούν επιπλέον παράλληλα παραδείγματα από τα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής και τα αντίστοιχα αυτοσχέδια Εγκώμια της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ανά στάση:

1. Από την Α' ΣτάσηΜεγάλη Παρασκευή: «Aξιον ἐστὶ, μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην, τὸν ἐν τῷ σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα, καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.» Κοίμηση Θεοτόκου:  «Aξιον ἐστὶ, μεγαλύνειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ὑπερτεροῦσαν πάντα τὰ κτίσματα, καὶ τεκοῦσαν τὸν Δημιουργὸν τοῦ παντός.»

2. Από τη Β' ΣτάσηΜεγάλη Παρασκευή: «Ὣς βασιλεὺς, βασιλεύοντα ἄνομον, ἠδίκεις τὸν Δεσπότην, ὡς κατεκριθέντα θανάτῳ καὶ τῷ σταυρῷ.» Κοίμηση Θεοτόκου: «Ὣς ἡ ζωή, ἐτελεύτησας σαρκὶ, καὶ πρὸς τὴν ἀγήραω, καὶ θείαν λῆξιν μετέστης, ὦ Παρθένε Μάτηρ Θεοῦ.» Μεγάλη Παρασκευή: «Γενεαὶ πᾶσαι, ὕμνον τῇ ταφῇ σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.» Κοίμηση Θεοτόκου: «Γενεαὶ πᾶσαι, ὕμνον τῇ κοιμήσει, προσφέρουσι Παρθένε.»
3. Από τη Γ' ΣτάσηΜεγάλη Παρασκευή: «Αἱ γυναῖκες μύρα, τῷ τάφῳ σου Χριστέ μου, κομίζουσαι ἦλθον ὀρθρίως.» Κοίμηση Θεοτόκου: «Αἱ γυναῖκες ὕμνους, τῷ τάφῳ σου Παρθένε, κομίζουσαι ἦλθον ὀρθρίως.» Μεγάλη Παρασκευή: «Σῶσον λαόν σου, ὁ Θεὸς καὶ εὐλόγησον, τὴν κληρονομίαν σου.» Κοίμηση Θεοτόκου: «Σῶσον λαόν σου, ἡ Ἁγνὴ καὶ εὐλόγησον, τὴν κληρονομίαν σου.»


1. Η Θεολογική Αντινομία: Σύγχυση Θανάτου και Αναστάσεως

Η βασικότερη πληγή που προκαλεί αυτό το νεωτεριστικό έθιμο είναι η κατάφωρη σύγχυση μεταξύ του πένθους της σταυρικής θυσίας και της αναστάσιμης χαράς της Θεομητορικής Κοιμήσεως. Στην Ορθόδοξη υμνογραφία και δογματική, η Κοίμηση της Θεοτόκου δεν συνιστά τραγικό τέλος, ούτε άρση της ελπίδας. Όπως δηλώνει εύγλωττα το απολυτίκιο της εορτής, «ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς».

Η Παναγία «μετέστη» προς τους ουρανούς. Ο θάνατός Της είναι πέρασμα, είναι «κοίμηση», είναι πρόγευση της κοινής αναστάσεως. Η Εκκλησία δεν θρηνεί την Παναγία με όρους απελπισίας, διότι Εκείνη έγινε η γέφυρα που ένωσε τη γη με τον ουρανό.

Αντιθέτως, η κατασκευή ξύλινου κουβουκλίου (επιταφίου), η τοποθέτηση του επιτάφιου υφάσματος ή της εικόνας της κοιμωμένης Θεοτόκου στο μέσο του ναού, η ψαλμωδία θρηνητικών εγκωμίων σε τρεις στάσεις και η πένθιμη περιφορά στους δρόμους συνοδείᾳ καμπανών που κτυπούν πένθιμα, δημιουργούν μια ψευδεπίγραφη Μεγάλη Παρασκευή εν μέσω του θέρους. Η πρακτική αυτή μετατρέπει μια πανευρόσυνη δεσποτική και θεομητορική εορτή σε τάφο και οδύνη.

Πρόκειται για θεολογικό ατόπημα. Ο Επιτάφιος και τα Εγκώμια ανήκουν αποκλειστικά στον Σταurωθέντα και Αναστάντα Κύριο Ιησού Χριστό. Ο Χριστός είναι ο μόνος που κατετέθη νεκρός εν τάφω και ανέστη τριήμερος. Η εξίσωση της Παναγίας με τον Χριστό μέσω της απομίμησης του θείου πάθους συνιστά εκλαϊκευμένη μαριολατρεία, η οποία υποβιβάζει τον Χριστό και αποδίδει στη Θεοτόκο τιμές που δεν της αρμόζουν, καθώς η Παναγία παραμένει το σκεύος, ο θρόνος του Θεού, και όχι η ίδια η πηγή της θεότητας.
Ως μαριολατρεία ορίζεται η θεολογικά εσφαλμένη και αποδοκιμαστέα τάση που υπερβαίνει τα όρια της ορθόδοξης τιμής προς την Υπεραγία Θεοτόκο, αποδίδοντάς Της ιδιότητες, ρόλους ή λατρευτικές τιμές που ανήκουν αποκλειστικώς στον Τριαδικό Θεό και στον Ιησού Χριστό.

Στην Ορθόδοξη Θεολογία, η Παναγία τιμάται υπερεξόχως ως η «Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ», παραμένει ωστόσο δημιούργημα και όχι Άκτιστη Φύση. Είναι το «σκεύος» και ο «ζωαρχικός θρόνος» μέσω του οποίου συντελέστηκε η Ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού.

Όταν στη λατρεία εισάγονται πρακτικές —όπως η ψαλμωδία επιτάφιων θρήνων και η περιφορά κουβουκλίου— που εξισώνουν τη δική Της Κοίμηση με το Σταυρικό Πάθος και την Ανάσταση του Κυρίου, τότε η τιμή αλλοιώνεται σε υποκατάσταση. Η τάση αυτή προσδίδει στην Παναγία έναν ημιθεϊκό χαρακτήρα, αποκόπτοντά Της τον μεσιτικό ρόλο και μετατρέποντάς Την, κατ' ουσίαν, σε αυτόνομη πηγή σωτηρίας.

Κατά συνέπεια, η μαριολατρεία υποβιβάζει το λυτρωτικό έργο του Χριστού, ο Οποίος είναι ο μόνος Σωτηρ και Λυτρωτής του κόσμου, ενώ ταυτόχρονα αδικεί την ίδια τη Θεοτόκο, η οποία ποτέ δεν ζήτησε θεοποίηση, αλλά προτρέπει διαρκώς την ανθρωπότητα να ακολουθεί τις εντολές του Υιού Της.

2. Η Κανονική Παρακοπή και η Περιφρόνηση του Τυπικού

Πέραν της θεολογικής ασυνέπειας, η καθιέρωση του Επιταφίου της Παναγίας αποτελεί ευθεία παράβαση των κανονικών διατάξεων και του επίσημου Τυπικού της Εκκλησίας. Το εγκεκριμένο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας (όπως καταγράφηκε από τον Γεώργιο Βιολάκη και ισχύει παμψηφεί στα Πατριαρχφεία και τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες) είναι σαφέστατο και αυστηρότατο. Καταδικάζει απεριφρόνευτα κάθε καινοφανές και κακόζηλο έθιμο, αποδοκιμάζοντας ρητά τα «εγκώμια της Παναγίας» ως ξένα προς την Ορθόδοξη Ανατολική Παράδοση.

Ακολουθεί η ακριβής παράθεση του σχετικού χωρίου από το επίσημο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας (συνταχθέν υπό Γεωργίου Βιολάκη, Πρωτοψάλτου της Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, εκδοθέν εν Κωνσταντινουπόλει το 1888, σελίδες 306-307), όπου καταγράφεται η ρητή αποδοκιμασία και απαγόρευση των εγκωμίων της Θεοτόκου:
«Στον όρθρο της εορτής της Κοιμήσεως, ανήμερα στις 15 Αυγούστου, "ευθύς μετά την καταβασίαν της θ´(ωδής) συνηθίζεται ενιαχού, όπου πανηγυρίζεται η εορτή αύτη μεγαλοπρεπώς, προς πλείονα τάχα δόξα και τιμήν της Θεοτόκου, ίνα ψάλλωνται τα λεγόμενα “εγκώμια της Παναγίας”, κατά μίμησιν των του Κυρίου ημών, των ψαλλομένων εν τω όρθρω του Μ. Σαββάτου. Η Μεγάλη Εκκλησία κατακρίνουσα παν ο,τι καινοφανές και κακόζηλον, έστω και γινόμενον προς τιμήν της Θεοτόκου, αποδοκιμάζει ταύτα επισήμως και απαγορεύει μάλιστα αυστηρώς"».
Η ιστορική μνήμη της Εκκλησίας δεν είναι κενή περιεχομένου. Ήδη από τον 19ο αιώνα (συγκεκριμένα με την ιστορική Εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1865, υπό τον Μητροπολίτη Αθηνών Θεόφιλο), η Εκκλησία είχε αντιμετωπίσει την τοπική αυτή παρεκτροπή —που πρωτοεμφανίστηκε ως τοπικό έθιμο σε ορισμένα νησιά των Κυκλάδων— ως «ἀσυνῆθη καὶ πάντη ξένη» πρακτική. Οι Ιεράρχες τότε είχαν προειδοποιήσει ότι η Εκκλησία διαθέτει πλήρη, κατανυκτικότατα και θεοπρόδεκτα άσματα για την Κοίμηση, κατοχυρωμένα στα ιερά Μηναία, και δεν έχει ανάγκη από αυθαίρετα, αυτοσχέδια ποιήματα αμφιβόλου θεολογικής ποιότητας.
Η Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος με αριθμό πρωτοκόλλου 4319 και ημερομηνία 21 Απριλίου 1865 αποτελεί ένα από τα βασικότερα τεκμήρια κατά της εισαγωγής των Εγκωμίων και του Επιταφίου της Παναγίας στη λειτουργική ζωή.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της Εγκυκλίου:

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 
Πρὸς ἅπαντας τοὺς κατὰ τὸ Κράτος Σεβασμιωτάτους Ἱεράρχας.

«Πρό τινων ὀλίγων ἐνιαυτῶν ἐπληροφορήθη ἡ Σύνοδος, ὅτι ἔν τισι τῶν Κυκλάδων Νήσων - (ΣΗΜ. ΣΥΝΤ.: εθνολογικές και εκκλησιαστικές μελέτες γύρω από την εξέλιξη της λατρευτικής παράδοσης του Δεκαπενταυγούστου σημειώνουν ότι τα νησιά των Κυκλάδων που διατηρούσαν στενές ναυτικές, εμπορικές και πολιτιστικές επαφές με τα Ιεροσόλυματα και την Ανατολή —όπως η Πάρος, η Νάξος, η Σύρος και η Τήνος— αποτέλεσαν τις κοιτίδες όπου διαμορφώθηκαν και διαδόθηκαν τα τοπικά αυτά έθιμα, τα οποία στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στην ηπειρωτική Ελλάδα.) - παρεισαχθεῖσα ἐψάλλετο κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῇ 15 Αὐγούστου ἀκολουθία Ἐπιταφίου ὕμνου κατὰ μίμησιν τῆς κατὰ τὴν νύκτα τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Παρασκευῆς ψαλλομένης· καὶ ἐπειδὴ ἡ τοιαύτη ἀκολουθία εἶναι ἀσυνήθης καὶ πάντη ξένη εἰς τὴν καθ’ ὅλου ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, μήτε ἐγκεκριμένη, μηδ' ἀνεγνωρισμένη πούποτε, ἡ Σύνοδος ἀπηγόρευσεν αὐτὴν, παραγγείλασα τὰ δέοντα πρὸς τοὺς ἁρμοδίους Ἱεράρχας.

Ἐπειδὴ δ' ἐπ' ἐσχάτων ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Κυπαρισσίας [ή Καρυστίας] εἰς φυλλάδιον τοιοῦτος Ἐπιτάφιος ὕμνος εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, καὶ ἐπειδὴ τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ παρά τινος, ὅτι ἡ Σύνοδος παραδέχεται καὶ ἐπιδοκιμάζει τὸ, ὡς εἴρηται, ξένον τοῦτο ἔθιμον, διὰ τοῦτο ἀναγγέλλουσα τοῦτο πρὸς ὑμᾶς, ἐντέλλεται ὑμῖν, ἵνα μὴ ἐπιτρέψητε τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ εἰς τὴν καθ' ὑμᾶς Ποιμαντορίαν, καὶ ἐάν που τυχὸν παρεισέφρησε, νὰ ἐμποδίσητε τὴν περαιτέρω χρῆσιν αὐτοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία ἐκανόνισεν ἀνέκαθεν τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ, καὶ κατανυκτικώτατά εἰσι τὰ εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου ψαλλόμενα ἄσματα, οὐδὲ ἀνάγκη ἑτέρων ὑπάρχει, καὶ κατὰ βούλησιν ἑκάστου πεποιημένων».

Ἐν Ἀθήναις τῇ 21ῃ Ἀπριλίου 1865.

† Ὁ Ἀθηνῶν Θεόφιλος, Πρόεδρος.
† Ὁ Μεσσηνίας Προκόπιος.
† Μονεμβασίας καὶ Σπάρτης Διονύσιος.
† Ὁ Νάξου Παρθένιος.

Ὁ Γραμματεὺς Κύριλλος Χαιρωνίδης.

Ισχύει σήμερα;
Από κανονική άποψη, η απαγόρευση αυτή παραμένει ένα σημαντικό συνοδικό κείμενο που εκφράζει την επίσημη θέση της Εκκλησίας κατά της «αυθαιρεσίας» και των καινοφανών εθίμων. Παρά την εγκύκλιο, η πρακτική επικράτησε ευρέως σε πολλές ενορίες της Ελλάδας, συχνά με την ανοχή ή την ευλογία τοπικών Μητροπολιτών!!!!!! Πολλοί θεολόγοι και κληρικοί υποστηρίζουν ότι, από τη στιγμή που δεν υπάρχει μεταγενέστερη συνοδική πράξη που να καταργεί ρητά την προηγούμενη, η θέση της Συνόδου παραμένει σε ισχύ ως «θέση αρχής».


Σήμερα, ωστόσο, παρατηρείται το θλιβερό φαινόμενο οι θεματοφύλακες της τάξεως —κληρικοί και ψάλτες— να αγνοούν ή να περιφρονούν επιδεικτικά το επίσημο Τυπικό. Υπό το πρόσχημα της «λαϊκής ευσέβειας» και της προσέλκυσης του εκκλησιάσματος, επιτρέπεται σε κάθε ενορία να «ράβει και να ξηλώνει» τη λατρεία κατά το δοκούν.!!!!!!!! Αυτή η αυθαιρεσία δεν είναι απλώς μια τυπική παράβαση· είναι η κατάλυση της συνοδικότητας και της λειτουργικής συνοχής του σώματος της Εκκλησίας.


3. Η Επίδραση του Προτεσταντικού Πνεύματος και η Εκκοσμίκευση

Η αλλοίωση της λατρείας διαμέσου της εισαγωγής συναισθηματικών φολκλορικών στοιχείων - ακολουθούν και βεγγαλικά - αποκαλύπτει μια βαθύτερη ασθένεια: την αλλοτρίωση του ορθοδόξου ήθους από το πνεύμα του κοσμικού συναισθηματισμού.

Στην Ορθόδοξη Παράδοση, η συμμετοχή στη λατρεία είναι πράξη νηφάλιας πνευματικής μετοχής, εσωτερικής κατάνυξης και μυστηριακής κοινωνίας. Ο σύγχρονος θρησκευτικός συναισθηματισμός, αντίθετα, αναζητά τα «εφέ», τα εξωτερικά θεάματα, τα δακρύβρεχτα εγκώμια και τις εντυπωσιακές περιφορές που απευθύνονται στο ψυχικό συναίσθημα και όχι στην πνευματική αναγέννηση.

Η τάση αυτή φέρει τα σαφή χαρακτηριστικά της προτεσταντικοποίησης της λατρείας. Όταν η Εκκλησία χάνει τη θεολογική της αυτοσυνειδησία, καταφεύγει σε «θεατρικές» καινοτομίες για να κρατήσει το ποίμνιο προσηλωμένο. Αντί η Εκκλησία να ανυψώνει τον πιστό στο ύψος της θείας Λειτουργίας και του ορθοδόξου δόγματος, υποβιβάζει τη λατρεία στο επίπεδο της λαϊκής ψυχαγωγίας και του συναισθηματικού εντυπωσιασμού.
Η σύνδεση της λειτουργικής παρέκκλισης με την «προτεσταντικοποίηση» εστιάζει στην αλλοίωση του ορθόδοξου μυστηριακού ήθους. Στην αυθεντική Ορθόδοξη Παράδοση, η λατρεία είναι θεοκεντρική, αναμνηστική και εσχατολογική· βιώνεται ως κοινωνία με τον Άκτιστο Θεό εντός της εκκλησιαστικής κοινότητας, μακριά από κοσμικές σκοπιμότητες.

Όταν η Εκκλησία απεκδύεται τη βαθιά θεολογική της αυτοσυνειδησία, κινδυνεύει να διολισθήσει σε πρακτικές που θυμίζουν τον προτεσταντικό ορθολογισμό ή τον θρησκευτικό συναισθηματισμό. Στον Προτεσταντισμό, λόγω της αποκοπής από την ιερά Παράδοση και τη μυστηριακή ζωή, η λατρεία συχνά προσαρμόζεται στα μέτρα των ψυχολογικών αναγκών του ανθρώπου, επιδιώκοντας τον θρησκευτικό εντυπωσιασμό, το «θέαμα» και την ηθικολογία.

Η εισαγωγή εξωτερικών θεατρικών στοιχείων —όπως ξύλινα κουβούκλια, πένθιμοι επιτάφιοι, βεγγαλικά και δακρύβρεχτα εγκώμια σε μια εορτή χαράς— αποκαλύπτει ακριβώς αυτή την κρίση. Αντί το εκκλησίασμα να ανυψώνεται πνευματικά διά της αυθεντικής υμνογραφίας στα δόγματα της πίστης, η λατρεία υποβιβάζεται σε μέσο συναισθηματικής εκτόνωσης.

Αυτή η εκκοσμίκευση, αντί να προσελκύει ουσιαστικά το ποίμνιο, το απομακρύνει από το πνεύμα των Πατέρων, αντικαθιστώντας τη νηφάλια ορθόδοξη κατάνυξη με εφήμερα, ανθρωποκεντρικά «εφέ».
Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια νοοτροπία που επιβάλλει τον Επιτάφιο της Παναγίας συνοδεύεται συχνά από την πλήρη κατάργηση της νηστείας του Δεκαπενταυγούστου, τα κοσμικά γλεντοκόπια την παραμονή της εορτής μέσα στα προαύλια των ναών και την εκκοσμίκευση της πανηγύρεως. Η απομάκρυνση από το Τυπικό γεννά την ηθική και πνευματική χαλάρωση.


4. Η Ευθύνη του Ιερού Κλήρου και η Ανάγκη Επιστροφής στην Παράδοση

Η διατήρηση της ακέραιης εκκλησιαστικής τάξεως αποτελεί πρωτίστως ευθύνη του ιερού κλήρου. Οι Επίσκοποι και οι Πρεσβύτεροι δεν είναι ιδιοκτήτες της Εκκλησίας ούτε νομοθέτες· είναι οικονόμοι των μυστηρίων του Θεού και φύλακες της ιεράς Παραδόσεως. Ο 34ος Αποστολικός Κανόνας και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων είναι απόλυτες: οι κληρικοί οφείλουν να συμφωνούν με τον προκαθήμενο τους και να τηρούν την κοινή εκκλησιαστική τάξη, αποτρέποντας διχοστασίες και νεωτερισμούς.

Η ανοχή ή η ενθάρρυνση τοπικών εθίμων που αντιστρατεύονται το καθολικό Τυπικό δεν αποτελεί ποιμαντική σύνεση, αλλά ποιμαντική δειλία και εκτροπή. Η αληθινή αγάπη προς τον λαό δεν εκφράζεται με την ικανοποίηση κάθε συναισθηματικής ιδιοτροπίας ή με την εισαγωγή «ξένων» τελετουργιών, αλλά με την παιδαγωγία του πληρώματος στη γνώση της αλήθειας. Ο λαός πρέπει να διδαχθεί ότι η Παναγία τιμώμενη μεγαλύνεται διά της ακριβούς τήρησης των θεσπισμένων ύμνων, οι οποίοι είναι θεολογικώς αρτιότεροι, υψηλότεροι και καθαρότεροι από τα λαϊκότροπα και συχνά κακόζηλα «εγκώμια».


Η Επιταγή της Ορθοπραξίας

Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι το «Πάσχα του καλοκαιριού» υπό την έννοια της χαράς της μεταστάσεως και της νίκης κατά του θανάτου. Η φόρτωση αυτής της λαμπράς πανηγύρεως με πένθιμα σύμβολα, κουβούκλια, επιταφίους και θρηνητικά εγκώμια αποτελεί ξένο σώμα στο σώμα της Ορθόδοξης λατρείας.

Είναι επιτακτική ανάγκη η Ιεραρχία της Εκκλησίας, οι θεολόγοι, οι ιερείς και οι ψάλτες να αφυπνιστούν. Απαιτείται γενναία επιστροφή στην πατερική ακρίβεια, σεβασμός στο επίσημο Τυπικό και αποβολή κάθε καινοφανούς στοιχείου που αλλοιώνει το ορθόδοξο ήθος. Η Παναγία δεν έχει ανάγκη από τις αυθαίρετες θρησκευτικές υπερβολές μας· ζητεί την καθαρότητα της πίστεως, την τήρηση των εντολών του Υιού Της και τη συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας με φόβο Θεού, πίστη και αγάπη. Μόνον έτσι η λατρεία μας θα παραμείνει «λογική» και ευαρέστησις ενώπιον του Υψίστου.


DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him