Η αυτοκρατορική Μονή Λιβός της Κωνσταντινούπολης


της
Ιωάννας Αρβανιτίδου

ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ


Η Μονή Λιβός ήταν μία από τις σημαντικότερες γυναικείες, αυτοκρατορικές μονές της Κωνσταντινούπολης. Στους χώρους της μονής φιλοξενούνταν 50 μοναχές, οι οποίες προέρχονταν από τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα της πρωτεύουσας και γι αυτόν τον λόγο στο μοναστήρι διέμενε και υπηρετικό προσωπικό.

Η Μονή Λιβός, η οποία είναι γνωστή από πηγές και ως Μονή Παναχράντου από το επίθετο που προσδίδεται στην Παναγία, χτίστηκε το 908 μ.Χ. επί αυτοκράτορος Λέοντος ΣΤ΄ Σοφού. Κτήτορας της μονής είναι ο διοικητής του βυζαντινού στόλου, Κωνσταντίνος Λίβας, ο οποίος αφιέρωσε τη μονή στην Παναγία.

Η κτητορική επιγραφή, που σώζεται στο εξωτερικό γείσο της βόρειας εκκλησίας ανάμεσα στα παράθυρα και στις ψηλότερες ζώνες των αψίδων, μας δίνει το όνομα του αφιερωτή ¨ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ¨.


ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ

Στο δεύτερο μισό του 13ου αιώνα, στο νότιο τμήμα του καθολικού, προστέθηκε ένας νέος ναός στον τύπο του μονόχωρου τρουλαίου (21 x 18μ). Η ακριβής ημερομηνία κατασκευής είναι άγνωστη, ωστόσο, η επικρατέστερη άποψη τοποθετεί την κατασκευή του ναού μεταξύ του 1282, έτος θανάτου του Μιχαήλ Η Παλαιολόγου, και του 1304, έτος θανάτου της Θεοδώρας, που θεωρείται κτήτορας του ναού.

Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, χήρα του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, αφιέρωσε το ναό στον Άγιο Πρόδρομο, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως μαυσωλείο για την ίδια και την οικογένεια των Παλαιολόγων. Πραγματικά, στο ναό του Αγίου Προδρόμου τάφηκαν πολλά μέλη της οικογένειας των Παλαιολόγων, μεταξύ των οποίων και η ίδια η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, ο γιος της αυτοκράτορας Ανδρόνικος ΙΙ, η κόρη της Ευδοκία, η μητέρα της Ειρήνη, καθώς και η Άννα Παλαιολογίνα. Η Θεοδώρα φαίνεται πως επέλεξε την κατασκευή του εν λόγω ναού, όταν καταστράφηκε το αυτοκρατορικό μαυσωλείο στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων.


ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ

Οι δύο εκκλησίες επικοινωνούσαν μεταξύ τους με δύο μεγάλα ανοίγματα, πλάτους 3,5μ, που δημιουργήθηκαν στα τέλη του 13ου αιώνα, στη βόρεια και νότια πλευρά.

Η εκκλησία του 10ου αιώνα, που είναι και το καθολικό του μοναστηριού, είναι πεντάτρουλη, με τον κεντρικό τρούλο να υπερέχει επάνω από τον κυρίως ναό, ενώ τέσσερις μικρότεροι τρούλοι καλύπτουν τα παστοφόρια και τα άκρα του νάρθηκα.

Οι εξωτερικοί τοίχοι φαίνονται να διαλύονται με μια σειρά από πεσσούς ανάμεσα στους οποίους υπάρχουν ανοίγματα, ελαφροί τοίχοι ή διαφράγματα. Αυτή η τάση ελαφρύνσεως κορυφώνεται με τη χρήση μεταλλικών ελκυστήρων στη γένεση του τεταρτοσφαιρίου της αψίδας του ναού.

Η αψίδα του ιερού είναι τρίπλευρη, αμιγώς κωνσταντινοπολίτικο στοιχείο, και εκατέρωθεν της η πρόθεση και το διακονικό σχηματίζουν, επίσης, τρίπλευρες αψίδες. Πάνω από τα μεγάλα παράθυρα υπάρχουν μεγάλες επιφάνειες με γείσα και αβαθείς τυφλές αψίδες.

Στο καθολικό της Μονής Λιβός βρίσκουμε αποκρυσταλλωμένες όλες τις βασικές αρχές της αρχιτεκτονικής της μέσης βυζαντινής περιόδου. Ο ναός ανήκει στον τύπο του τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο. Έχει διαστάσεις 13 x 9,50μ και με τον νάρθηκα, τις στοές και τις αψίδες φτάνει στα 21 x 16μ.

Ο νάρθηκας, που έχει μήκος 9,50μ και πλάτος 3,20μ, επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με τρία ανοίγματα, εκ των οποίων το κεντρικό είναι μεγαλύτερο. Στα δύο άκρα του διαμορφώνονται αβαθείς κόγχες και στο νότιο άκρο του υπάρχει πυργοειδές κλιμακοστάσιο, που οδηγούσε στο υπερώο. Η στέγαση του νάρθηκα γίνεται με τρία σταυροθόλια.

Ο κυρίως ναός έχει σταυρικό σχήμα. Οι τέσσερις κίονες διαμορφώνουν τον κεντρικό σταυρόσχημο πυρήνα και στηρίζουν τον τρούλο, που καλύπτει το χώρο. Στις τέσσερις γωνίες υπάρχουν γωνιακά διαμερίσματα.

Το τριμερές ιερό αποτελείται από το ιερό βήμα, την πρόθεση και το διακονικό. Τα παστοφόρια είναι διμερή, ωστόσο δίνουν την αίσθηση τρίκογχου λόγω των υφιστάμενων κογχών.

Το υπερώο αναπτύσσεται επάνω από τον νάρθηκα και από τα πλαϊνά κλίτη. Κοινός τόπος των ερευνητών είναι πως στο υπερώο υπήρχαν τετράκογχα παρεκκλήσια, που ήταν στεγασμένα με μικρούς θόλους, οι οποίοι προέβαλαν επάνω από το επίπεδο της στέγης. Ωστόσο, δεν υπάρχει ταύτιση απόψεων για το που ήταν τα εν λόγω παρεκκλήσια.

Παρεκκλήσια κατασκευάστηκαν εκατέρωθεν του ιερού και πρόκειται για το πρωιμότερο παράδειγμα προσκόλλησης παρεκκλησιών σε ιερό. Σήμερα, το δεξί παρεκκλήσιο έχει ενσωματωθεί στο βόρειο κλίτος της παλαιολόγιας εκκλησίας.

Η εσωτερική διακόσμηση του ναού ήταν ιδιαιτέρως πλούσια και ποιοτική. Τα ψηφιδωτά έχουν χαθεί, αλλά υπάρχουν ίχνη στο νότιο τοίχο, που πιστοποιούν την ύπαρξη τους. Ψηφιδωτά υπήρχαν, επίσης, στους θόλους.

Εξαιρετικής ποσότητας και ποιότητας ήταν και τα γλυπτά του ναού, όπως φαίνεται από τα τμήματα που έχουν σωθεί. Ορισμένα γλυπτά, μάλιστα, μιμούνται σαφώς περσικά ή αραβικά πρότυπα. Το διακοσμητικό ρεπερτόριο συμπληρώνουν Σασσανικά ανθέμια, μπουκέτα με περίπλοκα σχήματα, άστρα και αετοί σε πολύ όμορφα γλυπτά.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι ένα κόσμημα παλαιοχριστιανικής εποχής στο κέντρο της αψίδας, όπου διακρίνεται ένας σταυρός σε κυκλικό στεφάνι πλαισιωμένος από δύο πτηνά. Από τη διακόσμηση της ταινίας της αψίδας σώζονται προτομές, ύψους 36εκ., κεφαλές, καθώς και τμήματα από φωτοστέφανα.


ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ



ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ


Ιδιαίτερες είναι οι ένθετες εικόνες που βρέθηκαν στο ναό. Έχουν βρεθεί πολλά τμήματα αυτών των εικόνων, που δείχνουν ότι μπορούσαν να είναι είτε επίπεδες είτε έξεργες. Σε μερικές περιπτώσεις είναι καμπύλες, ίσως για να τοποθετηθούν στο εσωτερικό της αψίδας.

Μεταξύ των σωζόμενων ένθετων εικόνων είναι και αυτή της Αγίας Ευδοκίας, που σήμερα φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό μουσείο Κωνσταντινούπολης.


ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ

Από τα ευρήματα βγήκε το συμπέρασμα ότι με την τεχνική αυτή απεικόνιζαν, επίσης, πουλιά, ζώα και μυθολογικές παραστάσεις.

Μετά την τουρκική κατάκτηση, το συγκρότημα των δύο εκκλησιών παρέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα στα χέρια των Χριστιανών και προς το τέλος του 15ου αιώνα μετατράπηκε σε τζαμί από τον Alaeddin Αli της οικογένειας Fenari. Σε αυτή τη φάση η μετατροπή αφορούσε μόνο τη νότια Εκκλησία, του Αγίου Προδρόμου. Δημιουργήθηκε ένας μιναρές στη ΝΔ γωνία του εξωνάρθηκα, ενώ στο εσωτερικό δεν έγιναν σε σημαντικές αλλαγές, παρά μόνο καλύφθηκαν με ασβέστη τα ψηφιδωτά, τις τοιχογραφίες και όσες ταφικές διακοσμήσεις είχαν απομείνει.

Το κτίριο παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση για περίπου 140 χρόνια. Το 1633 ξέσπασε μια τεράστια πυρκαγιά, η οποία κατέστρεψε τη μισή σχεδόν πόλη και μαζί με αυτήν και τη βυζαντινή εκκλησία. Το 1636, ο Μεγάλο Βεζύρης, Vizier Bayram Pasa, αποκατέστησε το τζαμί και προέβη σε αρχιτεκτονικές αλλαγές στο εσωτερικό, αυτή τη φορά όλου του συγκροτήματος.

Μια δεύτερη καταστροφική πυρκαγιά, το 1917, επέφερε ακόμη ένα βαρύ πλήγμα στο μνημείο. Το μνημείο παρέμεινε εγκαταλελειμμένο για δώδεκα χρόνια μετά την πυρκαγιά του 1917, ώσπου τον Μάιο του 1928 ο Θ. Μακρίδης, σε συνεργασία με τον S. Casson, αποφάσισε να ασχοληθεί με το μνημείο. Με μια επιδότηση από το μουσείο Κωνσταντινούπολης και με δωρεές διαφόρων Ελλήνων και μη αφαιρέθηκαν τα στρώματα του ασβεστοκονιάματος που κάλυπταν τους τοίχους και ξεκίνησε η έρευνα.


Ενδεικτική βιβλιογραφία

Γ. Βελένης, Ερμηνεία Εξωτερικού Διάκοσμου στη Βυζαντινή Αρχιτεκτονική, Θεσσαλονίκη 1984.
O. Demus, Middle Byzantine Churches and their decoration, London 1948.
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους ,τόμ. Η΄, 275-279, 289-299
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους , τόμ. Θ΄, 394-400, 423-428
R. Krautheimer, Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική, Αθήνα 1998.
C. Mango, Byzantine Architecture, New York 1976.
T. Mathews, The Byzantine Churches of Istanbul. A photographic Survey, University Park 1976.
A. H. S. Megaw, The Chronology of Some Middle Byzantine Churches, BSA 32 (1931-32) 90-130.
A. H. S. Megaw, The monastery of Lips at Istanbul, DOP 18 (1964) 251-315.
G. Millet, L’école grecque dans l’architecture byzantine, Paris 1916.
A. Milligen, Byzantine Churches in Constantinople. Their History and Architecture, London 1912.
X. Mπούρας, Mαθήματα Iστορίας της Aρχιτεκτονικής, τόμ. B΄, Aθήνα 19953 (19751, 19802).
Χ. Μπούρας, Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, τόμ. Β΄, Αθήνα 1994 (19992).
Χ. Μπούρας, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήνα 2001.
Ι. Παζαράς, Η Βυζαντινή Γλυπτική: 7ος-12ος αι., 2000.
Ι. Παζαράς, The Glory of Byzantium: Art and Culture of the Middle Byzantine Era, A.D. 843-1261, New York 1997
A. Paspates, Βυζαντινές Μελέτες. Τοπογραφία και Ιστορία, Κωνσταντινούπολη 1877.
DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Ioanna Arvanitidou - She graduated from the Department of History and Archaeology of the Aristotle University, specializing in Archaeology and History of Art. She is writing for Φιλόλογος Ερμής since the January of 2017. Read More