Μαριολατρεία: Ἡ εἰδωλοποίησις τῆς Θεοτόκου


Τοῦ κ. Λέοντος Μπράνγκ,
Δρος Θεολογίας
ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ
Sancta Maria, Mater Dei


Διαμεσολαβητής, ἕνα κτιστὸ μέσο ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὑποκαθιστᾶ τὴν ἁγιαστικὴ ἀπουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σύμφωνα μὲ τὴν παπικὴ θεολογία εἶναι καὶ τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας.

Μάλιστα, θὰ μποροῦσε νὰ διατυπωθεῖ ἡ ἄποψη, ὅτι ἡ Μαριολατρεία, δηλαδὴ ἡ λατρεία τοῦ προσώπου τῆς Παναγίας ἢ Μαρίας, ὅπως συνηθίζουν νὰ τὴν ἀποκαλοῦν οἱ παπικοί, συμβαδίζει μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ ἄλλου διαμεσολαβητῆ, τοῦ Πάπα. Ἡ διδασκαλία γιὰ τὴν ἄσπιλο σύλληψη τῆς Μαρίας – συνεχίζουμε νὰ ἀποκαλοῦμε τὸ ἀπὸ τοὺς παπικοὺς κατασκευασμένο πρόσωπο «Μαρία», γιὰ νὰ φανερώνεται καὶ μὲ αὐτὸ ἡ διαστολὴ αὐτοῦ τοῦ φανταστικοῦ προσώπου ἀπὸ τὸ ὄντως ἱστορικὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας – διαστέλλει τὸ πρόσωπο αὐτὸ σαφῶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὅλοι βρίσκονται στὴ συνέχεια τοῦ πεσόντος ἀνθρωπίνου γένους μὲ προπάτορες τοὺς Ἀδὰμ καὶ Εὔα, καὶ τὸ μετατρέπει σὲ ἡμιθεϊκὴ μορφή.

Ἐμφανίζεται στὴ ∆ύση κατὰ τὸν 8ο αἰώνα, περίπου ταυτόχρονα μὲ τὰ περίφημα πλαστὰ κείμενα τῆς ψευδοκωνσταντινείου δωρεᾶς (778) καὶ τῶν ψευδοϊσιδωρείων διατάξεων (στὰ μέσα τοῦ 9ου αἰώνα) ποὺ στηρίζουν ἀπόλυτα τὸ παπικὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἐπεκτείνουν καὶ στὴν κοσμικὴ σφαῖρα, ὅτι δηλαδὴ ὁ Πάπας εἶναι καὶ ἡ πηγὴ τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας, θεμελιώνουν δηλαδὴ τὸν παποκαισαρισμό. Προωθεῖται κυρίως ἀπὸ τοὺς Φραγκισκανοὺς μοναχούς, διαμορφώνεται ὡς θεολογικὴ διδασκαλία ἀπὸ τὸν φραγκισκανὸ φιλόσοφο Duns Skotus (περίπου 1266 – 1308), ὁ ὁποῖος διατυπώνει τὴ θεωρία, ὅτι ἡ Μαρία ἀπὸ τὴν σύλληψή της ἦταν ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ἐνόψει τῶν ἀξιομισθιῶν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐν Τριδέντῳ Σύνοδος (1545-1563) ναὶ μὲν ἐξαιρεῖ τὸ πρόσωπο τῆς Μαρίας ἀπὸ ὅλες τὶς διδασκαλίες τῆς περὶ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, δὲν ἀνάγει ὅμως τὴ θεωρία αὐτὴ σὲ δόγμα, ἐπειδὴ στὸ θέμα αὐτὸ ὑπῆρξαν ἀντιδράσεις κυρίως ἀπὸ τὸ τάγμα τῶν ∆ομινικανῶν. Ἡ ἀναγωγὴ τῆς ἀσπίλου σύλληψης τῆς Μαρίας σὲ δόγμα πραγματοποιεῖται ἀπὸ τὸν Πάπα Πιὸ Θ ́ τὸ 1854 μὲ τὴν βούλλα «Ineffabilis Deus», τὸν Πάπα ἐκεῖνο ποὺ στὴ Α ́ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1870) διακηρύττει τὸ δόγμα γιὰ τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλάθητο τοῦ Πάπα, ὅταν διδάσκει ἀπὸ καθέδρα. Ὑποστηρίζεται ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπὸ καθέδρας κήρυξη τοῦ νέου δόγματος ἦταν μία πράξη ποὺ στόχευε στὴν ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβολὴ τοῦ ἀλάθητου τοῦ Πάπα ποὺ λίγα χρόνια ἀργότερα διατυπώνεται καὶ ἐπίσημα. Αὐτὸ σίγουρα πρέπει νὰ γίνει ἀποδεκτό. Ταυτόχρονα ὅμως σὲ πολὺ κοντινὸ χρόνο καθιερώνονται δογματικὰ τόσο ἡ ἡμιθεϊκὴ μορφὴ τῆς Μαρίας ὅσο καὶ ὁ ἀλάθητος ἄνθρωπος τῆς Ρώμης ὡς διαμεσολαβητὲς ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Τὸ ἴδιο σκηνικὸ ἐπαναλαμβάνεται στὸν 20ὸ αἰώνα. Τὸ 1950 ἀνακηρύσσεται ἀπὸ τὸν πάπα Πίο ΙΒ ́ μὲ τὴν βούλλα «Munificentissimus Deus» τὸ δόγμα τῆς ἐνσωμάτου Μεταστάσεως τῆς Μαρίας (Assumptio) καὶ στὴ Β ́ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1962-1965) ἐπικυρώνεται τόσο τὸ πρωτεῖο ὅσο καὶ τὸ ἀλάθητο τοῦ Πάπα. Καὶ ἐνῷ τὸ ἀλάθητο στὴν Α ́ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ ἀμφισβητήθηκε ἔντονα ἀπὸ μεγάλο ἀριθμὸ ἐπισκόπων, στὴν Β ́ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ ἐπιβεβαιώνεται χωρὶς καμία ἀντίδραση, μάλιστα σὲ πιὸ ριζοσπαστικὴ μορφή, ὁρίζοντας γιὰ τοὺς πιστούς: «Ὀφείλουν νὰ δεικνύουν θρησκευτικὴν ὑπακοὴν τῆς βουλήσεως καὶ τοῦ νοῦ, κατὰ τρόπον μοναδικόν, εἰς τὸ αὐθεντικὸν διδακτικὸν ἀξίωμα τοῦ ρωμαίου ποντίφηκος, καὶ ὅταν οὗτος δὲν ὁμιλῆ ἀπὸ καθέδρας».

Μετὰ τὴν Α ́ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ ἐνισχύεται ἀκόμα περισσότερο αὐτὴ ἡ ἡμιθεϊκὴ μορφὴ τῆς Μαρίας μὲ τὸ νὰ τῆς ἀποδίδονται οἱ ρόλοι τῆς «μεσίτριας» καὶ «συλλυτρώτριας» καὶ μὲ τὴν Β ́ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ ἡ Μαρία ἀνάγεται στὸ ὄγδοο κεφάλαιο τοῦ «∆ογματικοῦ Συντάγματος περὶ Ἐκκλησίας» σὲ «Μater Εcclesiae – Μητέρα τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ τίτλος τῆς «συλλυτρώτριας» ἀποδίδεται στὴν Μαρία ἤδη ἀπὸ τὸν 14ο αἰώνα μὲ τὴν ἔννοια, βέβαια, τῆς ἔμμεσης συνεργασίας στὴν ἀπολύτρωση τῶν ἀνθρώπων. Τὸν ἀποδίδει πολὺ παραστατικὰ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ πάπα Πίου ΙΒ ́ «Mystici Corporis» (1943) μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: ἡ Μαρία «προσέφερε τὸν Υἱόν της ἐπὶ τοῦ Γολγοθᾶ, συγχρόνως δὲ καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὴν θυσίαν τῶν μητρικῶν της δικαιωμάτων καὶ τῆς μητρικῆς της ἀγάπης εἰς τὸν αἰώνιον Πατέρα ὡς νέα Εὔα ὑπὲρ πάντων τῶν τέκνων τοῦ Ἀδάμ».

Ὅλα αὐτὰ τὰ παράλληλα στοιχεῖα κατὰ τὴν καθιέρωση τῶν δύο διαμεσολαβητῶν, τῆς Μαρίας καὶ τοῦ Πάπα, φανερώνουν ὅτι ἡ ἡμιθεϊκὴ μορφὴ τῆς Μαρίας, ἔτσι ὅπως δομεῖται προοδευτικὰ ἀπὸ τὴν παπικὴ θεολογία, θέλει νὰ ἐπιβεβαιώσει καὶ νὰ θεμελιώσει τὴ μοναδικὴ θέση τοῦ ρωμαίου ποντίφικα. Ὅπως ὁ Θεὸς ἀνήγαγε τὴν Μαρία σὲ ἡμίθεα ἔτσι καὶ ἀνήγαγε τὸν Πάπα σὲ ὑπεράνθρωπο μὲ τὴν πλήρη ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ γῆς καὶ τὸ ἀλάθητο.

Ἰδιαίτερη ἐντύπωση προκαλεῖ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ παπικοὶ θεολόγοι συχνὰ χρησιμοποιοῦν ρητορικὲς εἰκόνες καὶ ποιητικὲς ἐκφράσεις ἀπὸ Πατέρες τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς προκειμένου νὰ στηρίξουν τὶς κακοδοξίες στὴν Μαριολατρεία τους, ποὺ ἀσφαλῶς ἀπορρίπτονται στὸ σύνολό τους ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς Κατήχησης τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία παραπέμποντας στὴν Β ́ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ ἀποδίδει στοὺς «Πατέρες τῆς ἀνατολικῆς παραδόσεως» αὐτὴν τὴν ἡμιθεοποίηση τῆς Μαρίας λέγοντας, ὅτι αὐτοὶ οἱ Πατέρες τὴν πανηγυρίζουν ὡς «σχεδὸν πλασμένη ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ διαμορφωμένη σὲ καινούργια δημιουργία». Αὐτὸ φυσικὰ ἀποτελεῖ ἐξύβριση τῶν Ἁγίων Πατέρων μας. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ πάντα ἤξερε νὰ διακρίνει τὴ λατρεία ποὺ ἁρμόζει μόνο στὸν Θεὸ ἀπὸ τὴν τιμὴ ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν Ζ ́ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἀποδίδεται κυρίως στὴν Θεοτόκο καὶ Ἀειπάρθενο καὶ ἔπειτα καὶ σὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, ἔμεινε πάντα στὴ θεολογία καὶ τόσο πλούσια ὑμνογραφία της γιὰ τὴν Παναγία πάνω στὶς βιβλικὲς βάσεις καὶ ἐκεῖνες τῆς Παραδόσεως, χωρὶς νὰ παρεκκλίνει σὲ φανταστικὲς ἐξάρσεις. Τὰ θεολογικὰ καὶ λειτουργικὰ κείμενα τῆς Ὀρθοδοξίας βρίθουν ἀπὸ ἀναφορὲς καὶ τὴν καταφυγὴ στὶς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας ∆εσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου. Μαρτυροῦν ἔτσι τὸν πλοῦτο τῶν βιωμάτων τῶν Ἁγίων μας καὶ κυρίως τὸν πλοῦτο τοῦ βιώματος τῆς ὑπέρλαμπρης ἁγιότητας τῆς Παναγίας ἐκ μέρους ἁγίων ποιητῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἀντίθετα στοὺς παπικοὺς παρατηροῦμε φτώχεια μέχρι καὶ ἀνυπαρξία βιώματος καὶ γι’ αὐτὸ καταφυγὴ στὸν πλοῦτο τῶν εἰκόνων καὶ ἐκφράσεων τῆς Ὀρθοδοξίας προκειμένου νὰ στηρίξουν τὶς κακοδοξίες τῆς Μαριολατρείας τους.

Παρατηρήσαμε λοιπόν τὶς ὑπερβολὲς τῆς παπικῆς θεολογίας σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας ἢ κατ’ αὐτὴν Μαρίας, τὴν ὁποία μὲ τὰ καινοφανῆ τους δόγματα ἀνάγουν σὲ ἡμίθεα. Τὰ δόγματα αὐτὰ γιὰ τὴν ἄσπιλο σύλληψη τῆς Μαρίας καὶ τὴν ἐνσώματη μετάστασή της στοὺς οὐρανούς, τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσε νὰ τὰ ἐκλάβει κανεὶς μὲ τὴν πρώτη ματιὰ ὡς ἀνύψωση τοῦ προσώπου της, στὴν οὐσία ἀποτελοῦν ὑποτίμηση τοῦ ἱστορικοῦ προσώπου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Προβάλλεται ἕνα πλαστὸ πρόσωπο.

Δὲν ἐπιλέγεται, ὅπως τὸ πραγματικὸ ἱστορικὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου, ἀπὸ τὸν Θεὸ, ἐπειδὴ ἡ ἴδια μὲ τὴν προαίρεσή της ἐκπληρώνει μὲ μοναδικὸ τρόπο τὴν ἀποστολὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἐπειδὴ ὄντως μὲ τὴ ζωή της ἀναδεικνύεται σὲ Παναγία, ἐπειδὴ παρ’ ὅτι μέτοχος τῆς μεταπτωτικῆς φύσης ζεῖ σὰν νὰ ἦταν στὴν προπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐπιζητεῖ μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή της τὴν ἕνωση μὲ τὸ δημιουργό της καὶ γι’ αὐτὸ ἀποκαλεῖται ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριὴλ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί». Κατὰ τοὺς Παπικούς, λοιπόν, δὲν ἐπιλέγεται ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ ὅλα τὰ παραπάνω καὶ ἀνεξάντλητα ἄλλα στοιχεῖα, ἀλλὰ «ἐπιλέγεται» πρὶν ἀπὸ τὴ σύλληψή της, πρᾶγμα ἀδύνατο. Ἡ ἐπιλογὴ μπορεῖ νὰ γίνει μόνο μὲ βάση τὴν ὕπαρξη. Ἄρα δὲν ἐπιλέγεται, ἀλλὰ κατασκευάζεται πριμοδοτημένη μὲ μελλοντικὲς ἀξιομισθίες τοῦ Χριστοῦ, προκειμένου νὰ ἐξαιρεθεῖ ἀπὸ τὴ μεταπτωτικὴ ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὸν ρόλο ποὺ τῆς ἔχει προδιαγραφεῖ. Ἑπομένως καὶ τὰ λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ δὲν στέκουν, δὲν ἐκφράζουν τὴν ἀλήθεια. Εἶναι παραπλανητικά. Ἀνάμεσα σὲ ποιὲς γυναῖκες εἶναι εὐλογημένη; Ἀφοῦ πρόκειται γιὰ νέα κατασκευή, γιὰ ἕνα μὴ συγκρίσιμο μέγεθος, ἀφοῦ εἶναι κάτι ἄλλο. Τὸ ἴδιο παραπλανητικὸ εἶναι καὶ τὸ πρωτευαγγέλιο, τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ στὸ φίδι, τὸν διάβολο: «Ἔχθραν θήσω ἀνὰ μέσον σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τῆς γυναικὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς· αὐτός σου τηρήσει κεφαλήν, καὶ σὺ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν». Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὀνομάζεται γυναίκα, ἀφοῦ ὡς ἱστορικὸ πρόσωπο δὲν βρίσκεται στὴ φυσικὴ συνέχεια τῆς Εὔας, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ λέγεται νέο κατασκεύασμα.

Καὶ βέβαια, αὐτὸς ὁ Θεὸς ποὺ τὴν κατασκευάζει, εἶναι καὶ αὐτὸς ἕνα κατασκεύασμα, ἕνα εἴδωλο τῆς ἀνθρώπινης φαντασίας, ἕνας Θεὸς ἐγκλωβισμένος μέσα στὰ δικανικὰ πλαίσια τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ, ἕνας Θεός, τοῦ ὁποίου ὁ νοῦς εἶναι προσκολλημένος στὴν ἱκανοποίηση τῆς δικαιοσύνης του ποὺ μπορεῖ μόνο νὰ γίνει μὲ τὸ αἷμα τοῦ Υἱοῦ του, ὅπως τὸ εἴχαμε δεῖ σὲ παλαιότερα ἄρθρα. Καὶ ἀπὸ ἕνα τέτοιο Θεὸ τῶν ἀρρωστημένων ἀνθρώπινων φαντασιώσεων δὲν μπορεῖ νὰ προκύψει παρὰ μόνο ἕνα εἰδωλοποιημένο πρόσωπο, αὐτὸ τῆς ἡμίθεας Μαρίας, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τὰ σχέδιά του. Ἐνῷ τὸ πραγματικὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας φανερώνει σὲ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους, ὅτι ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων δὲν ἐμποδίζει τὸν ἄνθρωπο νὰ φθάσει στὸν προορισμό του, ἀλλὰ φταίει ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἡ δική του στραβὴ πορεία, τὴν ὁποία ἀκολουθεῖ καὶ ἐπιβεβαιώνει καθημερινὰ μὲ τὶς ἐπιλογές του· τὸ πρόσωπο τῆς ἡμίθεας Μαρίας δὲν ἔχει νὰ μᾶς διδάξει ἀπολύτως τίποτα γιὰ τὴ δική μας πνευματικὴ πορεία καὶ κατάσταση. Μᾶς ἐπιδεικνύει ἕνα προσωπολήπτη Θεό, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκει πάνω ἀπ’ ὅλα τὴν ἐξισορρόπηση τοῦ ἑαυτοῦ του, παίρνοντας ἱκανοποίηση γιὰ τὴν προσβολὴ ποὺ δέχθηκε ἀπὸ τοὺς πρωτοπλάστους. Ἔτσι στὸ πρόσωπο τῆς Μαρίας ἀναστέλλει τὴ φυσικὴ συνέχεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης, γιὰ νὰ πετύχει τὴν πραγματοποίηση τῶν σχεδίων του. Καὶ ἐπειδὴ ἡ παπικὴ θεολογία ὁρίζει μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς δικαιοσύνης πῶς ὀφείλει νὰ λειτουργεῖ ὁ Θεός, αὐτὴ ἡ εἰδικὴ ἀναστολὴ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος στὸ πρόσωπο τῆς Μαρίας γίνεται δυνατὴ μόνο, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἀργότερα μὲ τὸ Σταυρὸ καὶ τὰ πάθη Του προσφέρει ἀπείρως παραπάνω ἀπ’ ὅτι χρειάζεται γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῆς τρωθείσης δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ.

Ἀπὸ αὐτὰ τὰ παραπάνω, τὶς ἀξιομισθίες τοῦ Χριστοῦ, παρέχεται ἕνα μέρος ὡς πληρωμὴ ἐκ τῶν ὑστέρων γιὰ αὐτὴν τὴν εἰδικὴ παραχώρηση ποὺ γίνεται στὸ πρόσωπο τῆς Μαρίας, ὥστε νὰ γεννηθεῖ χωρὶς τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ νὰ ἀποτελέσει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἕνα ἄξιο δοχεῖο ὑποδοχῆς τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Γιὰ αὐτὸν τὸν Θεό, ἐπίσης, δὲν ὑπάρχει «τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου», ὅπως τὸ κατανοεῖ ἡ Ἁγία Γραφή, δηλαδὴ τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας τὸ ὁποῖο μὲ τὴν τόσο ἔντονη ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους της Τὸν «ἀναγκάζει» κυριολεκτικὰ νὰ γίνει ἄνθρωπος. Ὁ Θεὸς τῆς Μαρίας δὲν περιμένει νὰ κληθεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἔστω ἀπὸ ἕνα καὶ μόνο ἀπὸ τὰ δημιουργήματά Του, νὰ εἰσέρθει στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀλλὰ μπαίνει μὲ τὸ «ἔτσι θέλω» στὴ ζωή τῶν ἀνθρώπων. Καὶ κατασκευάζει γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, ὅταν κρίνει Ἐκεῖνος, τὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο τῆς Μαρίας. Ἀλλὰ προφανῶς ἡ διακριτικότητα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀπόλυτος σεβασμός Του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τοὺς Παπικοὺς εἶναι ἀμελητέος παράγοντας.




ΠΗΓΗ
 
 
 




DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. Φιλόλογος Ερμής has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him