ΠΕΡΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ - Σύγκρουσις καθηκόντων (ΜΕΡΟΣ Β')




Κ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ - Π. Χ. ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗ

ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν



 
Πολλάκις ὁ ἄνθρωπος ἵσταται ἐνώπιον μιᾶς δυσκόλου περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὀποίαν δύο - ἢ καὶ περισσότερα - καθήκοντα εὑρίσκονται πρὸ αὐτοῦ. Ἡ ἐκτέλεσις καὶ τῶν δύο εἶναι ἀκατόρθωτος. Ποῖον λοιπὸν ἀπὸ τὰ δύο πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ ποῖον νὰ παραλειφθῇ; Τὴν κατάστασιν αὐτὴν ὀνομάζομεν σύγκρουσιν τῶν καθηκόντων . 



Ἀπὸ τὴν καθημερινὴν πεῖραν γνωρίζομεν πολλὰς τοιαύτας περιπτώσεις. Ἀλλ’ ἰδίως ἡ παγκόσμιος ἱστορία καὶ λογοτεχνία ἐμφανίζει παραδείγματα, ὅπου ζωηρῶς εἰκονίζεται ἡ μεταξὺ δύο καθηκόντων σύγκρουσις. Εἰς τὴμ περίπτωσιν αὐτὴν τὰ διάφορα ἄτομα διαφόρως ἀντιδροῦν.
Μερικοὶ βαδίζουν εὐθέως πρὸς ἐκεῖνο τὁ ὁποῖον θεωροῦν πρέπον, ἄλλοι φθάνουν εἰς αὐτὸ μετὰ ἀπὸ ἀμφιταλάντευσιν πλήρη ἀγωνίας καὶ ἄλλοι μένουν ἀναποφάσιστοι καὶ ἀδρανεῖς μεταξὺ δύο ἢ περισσοτέρων.


Ὁ Σωκράτης εὑρεθεὶς πρὸ τοῦ διπλοῦ καθήκοντος σεβασμοῦ, τῆς ἰδίας ζωῆς, τὴν ὁποίαν μάλιστα, ἀδίκως ἐστερεῖτο, καὶ εὐπειθείας πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, οὐδόλως ἐδυσκολεύθη νὰ ἐκλέξῃ. Οὔτε ὁ πρῶτος ῦπατος τῆς Ρώμης, ὁ Λεύκιος Ἰούνιος Βροῦτος, ἐδίστασε προκειμένου νὰ φονεύσῃ τοὺς υἱούς του, ὅταν μαζὶ μὲ ἄλλους εὐγενεῖς νέους ἀπεδείχθησαν ἔνοχοι συνωμοσίας πρὸ ἀνατροπὴν τοῦ νεοπαγοῦς καθεστῶτος. Ὁ Βροῦτος, διηγεῖται ὁ ἱστορικός, «ἐξεδύθη τὸν πατέρα, διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὸ χρέος του ὡς ἄρχων». Οὔτε ἡ Ἀντιγόνη ἐταλαντεύθη προκειμένου νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς ταφῆς τοῦ ἀδελφοῦ παρὰ τὸ καθῆκον τῆς ὑποταγῆς εἰς τὸ πρόσταγμα τοῦ βασιλέως.


Ἀντιθέτως ἡ ἀδελφὴ αὐτῆς Ἰσμήνη ἵσταται ἐν ἀμφιβολίᾳ περὶ τοῦ δρόμου, τὸν ὁποῖον ὁφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ. Ἐν ἀρχῇ ἀρνεῖται διαρρήδην νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ταφὴν καὶ ἐλέγχει τὴν ἀδελφὴν ὡς ἀπερίσκεπτον, ὕστερον διακηρύσσει τὴν συμφωνίαν καὶ συνενοχὴν της, ἂν καὶ ὑπῆρξεν ὅλως ἀμέτοχος τῆς πράξεως.


Ὁμοίαν εἰκόνα ἀντιθέσεως παρουσιάζει ὁ Σοφόκλειος «Ἠλέκτρα».Ἡ Χρυσόθεμις δὲν ἠμπορεῖ νὰ φαντασθῇ πῶς εῖναι δυνατὸν νὰ φονεύσουν τὴν μητέρα καὶ νὰ ἀσκήσουν βίαν κατὰ τοῦ ὑπερτάτου ἄρχοντος. Ἡ Ἠλέκτρα ὅμως δὲν διστάζει οὔτε στιγμήν. Ἀρκεῖ ὅτι θὰ ἐκδικήσῃ τὸν ἄδικον φόνον τοῦ πατρός. Ὁ δὲ Ὀρέστης, διστάζων νὰ λάβῃ μίαν τόσον σοβαρὰν ἀπόφασιν, ζητεῖ πρῶτον τὴν γνώμην τοῦ μαντείου.


Εἰς τὴν Ἰφιγένειαν ἐν Αὐλίδι ὁ Ἀγαμέμνων τώρα γράφει καὶ μετ’ ὀλίγον καταστρέφει τὴν ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας καλεῖ τὴν θυγατέρα του εἰς τὴν Αὐλίδα, διὰ νὰ τὴν θυσιάσῃ εἰς τὴν Ἄρτεμιν. Καὶ δὲν εὑρίσκει ὕπνον εἰς τὴν σκηνήν του. Δὲν γνωρίζει, ἂν πρέπει νὰ φανῇ πατὴρ ἢ φύλαξ τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος. Ἡ δὲ Ἰφιγένεια, ἐνῷ κατὰ πρῶτον πἴπτει κλαίουσα εἰς τὰ γόνατα τοῦ πατρός, διὰ νὰ ἀποφύγη τὸν θάνατον, ὕστερον αἴρεται εἰς μέγα ἠθικὸν ὑψος καὶ προσφέρει ἑαυτὴν διὰ τὴν δόξαν τῆς Ἑλλάδος.


Κλασσικὸν παράδειγμα ταλαντεύσεως ἐνώπιον δύο καθηκόντων εἶναι, ὡς γνωστόν, ὁ πρῖγκιψ Ἅμλετ εἰς τὸ ὁμώνυμον ἔργον τοῦ Σαίξπηρ. Ἐνώπιον τῆς ἐπιθυμίας καὶ ὑποχρεώσεως νὰ ἐκδικήσῃ τὴν ἀγρίαν δολοφονίαν τοῦ πατρός του καὶ τῆς ἀνάγκης νὰ φθἀσῃ εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν σκοπὸν μὲ ἐλεεινὰ μέσα, ἵσταται τόσον ἀμφίβολος, ὥστε νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ σημεῖον νὰ διερωτηθῇ ἂν πρέπῃ νὰ ζῇ καὶ οὔτε εἰς αὐτὸ τὸ πρόβλημα νὰ ἠμπορῇ νὰ δώσῃ λύσιν.


Εἰς τὸ λαμπρὸν διήγημα τοῦ ἰδικοῦ μας Ἀ. Καρκαβίτσα «Ἡ θυσία» ὁ τραγικὸς πατὴρ Γιάννης Γούναρης ἀποφασίζει, ὕστερα ἀπὸ μακρὰν καἰ ἀγωνιώδη ἀμφιταλάντευσιν, νὰ θυσιάσῃ τὴν οἰκογένειάν του, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὰ χέρια τοῦ Ὀμὲρ Βρυώνη, καὶ ἀποκαλύπτει εἰς τοὺς Ἕλληνας τοῦ πολιορκημένου Μεσολογγίου τὸ σχέδον τῆς ἐπιθέσεως τῶν Τουρκαλβανῶν.


Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω παραδείγμακα καὶ ἀπὸ ἄλλα δεδομένα φαίνεται πόσον εἶναι δύσκολος ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα ποῖον καθῆκον εἶναι προτιμότερον. Τὸ νὰ εἲπωμεν ὅτι πρέπει νὰ προτιμᾶται τὸ σπουδαιότερον καθῆκον εἶναι ὡς νὰ μὴ λέγωμεν τίποτε, διότι αὐτὸ ἀκριβῶς ἐρωτᾶται, ποῖον καθῆκον εἶναι τὸ σπουδαιότερον. Κατ᾽, ἀρχὴν δυνάμεθα νὰ εἲπωμεν ὅτι ἡ σπουδαιότης του έξαρτᾶται ἐκ τοῦ προσώπου εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται. Τὸ καθῆκον π.χ. πρὸς τὸν Θεὸν εἶναι σπουδαιότερον τοῦ καθήκοντος πρὸς τοὺς ἄρχοντας τῆς πολιτείας ἢ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους. Ἀρκεῖ νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὸ εὐαγγελικὸν «ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἂξιος» (‘Ματθ. ι΄, 37).


Καὶ ἐκ τοῦ ἀντικειμένου εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπουν ἐκτιμῶνται τὰ καθήκοντα. Τὸ πρὸς τὴν ζωὴν π.χ. καθῆκον εἶναι ἀνώτερον τοῦ πρὁς τὴν περιουσίαν. Καὶ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσώπων εἰς τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν. Ἡ σωτηρία π.χ. ἔθνους ὁλοκλήρου ἢ τῆς πατρίδος εἶναι προτιμοτέρα τῆς σωτηρίας μερικῶν ἀτόμων. Τὰ καθήκοντα τῆς φιλανθρωπίας εἶναι ὑπέρτερα ἀπὸ τὰ καθήκοντα τῆς δικαιοσννης. Ἡ ζωὴ εἶναι προτιμοτέρα ἀπὸ πᾶν ἐπίγειον ἀγαθόν, ἀλλὰ τῆς ἐπαισχύντου ζωῆς αἱρετώτερος εἶναι ὁ μετὰ δόξης καὶ κοινῆς ἐλπίδος θάνατος.
Ἀλλ’ αἱ τοιαῦται διακρίσεις οὔτε ἀπόλυτον κῦρος ἔχουν οὔτε καλύπτουν ὅλας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἄτομον θὰ κληθῇ νὰ λάβῃ θέσιν. Βεβαίως ὁ ἄνθρωπος προαγόμενος καὶ τελειοποιούμενος ἠθικῶς γίνεται ὁλονὲν ἱκανώτερος εἰς τὸ νὰ διακρίνῃ τὁ προσῆκον. Διὰ τοῦτο ἡ ἀγωγὴ καὶ ἡ διδασκαλία, θρησκευτικὴ καὶ ἠθικὴ, καλοῦνται νὰ βοηθήσουν εἰς τὴν διαμόρφωσιν ὑγιοῦς φρονήματος. Ὁ βίος καταλλήλως ρυθμιζόμενος δύναται νὰ βοηθήσῃ ὄχι μόνον εἰς ἐπιλογὴν τοῦ ἠθικῶς συμφέροντος, ἀλλά, ὅπερ σπουδαιότερου, εἰς τὴν πρόληψιν τῆς συγκρούσεως τῶν καθηκόντων. Ἡ μελέτη τῶν ἱερῶν Γραφῶν καὶ τῶν ἔργων τῶν Πατέρων συντελεῖ ἀποτελεσματικῶς εἰς τὴν λύσιν τῶν ἠθικῶν προβλημάτων διὰ τῶν περιεχομένων εἰς αὐτὰς καὶ εἰς ἐκεῖνα ἀληθειῶν καὶ παραδειγμάτων. Ἐπάνω δὲ ἀπὸ ὅλα ὁ χριστιανὸς ἂς ἐπικαλῆται εἰς πᾶσαν δύσκολον περίστασιν τὸν ἐκ Θεοῦ φωτισμὸν τῆς διανοίας, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκλέξῃ τὸ πρέπον. Κατὰ τὴν συμβουλὴν τοῦ ἀδελφοθέου Ἰακώβου, «εἰ δέ τις ὑμῶν λείπεται σοφίας, αἰτείτω παρὰ τοῦ διδόντος Θεοῦ... καὶ δοθήσεται αὐτῷ» (α΄, 5). Ἄς μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἰς τὴν δύσκολον στιγμὴν πρὸ τοῦ πάθους ὁ Ἰησοῦς, Θεὸς ὤν, προσηυχήθη ἐκ βάθους ψυχῆς πρὸς τὸν οὐράνιον Πατέρα, «ἐγένετο δὲ ό ἱδρὼς αὐτοῦ ὡσεὶ θρὸμβοι αἵματος καταβαίνοντες εἰς τὴν γῆν» (Λουκ. κβ΄, 44). Πῶς ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος φαντάζεται ὅτι δύναται μόνος καὶ ἀβοήθητος νὰ βαστάσῃ τὸν ἲδιον αὐτοῦ σταυρόν; 


Ὑπὸ αὐστηροτέραν χριστιανικὴν ἔποψιν σύγκρουσις καθηκόντων δὲν δύναται νὰ νοηθῇ. Αὐτὸ ποὺ ἐμφανίζεται ὡς σύγκρουσις εἶναι συνέπεια φυσικῆς ἀτελείας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀνωμάλου ἠθικῆς ζωῆς. Καθὼς δηλαδὴ ὁ ἠθικὸς νόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιέχῃ διατάξεις ἀντιφατικὰς πρὸς ἀλλήλας, οὕτω καὶ τὰ καθήκοντα, ἀπορρέοντα ἀπὸ αὐτὰς καὶ ἀπὁ αὐτόν, δὲν ἠμποροῦν νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀντίφασιν οὔτε νὰ διαφωνοῦν. Ἓν λοιπὸν εἶναι ἑκάστοτε τὸ καθῆκον, μιᾶς πράξεως ἢ ἐκτέλεσις εἶναι σύμφωνος μέ τὁν ἠθικὸν νόμον. Δι’ αὐτὸ ὁ Αβραὰμ δέν ἐδυσκολεύθη ν’ ἀποφασίσῃ κατὰ τήν θείαν ἐντολὴν τὴν θυσίαν τοῦ υἱοῦ του Ἰσαάκ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ διαλύσῃ τὴν φαρισαϊκὴν πλεκτάνην ἐν σχέσει μὲ τὸ νόμισμα τοῦ κὴνσου διὰ τῆς ἀποστομωτικῆς ἀπαντὴσεως «ἀπόδοτε τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. κβ΄, 21). Ἀλλ’ ὁ ἄνθρωπος παρασυρόμενος ἀπὸ ποικίλας περιστάσεις, συμφέροντα, ἐλπίδας, πλάνας θεωρεί καθῆκον κάτι ποὺ δὲν εἶναι παρὰ μία ἐφήμερος ἀπαίτησις παραγόντων ξένων πρὸς τὸ θεῖον θέλημα. Πολλάκις μάλιστα ἡ λεγομένη σύγκρουσις εἶναι ὅλως ψευδὴς, ἀποτέλεσμα παρανοήσεως καὶ σοφιστείας. Τοῦτο π.χ. συνέβη μὲ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Ἡρώδου πρὸς τὴν θυγατέρα τῆς Ἡρωδιάδος, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας οῦτος εὑρέθη δῆθεν ὑποχρεωμένος νὰ προσκομίσῃ ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἰωάννου.




DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him