Το Θέατρο στο Βυζάντιο- Το θρησκευτκό Θέατρο


 
του 
Θάνου Δασκαλοθανάση
 

 


 
                 "Aνύπαρκτο", ακόμα και για τους ειδικούς ως πριν από εκατόν είκοσι χρόνια, το Bυζαντινό Θέατρο παραμένει σχεδόν άγνωστο στο πλατύ κοινό. Ωστόσο, οι έρευνες του τελευταίου αιώνα έχουν αποδείξει πως οι Bυζαντινοί κάθε άλλο παρά «αθεάτριστοι» μπορεί να θεωρηθούν - αντίθετα, ήταν "φιλοθεάμονες πάντων των άλλων ανθρώπων", κατά τις μαρτυρίες της εποχής.Στις μεγάλες πόλεις των πρώτων χριστιανικών αιώνων αλλά και μετά. οι κοσμικές διασκεδάσεις και θεάματα που παρουσιάζονταν στο θέατρο και στον ιππόδρομο ήταν πολύ αγαπητά και συνδεδεμένα με την κοινωνική ζωή. Ειδικά το θέατρο στο Βυζάντιο δεν είχε την παιδευτική διάσταση του αρχαίου κλασικού δράματος, δεν έπαψε όμως να προσφέρει ευκαιρίες για διασκέδαση.

 
               Από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα για την κατανόηση και μελέτη του Βυζαντινού ανθρώπου και της κοινωνίας είναι το θέατρο και γενικότερα η διασκέδαση και η ψυχαγωγία στο Βυζάντιο. 


                Συχνά έχουμε την λανθασμένη εντύπωση πως οι Βυζαντινοί ήταν λαός ασκητών, που μόνη τους ενασχόληση είχαν την προσευχή, τη νηστεία και την εκπλήρωση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Οπωσδήποτε οι Βυζαντινοί ήταν βαθιά θρησκευόμενοι ή και θρησκόληπτοι ακόμα, και πολλές φορές έφταναν στα όρια του θρησκευτικού φανατισμού. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι δεν αγαπούσαν τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία, ήταν ιδιαίτερα φιλοθεάμονες, κληρονόμοι του ρωμαϊκού "δήμου" αλλά και των ελληνικών εθίμων.

 
                Η αρχαία Ελληνική σκηνή επί Βυζαντινής εποχής φαίνεται πως είχε εκλείψει. Αυτό συμβαίνει, γιατί είχε επέλθει η παρακμή της τραγικής τέχνης και ακόμα περισσότερο της κωμωδίας, ήδη από τα ρωμαϊκά χρόνια, αλλά και γιατί ιδιαίτερα στη πρωτοβυζαντινή εποχή, όπως προσδιορίζεται από το χριστιανισμό, ό,τι θύμιζε τον παλιό κόσμο και τον παγανισμό θα έπρεπε να εξοβελιστεί. Οι παραστάσεις με τον καιρό αραίωσαν και τελικά σταμάτησαν, γιατί η Εκκλησία είχε σοβαρούς λόγους να αντιδρά στην παράσταση αρχαίων δραμάτων, τα οποία εξυμνούσαν τους θεούς των εθνικών και τις καταπολεμούσε. Έτσι την θέση τους πήραν τα λαϊκά θεάματα, τα μιμοδράματα. 


                  Τα μόνα σκηνικά είδη που επιζούσαν ήταν ο παμπάλαιος Μίμος και το πολύ νεώτερο παρακλάδι του, ο Παντόμιμος, όπως είχαν διαμορφωθεί στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια .Μάλιστα ο Παντόμιμος, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στο λαϊκό κοινό του Βυζαντίου. Οι θεατές αποστήθιζαν τα επικολυρικά άσματα που συνόδευαν την όρχηση και τα τραγουδούσαν στους δρόμους, στα σπίτια τους, στις διασκεδάσεις τους.


                Από το κλασσικό ελληνικό Δράμα δεν είχαν απομείνει παρά μερικές σποραδικές εκτελέσεις μονολόγων-μονωδιών απ' τις αθηναϊκές τραγωδίες  (παρακαταλογαί ), που τις ερμήνευαν οι λιγοστοί τραγωδοί-συνεχιστές της διονυσιακής παράδοσης, φορώντας τα προσωπεία και τους κοθόρνους, με συνοδεία αυλού και μικρής χορωδίας. Πολλές παραστάσεις σε ανάγλυφα, του 5ου και 6ου αιώνα, μας μαρτυρούν την επιβίωση των θεατρικών αυτών σπαραγμάτων, που παρουσιάζονταν ακόμα και στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, μαζί με τις ιπποδρομίες, τα "κυνηγέσια", τις θηριομαχίες, όπως απεικονίζει και το δίπτυχο του Αναστασίου (517 μ.Χ.).


                Η πορεία του θεάτρου, καθορίστηκε μέσα από τη σύγκρουση αυτών των δυο αντίθετων τάσεων. Από τη μία η αγάπη και η ανάγκη του κόσμου για θέαμα και από την άλλη η εχθρική στάση της εκκλησίας. Παρ όλα αυτά υπερίσχυε η ανάγκη του κόσμου για το θέατρο και έτσι άρχισε σιγά σιγά να μπαίνει στη ζωή των Βυζαντινών σαν τρόπος διασκέδασης.

 
            Το είδος θεάτρου που αγαπούσε πολύ ο κόσμος και διασκέδαζε με αυτό ήταν το λαϊκό μιμοθέατρο. Μίμος αρχικά σήμαινε το θεατρικό κείμενο, ένα διάλογο από τη μυθολογία ή την καθημερινή ζωή. Αγαπημένο θέμα σάτιρας των μίμων στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους ήταν τα μυστήρια της χριστιανικής θρησκείας. Το μιμοθέατρο αξιοποιούσε συγκεκριμένους τύπους (ο φαλακρός γέρος, ο θηλυπρεπής νέος, η φανταχτερή γυναίκα), δεν χρησιμοποιούσε μάσκες και συνδύαζε τον θεατρικό διάλογο με μουσική, χορό και τολμηρά τραγούδια .Ο παντομίμος ήταν ένα θεατρικό είδος όπου ο χειροσοφιστής, ένας χορευτής με μάσκα, χόρευε ένα μυθολογικό θέμα με συνοδεία μουσικής και χορωδίας.
              Σχετικά, ο Φαίδων Κουκούλες, στο κορυφαίο σύγγραμμα του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός»,μας πληροφορεί:
 
«Αρχαία δράματα κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους εξακολουθούσαν να παριστάνουν οι ορχήστρες, οι και θαυματοποιοί καλούμενοι, μη ομιλώντας, αλλά μόνον δια των κινήσεων των μελών του σώματος και του χορού. Αυτοί, κατ’ αντίθεσιν προς τους μίμους, λάμβαναν τις υποθέσεις των παραστάσεων των εκ της μυθολογίας ή εκ των ομηρικών επών, παριστάνοντας εκ παραλλήλου βασιλείς και ιατρούς και φιλοσόφους και ρήτορας. Εννοείται ότι κατά των ορχηστρών τούτων, των οποίων οι παραστάσεις άρεσαν στον λαό, υπήρχε μεγάλη κατακραυγή εκ μέρους των εκκλησιαστικών ανδρών, οι όποιοι τους θεωρούσαν ως λύμη της κοινωνίας, προτρέποντες τους νέους ν’ απέχουν των άτοπων των θαυματοποιών επιδείξεων. Όταν στα βυζαντινά κέντρα άρχισαν να ατονούν οι παραστάσεις των αρχαίων δραμάτων και κωμωδιών, και τούτο γίνονταν στην Ανατολή από τον πέμπτο μ.Χ. αιώνα, οπότε οι Πέρσες άρχισαν να δηώνουν τις ελληνικές επαρχίες, και έπειτα μετά την κατά το 526 περικοπή υπό του Ιουστινιανού των θεατρικών δαπανών, προς δε και του πολέμου της Εκκλησίας, επικράτησαν επί της σκηνής και έτερπαν οι από της Ρωμαϊκής εποχής γνωστοί μίμοι, παίζοντας και των αρχαίων κωμικών έργα, αλλά και κωμικές σκηνές εκ του καθ’ ημέρα βίου αναπαριστώντες, με κύρια πρόσωπα ιατρούς, ρήτορες, υπηρέτες, καπήλους και, πλην άλλων, συνήθως τον μοιχόν».
 
 
             Οι πληροφορίες που έχουμε για τη βυζαντινή θεατρική δραστηριότητα συχνά προέρχονται από τους ασπονδότερους πολεμίους του λαϊκού θεάτρου, τους Πατέρες της Εκκλησίας.


               Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος μάλιστα,αφιέρωσε ολόκληρη ομιλία "προς τους καταλείψαντας την εκκλησίαν και αυτομολήσαντας προς τας ιπποδρομίας και τα θέατρα". Τον ενοχλούσαν μάλιστα όχι μόνο οι παραστάσεις μίμων, τα θεατρικά δρώμενα και οι μουσικές παραστάσεις αλλά ζητούσε από τους χριστιανούς να ξεγράψουν από τη ζωή και τη μνήμη τους κάθε λαικό τραγουδι. Από τους αγωγιάτες ζητούσε να μην τραγουδούν στο κάρο, από τις κοπέλες στον αργαλειό και από τις μανάδες να σταματήσουν τα νανουρίσματα. Άλλοι Πατέρες της εκκλησίας μέμφονταν τους πιστούς πως, ενώ αγνοούν τις Γραφές και τους ψαλμούς, ήξεραν να τραγουδούν ολημερίς τις "διαβολικές ωδές και τα πορνικά μέλη" των θεάτρων. Γι' αυτό τους συμβούλευαν, ν' αντικαταστήσουν τα θεάματα με περιπάτους στην ύπαιθρο και τα θεατρικά και ερωτικά τραγούδια, ακόμα και τα νανουρίσματα, με τους Ψαλμούς 


            Οι μίμοι και οι παντόμιμοι θεωρούνταν ανήθικα πρόσωπα,πολλές θεατρίνες και θεατρίνοι συνδύαζαν τη μιμητική με την ερωτική συνεύρεση επί πληρωμή, σε σημείο μάλιστα τέτοιο που οι λέξεις "μίμος, μιμάς,σκηνικός" να γίνουν συνώνυμες με τις λέξεις "πόρνη, πόρνος,θηλυπρεπής, πορνοβοσκός, μαστροπός". Οι μίμοι αποκαλούνταν "πολιτικοί", με την ένοια του δημόσιου, όπως οι ιερόδουλες, τα πορνεία λέγονταν και "μιμάρια" ή "μιμαρεία", το θεατρικό θέαμα ονομαζόταν και "πόρναι". 


           Μικροί θίασοι από άντρες και γυναίκες, έπαιζαν σ' ένα ξύλινο πατάρι σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους, σε γιορτές και σε παραστατικά έθιμα. Ωστόσο α σκηνικά και τα κουστούμια τους σε πολλές περιπτώσεις ήταν πλούσια και πολυτελη Ο Χρυσόστομος μιλάει για "πολυτέλεια της σκηνής", για "τάπητες" και "ασημοστόλιστα κρεβάτια", ενώ ο Γρηγόριος, πληροφορεί πως οι μίμοι "σχημάτιζαν ολόκληρη πόλη με παραπετάσματα". Σε αρκετές περιπτώσεις οι γυναίκες εμφανίζονταν στο κοινό χοεύονντας γυμνές σε σκηνές και πισίνες.


             Αλλά και η μουσική, τα τραγούδια και οι χοροί, που διάνθιζαν το μιμοθέαμα, θεωρούνταν από τους ιερείς και τους λόγιους της εποχής αισχρά και διεφθαρμένα. . \

 
              Παρά τον σκληρό πόλεμο και τους κεραυνούς που εξαπέλυαν οι Πατέρες της Εκκλησίας, το λαϊκό θέατρο, στην ταπεινή αυτή μορφή που είχε ξεπέσει, εξακολουθούσε να επιζεί. Μίμος και μάλιστα από τις πλέον διάσημες για το ταλέντο της και την ομορφιά της ήταν η γυναίκα του Ιουστινιανού και μετέπειτα αυτοκράτειρα Θεοδώρα, που έπαιζε και χόρευε ημίγυμνη στον Ιππόδρομο αλλά και σε συμπόσια πλουσίων. Στον 5ο αι. ήταν ονομαστή η χορεύτρια παντομίμας Ροδόκλεια. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις, στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια, την Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη, έπαιζαν και χόρευαν οι μίμοι. Η αυστηρότητα των νόμων και των απαγορεύσεων δεν κατόρθωνε να εξαλείψει τη μανία του λαού για θέαμα, ούτε ο Ιουστινιάνειος κώδιξ, που θεωρούσε το επάγγελμα του μίμου άτιμο.


             Έτσι ή αλλιώς, το θέατρο αποτελεί μια απ' τις ελάσσονες, βέβαια, αλλά όχι αμελητέες πτυχές του πολιτισμού της περίλαμπρης εκείνης, αλλά και τόσο αντιφατικής, περιόδου της Ιστορίας -και της ιστορίας μας.                                        



Η αναπαράσταση του μαρτυρίου των "Τριών παίδων εν καμίνω
 
 
 
Το Θρησκευτικό Θέατρο στο Βυζάντιο
 
 
 
              Kατά την Βυζαντινή περίοδο, με έντονη τη θρησκευτικότητα, αναπτύχθηκε το λεγόμενο > ή "Λόγιο Θρησκευτικό δράμα", με θεματολογία παρμένη από την Παλαιά και Καινή διαθήκη (κυρίως τ' απόκρυφα Ευαγγέλια).Τα έργα αυτά είτε συνδυάζουν αφήγηση και διάλογο είτε έχουν «δραματική» φόρμα, θεωρήθηκαν ως κανονικά θεατρικά έργα, παιγμένα ή προορισμένα για να παιχθούν στην σκηνή.


           Τις ρίζες του θρησκευτικού θεάτρου θα τις αναζητήσουμε στον 4ο αιώνα μ.Χ. Τότε ο επίσκοπος Πατάρων Μεθόδιος έγραψε το «Συμπόσιον των δέκα παρθένων». Στο έργο αυτό, που διαδραματίζεται στον κήπο τής Αρετής, δέκα παρθένες εγκωμιάζουν την παρθενία και στο τέλος όλες μαζί αναπέμπουν ύμνο προς τον Θεό. Τον 5ο αιώνα π.Χ., o Σελευκείας Βασίλειος γράφει ένα δράμα με θέμα την ζωή του οσιομάρτυρος Θέκλη. Μετά, ο Δαμασκηνός δραματουργεί την Σωσάννα και ο Στέφανος ο Σαββαϊτης τον θάνατο του Χριστού.


           Ο αιρετικός Άρειος έγραψε το θεατρικό έργο > (320 μ.Χ.),  Στον Γρηγόριο Nαζιαvζηvό, αποδόθηκε, το δραματικό έργο "Χριστός πάσχων", που χρονολογείται είτε στον 4ο και 5ο είτε στον 11ο και 12ο αιώνα, αποτελείται από 2.610 12σύλλαβους, συρραφή στίχων από αρχαίες τραγωδίες και εκκλησιαστικά κείμενα, τεχνική που ονομάζεται «κέντων».

 
           Τα «δραματικά» κείμενα είναι γραμμένα σε διαλογική μορφή. Στον Παλατίνο Κώδικα 367 του Βατικανού σώζονται >, πιθανόν από την Κύπρο, γραμμένα μεταξύ του 7ου και 13ου αιώνα.

           Το κείμενο αποτελείται από εννέα δράματα, τα εξής: «Η έγερσις του Λαζάρου», «Η Βαϊοφόρος», «Η Τράπεζα», «Ο Νιπτήρ», «Η προδοσία», «Η άρνησις του Πέτρου», «Η εξουθένωσις τού Ηρώδου», «Η Σταύρωσις» και «Η ψηλάφησις». Στις παραστάσεις αυτές πρέπει να προστεθεί και η «Εις Άδου κάθοδος».


            Όπως μας πληροφορεί το κείμενο του 13ου αιώνας, τα γεγονότα παριστάνονταν όπως περιγράφονται στα Ευαγγέλια, με κατάλληλη σύνδεση των σχετικών κομματιών, στα οποία προσέθεταν χωρία από τα απόκρυφα Ευαγγέλια. Οι ηθοποιοί απέδιδαν το διαλογικό μέρος με προσθήκες και ηθοποιία. Από τις βυζαντινές θρησκευτικές παραστάσεις, την μεγαλύτερη διάδοση είχε εκείνη του Νιπτήρος, που την ζωγράφιζαν στον νάρθηκα των ναών και γινόταν την Μεγάλη Παρασκευή. Η παράσταση αυτή είχε διατηρηθεί ως τελευταία στην Ζάκυνθο και στην Μάδυτο και παλαιότερα στην Καππαδοκία. Σήμερα γίνεται ακόμη στο Ιερό νησί της Πάτμου και στα Ιεροσόλυμα. Στην Πάτμο, ο ηγούμενος πλένει τα πόδια δώδεκα μοναχών και στα Ιεροσόλυμα ο πατριάρχης τα πόδια δώδεκα αρχιμανδριτών.

 
           Η ορθόδοξη λατρεία και λειτουργία υιοθέτησε και πρόσθεσε στοιχεία θεατρικότητας. Η αποκαθήλωση, ο επιτάφιος, η ανάσταση, αλλά και ο γαμήλιος κυκλικός "χορός του Ησαΐα" θεωρήθηκαν θεατρογενή λειτουργικά δρώμενα. Ο Μιχ. Α' ο Κηρουλάριος, πατριάρχης από το 1043, αναπαριστούσε στην Αγιά Σοφιά με ηθοποιούς, την γέννηση και την βάπτιση του Χριστού, δίνοντας λαβή για σχόλια επικριτικά εις βάρος του. Η αναπαράσταση του μαρτυρίου των "Τριών παίδων εν καμίνω", ήταν ένα ένα δρώμενο που τελούνταν κατά την προ της γεννήσεως του Χριστού εβδομάδα στην Αγιά Σοφιά. Ο επίσκοπος Liutprand που επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη το 968 αναφέρεται σε σκηνικά παιχνίδια στην Ανάληψη του Προφήτη Ηλία. 


            Από διάφορες πηγές ιδίως από χρονογράφους, πλρηφορούμαστε ότι η τελετή του Νιπτήρος γινόταν και στα ανάκτορα, και μάλιστα στον βασιλικό θάλαμο, όπου ο αυτοκράτωρ έπλενε τα πόδια δώδεκα πτωχών, ενώ απαγγελλόταν από το Ευαγγέλιο η περικοπή «Και ήρξατο νίπτειν τους πόδας των μαθητών». Μετά την τελετή, ο αυτοκράτωρ έδινε στους πτωχούς νομίσματα σε ανάμνηση των τριάκοντα αργυρίων, αμοιβή που πήρε για την προδοσία ο Ιούδας. Η λεπτομέρεια αυτή έχει ως σήμερα διατηρηθεί στην τελετή της Πάτμου. 

 
           Από τα λειτουργικά δρώμενα της βυζαντινής εποχής, δύο εξακολουθούν να επιβιώνουν στη σημερινή εποχή : το πρώτο είναι το "Άρατε πύλας - η εις Άδου κάθοδος "και δεύτερο ο "Νιπτήρ" που αναφέρεται στη νίψη των ποδιών των μαθητών από τον Ιησού κατά τον Μυστικό Δείπνο και τελείται ακόμα στην Πάτμο, το Άγιο Όρος, τα Ιεροσόλυμα και αλλού.

            Με την πάροδο του χρόνου, το θεατρικό αυτό είδος που ονομάζουμε θρησκευτικό θέατρο, ξεφεύγει περισσότερο από τον κλήρο. Γράφεται σε κατανοητή γλώσσα και ερμηνεύεται από ηθοποιούς και απλούς ανθρώπους. Καθώς θα χαλαρώνει ο ασφυκτικός κλοιός της εκκλησίας, οι συγγραφείς απομακρύνονται με τον καιρό από το θρησκευτικό δράμα και επεξεργάζονται πιο ελεύθερα θέματα. Στην Κρήτη, με την επίδραση των Βενετών και της Αναγέννησης θα αναπτυχθεί το θέατρο, που θα φθάσει στην ακμή του με τον «Ερωτόκριτο» και τα άλλα αριστουργήματα του Κρητικού Θεάτρου…






ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΠΗΓΗ
via ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ
DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. Φιλόλογος Ερμής has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him