Γεώργιος Τυπάλδος - Ἰακωβάτος (ΜΕΡΟΣ Γ')




Ὁ πολιτικὸς τῆς Ρωμηοσύνης
τοῦ
πρωτοπρεσβυτέρου
π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ




Ἀπὸ τὰ παραπάνω γίνεται φανερό, γιατί ὁ Ἰακωβάτος πολέμησε μὲ τόσο πάθος τὸ αὐτοκέφαλο τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀφομοίωση τῆς Ἑπτανήσου, ποὺ ἦταν μετὰ τὴν Ἕνωση ἡ φυσικὴ συνέπεια τῆς ἑλλαδικῆς αὐτοκεφαλίας. Οἱ σχετικοὶ ἀγῶνες του, μακροχρόνιοι —ἀνυποχώρητοι καὶ ἀκατάβλητοι— ἀπέβλεπαν στὴν στήριξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ποὺ ἦταν ὁ «δεσμός», ὁ ἑνοποιητικὸς παράγοντας τῆς Ρωμηοσύνης. Στὰ κείμενά του ἐμφανίζεται ὁ Ἰακωβάτος ἀπόλυτα πεπεισμένος ὅτι τὸ αὐτοκέφαλο, ἐπεκτεινόμενο στὶς ἐθνικὲς ρωμαίϊκες ἐκκλησίες, θὰ ἐπέφερε τὸ διαμελισμὸ τῆς Ρωμηοσύνης καὶ τὸν ἀφανισμό της. Αὐτὸ βέβαια προδίδει βαθειὰ γνώση τῶν μηχανισμῶν καὶ στόχων τῆς διεθνοῦς διπλωματίας τῆς ἐποχῆς του, τῶν σχεδίων δηλαδὴ τῆς εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς γιὰ τὴν τύχη τῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας.
Ἔτσι, ἐνῶ ἡ δημιουργία μικρῶν ἀνεξαρτήτων κρατῶν στὴ Βαλκανική, ποὺ ἔβαινε παράλληλα μὲ τὴν αὐτονόμηση τῶν ἐθνικῶν ἐκκλησιῶν ἀπὸ τὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, χαιρετιζόταν ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς ἀρχῆς τῶν ἐθνοτήτων ὡς ἐπιτυχία, ὁ Ἰακωβάτος τασσόταν φανερὰ ἀντίθετος σ' αὐτὲς τὶς ἐξελίξεις. Ἡ αὐτοκεφάλιση τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἰσοδυναμοῦσε γι' αὐτὸν μὲ ναρκοθέτηση
στὰ σπλάγχνα τῆς Ρωμηοσύνης.
«Μὴ πλανᾶσθε —θὰ διακηρύξει στὴ Βουλὴ τοῦ 1864— ἀπὸ μίαν μικροφιλοτιμίαν, ὅτι θέλουσι νὰ κάμωσιν αὐτοκεφάλους. Θέλουσι νὰ μᾶς περιορίσωσι, διὰ νὰ σβήσωμεν μεμονωμένοι 33
». Ὁ στόχος ἦταν συνεπῶς ἡ ἀποδυνάμωση καὶ αὐτῶν τῶν δημιουργουμένων μικρῶν κρατῶν. Ἡ διαπίστωση αὐτὴ τοῦ Ἰακωβάτου ἀποτελοῦσε ἀσφαλῶς μία ἀπὸ τὶς πιὸ βαρυσήμαντες ἀπόψεις, ποὺ ἀκούσθηκαν στὴν Ἑλληνικὴ Βουλὴ τοῦ 19ου αἰώνα. Γιατί ἀφοροῦσε ὅλη τὴν κατοπινὴ πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀρκεῖ νὰ ἀναλογισθεῖ κανεὶς τὴν πορεία τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων μέχρι τὴν ἐθνικὴ τραγωδία τοῦ 1922, γιὰ νὰ χαρακτηρίσει ἀνεπιφύλακτα τὸν Ἰακωβάτο προφήτη. Δὲν ἦταν ὅμως παρὰ ἕνας εὐφυὴς ἐκτιμητὴς τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς καὶ τῆς στάσης τῆς Φραγκιᾶς ἀπέναντι στὴ Ρωμηοσύνη. Τὰ ἐπιχειρήματά του ἀντλοῦνται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα, ὅπως διαμορφώθηκε ἀπὸ τὸ 1833, κρινόμενη βέβαια μὲ βάση τὰ κριτήρια τῶν ὀπαδῶν τῆς οἰκουμενικῆς ρωμαίϊκης ἰδέας, ὅπως ὁ Ἰακωβάτος: Οἱ ὀπαδοὶ τοῦ αὐτοκεφάλου —ὑπενθυμίζει ὁ Ἰακωβάτος— ἔπεσαν θύματα τῆς ξένης προπαγάνδας καὶ ἀποδυνάμωσαν τὸ Οἰκ. Πατριαρχεῖο, χαλαρώνοντας τοὺς δεσμοὺς τῆς Ἑλλάδος μαζί του. Τὸ ἰσχυρότερο πλῆγμα ἐναντίον του εἶναι, κατὰ τὴν κρίση του, ἡ δήμευση τῶν Μοναστηρίων. Τὴν τονίζει ἰδιαίτερα, διότι ἡ ἀφομοίωση τῆς Ἑπτανήσου θὰ ἐπέφερε καὶ ἐκεῖ τὰ ἴδια ἀποτελέσματα. Ἔτσι, παρατηρεῖ μὲ ἀπροκάλυπτη ἀγανάκτηση: «Ἐνῶ ἔπρεπε νὰ προσφέρωμεν τὸ δηνάριόν μας ὡς ἐπὶ τῶν ἀποστόλων εἰς τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν, ἔστω καὶ εὑρισκομένην ὑπὸ δουλείαν πολιτείας, ποτὲ ὅμως ἐκκλησίας..., κατηργήσαμεν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐν τῷ ἐδάφει τῆς Ἑλλάδος» 34.
Προβλέπει δὲ ὅτι ἀνάλογες ἐξελίξεις θὰ σημειωθοῦν καὶ στὶς ἄλλες βαλκανικὲς χῶρες. Ὁ Ἰακωβάτος στὸ σημεῖο αὐτὸ δὲν συμπεραίνει ἁπλῶς, χρησιμοποιώντας τὴν πολιτικὴ ὀξυδέρκειά
του. Γνώριζε καλὰ τὴν ἐξέλιξη τοῦ βουλγαρικοῦ ζητήματος, ποὺ ἀντιμετώπιζε στὸ Πατριαρχεῖο ὁ ἀδελφός του Κωνσταντῖνος. Ἔτσι, καταλήγει νὰ ἀποκαλεῖ τὸ αὐτοκέφαλο «ἀνόητο» καὶ «ἀντιχριστιανικό» 35.
Τὸ αὐτοκέφαλο, συνδυασμένο μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀφομοίωση τῆς Ἑπτανήσου, θὰ μένει μόνιμο πρόβλημα τοῦ Ἰακωβάτου στὴν πολιτική του δράση. Ὅπως ὁ ἀδελφός του Κωνσταντῖνος 36 καὶ ὁ Οἰκονόμος, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ὀπαδοὶ τῆς «ἀνατολικῆς παρατάξεως», θὰ θεωρεῖ ὁ Ἰακωβάτος τὸ αὐτοκέφαλο ὡς ἀρχὴ ὅλων τῶν μετέπειτα «ὠδίνων» τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους. Ἀπὸ μερικὲς πολὺ χαρακτηριστικὲς δηλώσεις του μποροῦμε νὰ συναγάγουμε τὸ πλαίσιο, στὸ ὁποῖο ἐκινεῖτο ὁ σχετικὸς Ἰακωβάτειος στοχασμός. Τὸ αὐτοκέφαλο συνδέθηκε πρώτιστα μὲ τὴν πολιτειοκρατία, στὶς σχέσεις Ἐκκλησίας – Πολιτείας μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταστεῖ ἡ Ἐκκλησία «ὑπηρέτρια τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας τῶν Βαυαρῶν». «Οἱ ἄτιμοι Ὀθωνικοὶ τόμοι —πρόκειται γιὰ γνήσια Ἰακωβάτεια διατύπωση— κατέστησαν (τοὺς Ἐπισκόπους) κλητῆρας Νομαρχίας καὶ Εἰσαγγελίας». Αὐτὰ γράφηκαν στὰ 1866 στὸ ἀνώνυμο ἐργίδιο τοῦ Ἰακωβάτου «ὁ Ντζαλίμης καὶ ὁ Μόσχος», ποὺ στόχο του ἔχει τὸ ἤδη λυμένο κατὰ τρόπο ἀντίθετο μὲ τὴν ἰδεολογία τοῦ Ἰακωβάτου ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀφομοίωσης τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὸ ἑλλαδικὸ ἐκκλησιαστικὸ καθεστώς. Τὸ  tertium comparationis εἶναι ἐδῶ ὁ τρόπος ἐκλογῆς τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, ὅπως διαμορφώθηκε μὲ τὴν πολιτειοκρατία τοῦ 1833 καὶ τῶν Νόμων Σ´ καὶ ΣΑ´ τοῦ 1852 37. Ὁ Ἰακωβάτος, γνωρίζοντας τὴν κανονικὴ πράξη τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ καὶ τὸ καθεστὼς τῆς Ἑπτανήσου, ἦταν ταγμένος ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς καὶ κατὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν Ἐπισκόπων ἀπὸ τὴν Πολιτεία.
Βέβαια εἶναι περίεργο ὅτι ὁ Ἰακωβάτος δὲν ἐνθυμεῖται ἐδῶ ὅτι καὶ ὁ Κοραῆς στὰ 1822 εἶχε ζητήσει στὶς Σημειώσεις του γιὰ τὸ «Προσωρινὸν πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος», νὰ ὑπαχθεῖ ὁ ἐκκλησιαστικὸς ὀργανισμὸς στὸν Λειτουργὸ (ὑπουργὸ) τῆς Δημόσιας Παιδείας, μαζὶ μὲ τὴν ἀστυνομία καὶ τὴ δικαιοσύνη. Ἐνθυμεῖται ὅμως τοὺς κοραϊστὲς διανοουμένους, ποὺ εἶχαν συνεργασθεῖ μὲ τὸν Ὄθωνα στὴν ὑποδούλωση τῆς Ἐκκλησίας: «Ναί! Ψεύδομεν ἡμεῖς ἡμᾶς αὐτούς, εἰπόντας ὅτι οἱ Νόμοι ἐκεῖνοι, ἐπεβλήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ Ἑβραίων καὶ Διαμαρτυρομένων, διό τι οὐδὲν ψευδέστερον τούτου. Ὄντως ἐπέβαλον τοὺς Νόμους ἐκείνους ὀρθόδοξοι καὶ οἱονεὶ ὁμογενεῖς, ἀλλ ̓ ἄθρησκοι βολταιριανοί, πολυπρόσωποι καὶ πολυώνυμοι...».
Τὸ τελευταῖο παράθεμα ἀπαιτεῖ κάποια ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση, γιατί συνιστᾶ ἕνα πολὺ δυνατὸ κείμενο, ποὺ συμπυκνώνει τὸ ρωμαίϊκο στοχασμὸ τοῦ Ἰακωβάτου γιὰ τὶς συ-νέπειες τοῦ αὐτοκέφαλου. Στοχεύοντας στὴν ἀπόκρουση τῶν πολιτικὰ καὶ ἰδεολογικὰ ἀντιπάλων του, τῶν ὀπαδῶν δηλαδὴ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἰδέας, διορθώνει τὶς θέσεις, ποὺ εἶχε ὑποστηρίξει στὴν ἀγόρευσή του γιὰ τὸ Σύνταγμα τὸ 1864.
Ἐκεῖ εἶχε ἀποδώσει τὴ νομοθεσία, ποὺ ἀνέτρεπε τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη, στοὺς Βαυαρούς 38, ἀποδίδοντας σ ̓ αὐτοὺς καὶ τὴν εὐθύνη. Τώρα ὅμως ἐπικεντρώνει τὴν εὐθύνη στοὺς δυτικόφιλους συνεργάτες τῶν Βαυαρῶν, τοὺς «ὁμοδόξους», ὀρθοδόξους δηλαδὴ τυπικά. Ὁ χαρακτηρισμὸς «οἱονεὶ ὁμογενεῖς» εἶναι τὸ λεπτότερο σημεῖο στὸ λόγο τοῦ Ἰακωβάτου. Δὲν τοὺς θεωρεῖ γνήσιους «ὁμογενεῖς», γιατί νομοθετώντας ἀντίθετα μὲ τὴν ρωμαίϊκη παράδοση, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἀνήκουν στὸ «γένος». Ἔτσι δικαιολογοῦνται οἱ ἑπόμενοι χαρακτηρισμοί, ποὺ ἐκφράζουν τὴν κατὰ τὸν Ἰακωβάτο ἀπόχρωση τῆς ἀλλοτρίωσής τους (ὀπαδοὶ τοῦ Γαλλικοῦ Διαφωτισμοῦ).
Τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τοῦ Ἰακωβάτου φαίνεται νὰ συγκρούεται καὶ μὲ ὅλες τὶς ἄλλες ἀλλοιώσεις, ποὺ εἰσήγαγε ἡ πολιτειοκρατία συνεπείᾳ τοῦ αὐτοκεφάλου. Αὐτὸς πιστὸς στὴν παράδοση τῆς Ρωμηοσύνης δεχόταν Ἐκκλησία ἀνεξάρτητη ἀπὸ
τὴν πολιτικὴ ἐξουσία μέσα στὸ σχῆμα τῆς «συναλληλίας». Καὶ σ ̓ αὐτὸ τὸ σημεῖο θεωρεῖ τὴν ἑπτανησιακὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση τελειότερη ἔναντι ἐκείνης τῆς μεταβαυαρικῆς Ἑλλάδος. Γιατί παρὰ τὴν δίωξη τῆς ὀρθοδοξίας «ἐπὶ τῆς δυτικοκρατίας», «οἱ Ἰόνιοι διετήρησαν τὴν Ἐκκλησίαν ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν» 39.
Δὲν μποροῦσε ἐπίσης νὰ δεχθεῖ τὴν βαυαρικὴ ὑπαλληλοποίηση τοῦ κλήρου, μὲ τὸ νὰ μισθοδοτοῦνται οἱ κληρικοὶ ἀπὸ τὸ κράτος
40, ἀπαιτοῦσε δὲ «νὰ χειρίζεται» ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν Ἐπισκόπων τὴν περιουσία της 41. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ἀντίθεσή του πρὸς κάθε ἔννοια «ἐπισήμου Ἐκκλησίας», θεσμοῦ δηλαδὴ τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ἀπαίτησή του νὰ καταργηθεῖ 42. Τὴ «διαρκῆ», ἄλλωστε, πενταμελῆ σύνοδο τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖ «ἀντικανονική», ὡς θεσμὸ «ξενικόν, ἀντεθνικὸν καὶ ἀντιεκκλησιαστικόν». 43
Τὸν θεσμὸ τῆς «διαρκοῦς συνόδου» θεωρεῖ ἐπιζήμιο στὴ διαποίμανση τοῦ ποιμνίου καὶ ὡς καταρράκωση τῆς αὐτοτελείας τῶν Ἐπισκόπων 44. Τὴν αὐτοτέλεια τῶν Ἐπισκόπων θέλησε, ἄλλωστε, νὰ στερεώσει μὲ τὴν τροπολογία του στὸ ἄρθρο 2 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 45. Τὴν παρουσία τῶν Ἐπισκόπων κοντὰ στὸ ποίμνιό τους θεωρεῖ ἀπαράβατη, ὡς καὶ τὴν ἀνάγκη μεγάλου ἀριθμοῦ Ἐπισκόπων, εἰ δυνατὸν σὲ κάθε πόλη καὶ νησί. Τὸ διακόνημα-ἀξίωμα τοῦ Ἐπισκόπου θεωρεῖ πολὺ ὑψηλό, καὶ γι' αὐτὸ θὰ ἐναντιωθεῖ στὰ «σιμωνιακὰ» τοῦ 1879, θεωρώντας τὴ σιμωνία «ὡς τὴν πρώτην αἵρεσιν, τὴν ἀρνουμένην τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν». Τὴν διασφάλιση δὲ τοῦ κύρους καὶ πνευματικοῦ ὕφους τῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖ ἀπόλυτη προϋπόθεση γιὰ τὴν ὀρθὴ διάπλαση τοῦ λαοῦ 46.
Τὴ σημασία τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὴν ἱστορικὴ ὕπαρξη καὶ συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ συνοψίζει περαιτέρω ἡ ἀκόλουθη διακήρυξή του: «Ἂν δύσει ὁ ἥλιος τῆς ὀρθοδοξίας, ἄλλο τι δὲν μένει ἢ ὅτι συνήλθομεν ἐκ τῶν τεσσάρων περάτων τοῦ κόσμου, ἄλλο τι δὲν μένομεν, εἰμὴ ἀγέλη» 47.
Δὲ θὰ μποροῦσε νὰ διατυπωθεῖ παραστατικότερα ἡ ρωμαίϊκη ἰδεολογία τοῦ Ἰακωβάτου, τὴν ὁποία μάταια ἀγωνιζόταν νὰ διασώσει καὶ μεταδώσει στὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα τῆς ἐποχῆς του, ἡ ὁποία ὅμως προσδιοριζόταν οὐσιαστικὰ ἀπὸ πολιτικούς, ποὺ εἶχαν ὁριστικὰ πιὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴ δική του ἰδεολογικὴ τοποθέτηση, παραδομένοι χωρὶς ἀναστολὲς στὴν εὐρωπαϊκὴ πολιτικὴ γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ μέλλον της.

Ὑποσημειώσεις:

33. Στὸ ἴδιο, σ. 31.
34. Στὸ ἴδιο, σ. 20.
35. Στὸ ἴδιο. Εἶναι πραγματικὰ «προφητικὰ» τὰ λόγια του: «Ἀλλὰ μὴ ἀπαιτήσετε, ὅταν σεῖς κηρύττεσθε αὐτοκέφαλοι, καὶ ἄλλο ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὀλιγωτέρους δεσμοὺς μὲ τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν, νὰ κηρύττεται αὐτοκέφαλον καὶ αὐτό [...] Θέλετε; δὲν θέλετε, διότι ἅμα ἠκούσατε ὅτι οἱ Βούλγαροι ἀπαιτοῦν τὴν Ἐκκλησίαν αὐτῶν ἀνεξάρτητον, ὠρύεσθε ὡς λέοντες, ἐνῶ ἔπρεπε νὰ χειροκροτήσετε τοὺς Βουλγάρους. Μόνον ἡμεῖς δὲν ὠφείλομεν νὰ χειροκροτήσωμεν αὐτούς, διότι δὲν ἐγκρίνομεν τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας». (Ἀγορεύσεις, σ. 20). Καὶ σ ̓ ἄλλο σημεῖο: «Δημεύετε, δημεύετε τὰ μοναστήρια τῆς Ἑλλάδος. Ἔρχεται ἡ θεία δίκη καὶ θέλουσι δημευθεῖ καὶ ἀπὸ ἄλλα ἔθνη. Καὶ οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι θὰ φωνάζετε, εἶσθε ὑμεῖς, ἀλλὰ θὰ εἶσθε ἀναπολόγητοι, διότι σεῖς εἶσθε τὸ σκάνδαλον, σεῖς ἐδώσατε τὴν ἀφορμήν, διότι πρῶτοι σεῖς ἐξεβιάσατε καὶ ἀπεσκυβαλίσατε τοὺς Πατριάρχας καὶ τὴν μεγάλην Ἐκκλησίαν, ὧν ἐδημεύσατε τὰ κτήματα. Σεῖς ἐζητήσατε τὸ αὐτοκέφαλον, τὸ ἀνόητον, τὸ ἀντιχριστιανικὸν αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας». (Ἀγορεύσεις, σ. 19/20).
36. 1795 – 1867. Καθηγητὴς τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας (1826 – 1839) καὶ πρῶτος Σχολάρχης τῆς Ἱ. Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης· (1844
– 1864).
37. Μὲ τὴν «Διακήρυξιν, Περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας» τῆς 23 Ἰουλίου/4 Αὐγούστου 1833 (ἄρθρ. 16) ἑδραιώνεται ἡ πολιτειοκρατία στὴν ἐκλογὴ τῶν Ἐπισκόπων, ποὺ «διορίζονται» οἱ ὑπάλληλοι, μὲ τὸν Νόμο δὲ Σ' τοῦ 1852 καθορίζονται τὰ «Περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐπισκόπων...» καὶ τὸ «τριπρόσωπον» στὴν ἐκλογή τους (ἄρθρο Γ´). (Βλ. Θεοκλ. Α. Στράγκα, Ἐκκλησίας Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν (1817-1967), τ. Α´, Ἀθῆναι 1969, σ. 62 καὶ 253).
38 . Ἀγορεύσεις, σ. 31: Ζητᾶ κατάργηση ἐκείνων, «τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐπὶ τῆς εἰσβολῆς τῶν Βαυαρῶν». Καὶ στὰ 1865 (στὸ ἴδιο, σ. 121) θὰ μιλήσει «περὶ εἰσβαλόντων Βαυαρῶν καὶ Ἑβραίων». Τὸ «Ἑβραίων» ἐδῶ ἢ σημαίνει «τεκτόνων» ἢ —τὸ πιθανότερο— «ἐχθρῶν τῆς χριστιανικῆς πίστεως».
39. Ἀγορεύσεις, σ. 74. Γι ̓ αὐτο καὶ ζητοῦσε ἀφομοίωση τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἑπτανησιακή.
40. Ἀγορεύσεις, σ. 75, 76, 78.
41. Ἀγορεύσεις, σ. 75 ἑ., 80, 84.
42. Ἀγορεύσεις, σ. 248.
43. Ἀγορεύσεις, σ. 62: «Ἐὰν διαλυθῆ ἡ Σύνοδος, οὐδεμία ζημία· διαλύετε ἕνα θεσμὸν ξενικόν, διαλύετε ἕνα θεσμὸν ἀντεθνικὸν καὶ ἀντεκκλησιαστικόν, ὅπως συμμορφωθῆτε μὲ τοὺς κανόνας...».
44. Ἀγορεύσεις, σ. 230: «Κατεπατήθη τὸ ἀξίωμα τῶν Ἐπισκόπων ἐδῶ πέντε Ἐπίσκοποι ἐγκαταλείπουσι τὰς Ἐκκλησίας των καὶ ἐρχόμενοι εἰς τὴν Καπύην τῶν Ἀθηνῶν, λησμονοῦσι τὰ πάντα, νομίζοντες ὅτι εἶναι γενικοὶ Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, αἱ δὲ ἐπαρχίαι μένουν ἄνευ Ἐπισκόπων, τριῶν ἱερέων ἀποτελούντων ἕνα Ἐπίσκοπον, ὡς πρεσβυτεριανοί!». Γιὰ τὸ πρόβλημα τῆς ΔΙΣ βλ. Γερ. Ἰ. Κονιδάρη, «Ὁ θεσμὸς καὶ ὁ καταρτισμὸς τῆς Συνόδου ἐν τῇ αὐτοκεφάλῳ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος», Νέα Σιὼν Ι (1928) σ. 627 ἑ.ἑ. (καὶ ἀνάτυπο, Ἱεροσόλυμα 1929).
45. «...Οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐνεργοῦσι τὰ ἀρχιερατικὰ αὐτῶν καθήκοντα κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως ὁ εἷς ἀπὸ τοῦ ἄλλου» (Ἀγορεύσεις, σ. 8).
46. Ἀγορεύσεις, σ. 78.
47. Στὸ ἴδιο, σ. 35



DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him