Δοκίμιον περί τῆς τῶν ἀνθρώπων κτηνωδίας -Ἡ ἂγρια φυλή τῶν Βουλγάρων (ΜΕΡΟΣ Β')





τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν






1.   ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑΣ

Βασική αρχή του μοντέλου αυτού είναι πως καθοριστικό και κύριο ρόλο στην διαμόρφωση του φαινοτύπου έχει η κληρονομικότητα. Εμπειρικά μιλώντας το μοντέλο αυτό δείχνει πως τα παιδιά κληρονομούν από τους γονείς τους ορισμένα σωματικά χαρακτηριστικά. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν θα πρέπει να κληρονομούν και ορισμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τους.


Οι φυσιοκράτες πίστευαν ότι τα χαρακτηριστικά των παιδιών κληρονομούνται και γι’ αυτό το λόγο θεώρησαν πως απλώς πρέπει να τα αφήνουμε να μεγαλώνουν, προφυλάσσοντάς τα μόνο από επιβλαβείς επιδράσεις του περιβάλλοντος. Συνειδητοποιούμε δηλαδή πως αυτό που χρειάζεται είναι να ευνοούμε τη φύση και κάθε προσπάθεια σκόπιμης επίδρασης δεν αποτελεί παρά παρέμβαση στους φυσικούς νόμους της ανάπτυξης της παιδικής ψυχής. Στο σημείο αυτό όμως πρέπει να υπογραμμίσουμε την επικινδυνότητα αυτής της άποψης, η οποία ισχυρίζεται πως αν κάποιο άτομο γεννηθεί έχοντας χαμηλό υπόβαθρο δεν υπάρχει καμία προοπτική βελτίωσης.

Η θεωρία αυτή ηχεί κάπως ρατσιστική σύμφωνα με τα τωρινά δεδομένα. Εξαρτάται βέβαια ποιος παιδαγωγός την εφαρμόζει και με ποιο τρόπο. Και σήμερα ακόμη υπάρχουν πολλοί υποστηρικτές της άποψης αυτής. Οι καλύτερες σχολικές επιδόσεις παιδιών μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων ερμηνεύονται από αυτούς ως αποτέλεσμα καλύτερου κληρονομικού προικισμού. Βάση της ερμηνείας αυτής αποτελεί μια διπολική ερμηνεία της νοημοσύνης, η οποία δέχεται a priori τους δύο αυτούς τύπους μαθητών, αυτών με θεωρητική νοημοσύνη, που σχετίζεται κυρίως με τα ακαδημαϊκά χρόνια και αυτών με πρακτική νοημοσύνη. Τα παιδιά αυτά θα διαπρέψουν σαφώς στο πανεπιστήμιο και προέρχονται κυρίως από τα μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Οι άριστες λοιπόν σχολικές επιδόσεις των εν λόγω παιδιών ερμηνεύονται από τους οπαδούς της θεωρίας αυτής ως αποτέλεσμα του καλύτερου κληρονομικού προικισμού. Η πρακτική νοημοσύνη από την άλλη αφορά τις ικανότητες για χειρωνακτικού τύπου εργασίες και περιλαμβάνει κυρίως παιδιά που προέρχονται από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Εύκολα, συνεπώς, μπορεί κανείς να υποθέσει και να αναλογιστεί τις προεκτάσεις που μπορεί να έχει η άποψη αυτή στη δομή και λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος.

Μια τέτοια όμως βάση και αφετηρία θεωρείται άκρως επικίνδυνη, γιατί οδηγείται στη διάκριση των κοινωνικών στρωμάτων μέσω της εκπαίδευσης, με ιδιαίτερη εύνοια φυσικά των προνομιούχων και επίλεκτων. Η διπολική αυτή θεωρία χρησιμοποιήθηκε εις βάρος κάποιων μειονοτήτων όπως είναι οι νέγροι της Αμερικής, για τους οποίους πίστευαν πως υστερούν κληρονομικά από τους λευκούς και γι’ αυτό ματαίως επιχειρείται οποιαδήποτε προσπάθεια αντισταθμιστικής αγωγής, που στόχο έχει την εξασφάλιση ίσων εκπαιδευτικών και κοινωνικών ευκαιριών.

1.   Η άγρια φυλή των Βουλγάρων

Βάσει της θεωρίας της κληρονομικότητος – έστω κι αν αυτή διαθέτει μόνον ψήγματα αληθείας – δέον να αναζητηθούν αι γεννετήσιαι καταβολαί του βούλγαρου πα-τέρα μέσω της φυλής του. Ο λαός πολύ σοφώς λέγει ότι το μήλον κάτω από την μηλέα θα πέσει. Ένας κανίβαλλος που μεγάλωσε σε μιαν ανθρωποφάγα φυλή ανθρωποφάγος θα είναι κι αυτός…

·        Ο Κρούμος

Τον Μάιο του 811 – γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος ιστορικός - ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ αποφάσισε να εκστρατεύσει κατά του Βούλγαρου ηγεμόνα Κρούμου, ο οποίος είχε εξελιχθεί σε έναν επικίνδυνο αντίπαλο για την Κωνσταντινούπολη. Προκειμένου να χρηματοδοτήσει την εκστρατεία του διέταξε την αύξηση των φόρων στις εκκλησίες και τα μοναστήρια και την είσπραξή καθυστερούμενων τελών από τους πλούσιους. Ο πατρίκιος Σαλιβαράς του επέστησε την προσοχή ότι αυτά τα μέτρα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανατροπή του. Ο Νικηφόρος έμεινε αμετάπειστος και συγκέντρωσε όλους τους άνδρες που μπορούσε από την Θράκη και τη Μικρά Ασία, μεταξύ των οποίων και πολλούς φτωχούς που ήταν οπλισμένοι μόνο με σφενδόνες και ραβδιά.

Τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο του 811, όταν οι Βυζαντινοί έφθασαν στο οχυρό Μαρκέλλες, ένα στρατηγικό σημείο και σταυροδρόμι οδών που κατευθύνονταν προς τα βόρεια, ο Κρούμος ζήτησε ειρήνη από τον αυτοκράτορα λέγοντάς του: «νίκησες, πάρε ότι σου αρέσει και φύγε ειρηνικά από τη χώρα». Οι σύμβουλοι του Νικηφόρου τον απέτρεψαν να συμφωνήσει με τις προτάσεις του Κρούμου και ο αυτοκράτορας συνέχισε την πορεία του προς τα βουλγαρικά εδάφη, διασχίζοντας δύσβατες περιοχές και επικίνδυνες κλεισούρες. Ο κύριος στόχος της εκστρατείας ήταν η έδρα της βουλγαρικής ηγεμονίας στην Πλίσκα, την οποία είχε εγκαταλείψει ο Κρούμος. Οι Βυζαντινοί την κατέλαβαν εύκολα εξοντώνοντας την ολιγάριθμη φρουρά της. Όταν εισήλθε στην πόλη ο αυτοκράτορας διέταξε τον στρατό του να προβεί σε σφαγές από τις οποίες δεν εξαιρέθηκαν ούτε τα βρέφη. Σύμφωνα με το Ανώνυμο Χρονικό του 811, αφού μοίρασε στους στρατιώτες τους θησαυρούς του Βούλγαρου ηγεμόνα, έλεγε χαρούμενος: «Να λοιπόν όλα αυτά που μου παρέδωσε ο Θεός και θέλω να χτίσω εδώ πόλη με το όνομά μου και να παραμείνω ονομαστός στις επόμενες γενιές».

Στη συνέχεια, δίχως να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης, προχώρησε βαθιά μέσα στη βουλγαρική επικράτεια, θέλοντας να φτάσει στην Σερδική. Σύμφωνα πάντα με το Ανώνυμο Χρονικό: «Η πορεία του κράτησε 15 ημέρες και στη διάρκεια της ο αυτοκράτορας αποδείχθηκε ιδιαίτερα αλαζονικός, αφού ούτε έβγαινε από τη σκηνή του, ούτε έδινε την οποιαδήποτε διαταγή σε κανέναν». Η συμπεριφορά αυτή είχε ως συνέπεια την χαλάρωση της πειθαρχίας στο στράτευμα και την εμφάνιση κρουσμάτων λιποταξίας. Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύτηκε ο Κρούμος και έστησε μια θανάσιμη παγίδα στις στενωπούς της Μοισίας.

Οι Βυζαντινοί εισήλθαν στα στενά χωρίς να υποψιαστούν τίποτα, λεηλατώντας την περιοχή. Στις 24 Ιουλίου οι Βυζαντινοί στρατηγοί συνειδητοποίησαν τι είχε συμβεί, ήταν όμως πολύ αργά για να αντιδράσουν. Οι Βούλγαροι είχαν φράξει όλες τις οδούς διαφυγής. Παρά τις πιέσεις των στρατηγών του για άμεση επίθεση, ο Νικηφόρος αρνήθηκε ισχυριζόμενος ότι δεν υπήρχε δυνατότητα διαφυγής «ακόμη και αν μπορούσαν να πετάξουν». Τελικά, μετά από μια καλά σχεδιασμένη νυχτερινή επιχείρηση (25 Ιουλίου) οι Βούλγαροι τσάκισαν στην κυριολεξία τους εισβολείς. Εισήλθαν μάλιστα στη σκηνή του αυτοκράτορα και τον σφάγιασαν μαζί με όλους τους στρατηγούς, τους ανώτερους αξιωματούχους και τους περισσότερους αξιωματικούς. «Πάσα ή των Ρωμαίων καλλονή διεφθάρη», κατά τον Θεοφάνη. Ο γιος του αυτοκράτορα Σταυράκιος γλύτωσε βαριά τραυματισμένος. Υπέκυψε ωστόσο, λίγο αργότερα, στα τραύματά του. Ο Κρούμος έκοψε το κεφάλι του νεκρού αυτοκράτορα και το κρέμασε σε ένα πάσσαλο για αρκετές ημέρες. Στη συνέχεια επαργύρωσε το κρανίο κατασκευάζοντας ένα κύπελλο με βάση την παράδοση των λαών της στέπας. Απ’ αυτό έπινε ο ηγεμόνας και οι ευνοούμενοι του στα συμπόσια! Ο Νικηφόρος είχε μείνει ονομαστός, αλλά όχι με τον τρόπο που φανταζόταν.

·        Σαμουήλ της Βουλγαρίας

O Σαμουήλ Β΄ ήταν Τσάρος (Αυτοκράτορας) της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας από το 997 έως τις 6 Οκτωβρίου του 1014. Από το 977 ως το 997 ήταν στρατηγός υπό το Ρομάν Α΄ της Βουλγαρίας, το δεύτερο επιζήσαντα γιό του Πέτρου Α΄ της Βουλγαρίας, και συμβασίλεψε με αυτόν, καθώς του είχε αναθέσει τη διοίκηση του στρατού και την πραγματική βασιλική εξουσία. Καθώς ο Σαμουήλ αγωνιζόταν να διατηρήσει την ανεξαρτησία της χώρας του από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η βασιλεία του χαρακτηρίστηκε από τους συνεχείς πολέμους κατά των Βυζαντινών και του εξ ίσου φιλόδοξου αυτοκράτορα Βασίλειου Β΄.

Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ο Σαμουήλ κατόρθωσε να καταγάγει αρκετές μεγάλες νίκες κατά των Βυζαντινών και να κάνει επιθετικές εκστρατείες στα εδάφη τους. Στα τέλη του 10ου αιώνα οι Βουλγαρικές στρατιές κατέλαβαν το Σερβικό πριγκιπάτο της Ντούκλια και εξεστράτευσαν κατά των Βασιλείων της Κροατίας και Ουγγαρίας. Αλλά από το 1001 αναγκάσθηκε να υπερασπίσει την Αυτοκρατορία του κυρίως έναντι των ανώτερων Βυζαντινών στρατιών. Ο Σαμουήλ πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 6 Οκτωβρίου 1014, δύο μήνες μετά την καταστροφική μάχη του Κλειδίου, και η Βουλγαρία υποτάχθηκε ολοκληρωτικά στο Βασίλειο Β΄ τέσσερα χρόνια αργότερα, τερματίζοντας την πενηντάχρονη σύγκρουση Βυζαντινών - Βουλγάρων.

Ο Σαμουήλ θεωρείτο ΄΄ανίκητος σε δύναμη και αξεπέραστος σε ρώμη΄΄. Παρόμοια σχόλια γίνονταν ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Ιωάννης Κυριώτης έγραψε ένα ποίημα, όπου κάνει ένα λογοπαίγνιο - σύγκριση μεταξύ του Βούλγαρου Αυτοκράτορα και ενός κομήτη, που εμφανίσθηκε το 989.

Κατά τη βασιλεία του Σαμουήλ η Βουλγαρία απέκτησε τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους των Βαλκανίων (με τη σημαντική εξαίρεση της Θράκης) μέχρι τη νότια Ελλάδα. Μετέφερε την πρωτεύουσα από τα Σκόπια στην Οχρίδα, που ήταν το πολιτιστικό και στρατιωτικό κέντρο της νοτιοδυτικής Βουλγαρίας από τη βασιλεία του Βόρι Α΄ (852-889), και έκανε την πόλη έδρα του Βουλγαρικού Πατριαρχείου. Για το λόγο αυτό το βασίλειό του μερικές φορές ονομάζεται Δυτικό Βουλγαρικό Βασίλειο ή Δυτική Βουλγαρική Αυτοκρατορία.

Αν και η βασιλεία του Σαμουήλ έφερε το τέλος της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, στη Βουλγαρία θεωρείται ηρωικός ηγέτης.

Θέλετε να μάθετε το ποιόν του ήρωος αυτού και της σύγχρονης Βουλγαρίας; Διαβάστε την βιογραφία του… ένας μανιακός του πολέμου, πανούργος και αδίστακτος ήταν. Αρκεί εδώ να δειχθεί η τιμωρία του στρατού του Σαμουήλ υπό των βυζαντινών, το μέγεθος και το πρωτάκουστον αυτής για να καταλάβει τι είχαν τραβήξει από τους αγρίους αυτούς δια πόσα έτη εις ολόκληρην την αυτοκρατορία. Η τιμωρία ως εκδικητική και μόνον πράξις δύναται να αποδείξει τας προηγηθείασας θηριωδίας των βουλγάρων. Η μάχη στο Κλειδί και η αποφασιστικής σημασίας για την υποταγή των Βουλγάρων νίκη του Βασιλείου είναι γνωστή με την τιμωρία τύφλωση των χιλιάδων αιχμαλώτων (15000) του βουλγαρικού στρατού.

Οι Βυζαντινοί χώριζαν τους αιχμαλώτους σε ομάδες των εκατό, και ανά χίλιους τους οδηγούσαν σε ειδικό χώρο του στρατοπέδου, όπου, αφού τους έδεναν, με πυρωμένες στη φωτιά σιδερένιες βέργες τύφλωναν τους ενενήντα εννέα και από τα δύο τους μάτια, ενώ τον εκατοστό μόνο από το ένα, ούτως ώστε να χρησιμεύσει, ως οδηγός των υπολοίπων. Αμέσως μετά την τιμωρία τους οι αιχμάλωτοι αφήνονταν ελεύθεροι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Για το γεγονός αυτό, υπάρχουν δεδομένα που αναθεωρούν κάποιες απόψεις. Πριν από τη σύγκρουση στο Κλειδί, είχαν συμβεί μεγαλύτερες συγκρούσεις, όπως η μάχη στο Σπερχειό το 997, και είναι δύσκολο οι Βυζαντινοί να δέχτηκαν στο Κλειδί μια τόσο πολυπληθή επίθεση, μια που και οι δυο αντίπαλοι είχαν απώλειες, πριν την τελική νίκη των Βυζαντινών.Οι αριθμοί λοιπόν που αναφέρονται από τους Βυζαντινούς ιστορικούς είναι υπερβολικοί.

Η βυζαντινή νομοθεσία προέβλεπε ως ποινή κολασμού τόσο την τύφλωση όσο και τον ακρωτηριασμό για κάθε βυζαντινό πολίτη που θα προέβαινε σε επαναστατική ενέργεια, συνωμοσία ή στάση κατά της νόμιμης βυζαντινής εξουσίας, φορέας της οποίας ήταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Ο Βασίλειος αντιμετώπισε και τιμώρησε τους βούλγαρους αιχμαλώτους, όχι ως εχθρούς της Αυτοκρατορίας αλλά ως υπηκόους του και βυζαντινούς πολίτες που είχαν επαναστατήσει, δεδομένου ότι ήδη από το 971 το σύνολο της σημερινής βουλγαρικής επικράτειας είχε κατακτηθεί από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή και υπαχθεί στη βυζαντινή διοίκηση.

Η αφαίρεση της όρασης ήταν η τιμωρία που προέβλεπαν οι βυζαντινοί νόμοι για τους ενόχους εγκλημάτων προδοσίας, και αυτομάτως αποκλείονταν κι από τη διεκδίκηση του θρόνου, αφού δεν ήταν αρτιμελείς. Κάθε ενέργεια των Βουλγάρων εναντίον των Βυζαντινών ισοδυναμούσε με αδελφοκτόνο πόλεμο. Τη συνέκριναν με ανταρσία ενός αχάριστου γιού ενάντια στον πνευματικό του πατέρα, που την υποκινούσε ο διάβολος για τον όλεθρο των χριστιανικών ψυχών. Γι’ αυτό έπρεπε να τιμωρηθεί από τον Θεό και επομένως από τον εκπρόσωπο του στη γη, δηλαδή τον Βυζαντινό αυτοκράτορα.

Πέρα όμως από αυτή τη θεωρία που επέτρεψε σε έναν χριστιανό αυτοκράτορα να φερθεί τόσο σκληρά στους Βούλγαρους στρατιώτες, υπάρχει προφανώς και άλλη αιτία. Ο Βασίλειος Β΄ με την τύφλωση των εχθρών του και την αποστολή τους στη Βουλγαρία προκάλεσε μια πραγματική ψυχολογική παράλυση. Πέρα από το θανατηφόρο σοκ που υπέστη ο Σαμουήλ, οι υπόλοιποι Βούλγαροι ηγεμόνες τρομοκρατήθηκαν, αναλογιζόμενοι την τύχη που τους περίμενε. Επιπλέον οι οικογένειες των 15.000 στρατιωτών βίωναν ένα ασύλληπτο δράμα. Οι ακρωτηριασμένοι άνδρες ήταν μια ζωντανή, διαρκής και ζοφερή υπενθύμιση της ήττας. Κι όποιος ζει με την ήττα ξεχνά τη νίκη....

Οι βουλγαρικές πηγές ιστορούν ότι η επιστροφή των αιχμαλώτων προκάλεσε μέγα πένθος στην Αχρίδα, η οποία ήταν τότε πρωτεύουσα του βουλγαρικού κράτους. Το φρικτό και τραγικό θέαμα της πορείας των τυφλών στρατιωτών συγκλόνισε τους πάντες . Ο Σαμουήλ δεν άντεξε την ταπείνωση αυτή και, δύο μέρες μετά, ξεψύχησε από τη συντριβή και τον ψυχικό κλονισμό.

·        Οι αγριότητες των Βουλγάρων στην Μακεδονία

Ο όρος Κομιτατζής ή Κομίτης (Βουλγαρικά, Σερβικά, Σλαβομακεδονικά: Комити, Komiti, Ρουμανικά: Comitagiu, Τουρκικά: Komitacı, Αλβανικά: Komitaji) αναφέρεται στους αντάρτες, μέλη μιας μυστικής επαναστατικής οργάνωσης και συγκεκριμένα σε μέλη ανταρτικών ομάδων που δρούσαν στα Βαλκάνια κατά την διάρκεια της τελευταίας ιστορικής περιόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εναντίον των οθωμανικών αρχών.

Η λέξη Κομιτατζής προέρχεται από την αγγλική λέξη committee (προφ. κομίτι) που σημαίνει επιτροπή λέξη που χρησιμοποιήθηκε ως δάνειο στη τουρκική γλώσσα. Οι αντάρτες, ως μέλη της επιτροπής (σσ. του κομιτάτου), ταυτίστηκαν με τις επαναστατικές επιτροπές, έτσι ώστε να τους αποδοθεί η συγκεκριμένη ονομασία. Στην τουρκική ιστοριογραφία, σε αυτήν την ομάδα εντάσσονται, εκτός από τα μέλη των Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης και της Εσωτερικής Θρακικής Επαναστατικής Οργάνωσης, και οι Μακεδονομάχοι ως μέλη του Μακεδονικού Κομιτάτου.

Ο όρος κομιτατζήδες χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες στη Μακεδονία και για να χαρακτηρίσει τους εξαρχικούς Ελληνικής καταγωγής που μεταστράφηκαν και υπηρετούσαν τους σκοπούς της Βουλγαρίας, διαχωρίζοντάς τους έτσι από τους καθεαυτού Βούλγαρους. Ο αντίστοιχος όρος που χρησιμοποιείται από την βουλγαρική ιστοριογραφία είναι "Γκραικομάνοι" για τους σλαβόφωνους κατοίκους της Μακεδονίας, που είχαν ελληνική συνείδηση και μάχονταν με τα σώματα των μακεδονομάχων. Ο όρος χρησιμοποιείται και εξασθενεί σταδιακά μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Στην Ελλάδα ο μέσος πολίτης αγνοεί σε μεγάλο βαθμό την σύγχρονη ιστορία, γι’ αυτό και λίγοι γνωρίζουν τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διεπράχθησαν από τα βουλγαρικά στρατεύματα στην Ανατολική Μακεδονία κατά τη διάρκεια της κατοχής (1916-18), του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Συμβάντα που έλαβαν χώρα όταν οι Βούλγαροι ως σύμμαχοι των Γερμανών, κατέλαβαν αναίμακτα την περιοχή της Ανατ. Μακεδονίας, χωρίς καν να υπάρχει κάποια εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας, λόγω της πλήρους ουδετερότητας που προσπαθούσε απεγνωσμένα να κρατήσει η φιλοβασιλική κυβέρνηση των Αθηνών, καθώς βρέθηκε να πιέζεται ασφυκτικά από την Αντάντ και από τους Γερμανούς των Κεντρικών Αυτοκρατοριών για να παράσχει στρατιωτικές διευκολύνσεις, ή να προσχωρήσει σε έναν από τους αντιπάλους σχηματισμούς. Η δεύτερη αυτή βουλγαρική κατοχή στα 1916-18, πέρασε σε δεύτερη μοίρα, καθώς επικαλύφθηκε από άλλα συνταρακτικά γεγονότα που έλαβαν χώρα την περίοδο εκείνη, και που έφεραν έναν τεράστιο αριθμό ξεριζωμένων Ελλήνων προσφύγων οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας.

Η Βουλγαρία, εποφθαλμιούσε πάντοτε την Μακεδονία, και ιδιαίτερα το λιμάνι της Καβάλας. Έτσι κάθε φορά που καταλάμβανε την Ανατολική Μακεδονία, προσπαθούσε, με μεθόδους που είχαν χαρακτηριστικά γενοκτονίας (όπως οι ομαδικές καταδίκες σε θάνατο από ασιτία ολόκληρων πόλεων και οικισμών ή οι απαγωγές μικρών παιδιών και η κράτησή τους στη Βουλγαρία μετά από τη λήξη του πολέμου), να αλλοιώσει την πληθυσμιακή σύνθεση.

Η αναγγελία της βουλγαρικής εισβολής, τον Μάιο του 1916, προκάλεσε πανικό στον ορθόδοξο πληθυσμό, αλλά οι διοικητικές και στρατιωτικές αρχές τον ηρέμησαν και σταμάτησαν την αναχώρηση των κατοίκων με καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις.  Αμέσως μετά την αναχώρηση της χωροφυλακής και του ελληνικού στρατού, ο Βούλγαρος διοικητής αποκάλυψε τις προθέσεις του και η περιοχή αντιμετωπίσθηκε όχι ως φιλικό αλλά ως κατακτημένο έδαφος.

Οι βλέψεις της Βουλγαρίας ήταν γνωστές και διεθνώς. Ο ουδέτερος έως τότε Τύπος των Ηνωμένων Πολιτειών μας παρέχει πολλές και σπάνιες πληροφορίες για την εισβολή. Από την εφημερίδα The Evening Ledger (26 Αυγούστου του 1916) διαβάζουμε:

ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΕΞΑΠΟΛΥΟΥΝ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΣΤΗΝ ΚΑΒΑΛΑ-ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ TH ΦΡΟΥΡΑ - Εθελοντές στρατεύονται για να πετάξουν τους εισβολείς έξω από τη Μακεδονία - ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Βαλκανικό μέτωπο – Οι Βούλγαροι επιτέθηκαν στις πόλεις της Καβάλας και της Δράμας, στην Ανατολική Μακεδονία. Η Ελλάδα ξεσηκώθηκε από αυτή τη νέα εξέλιξη της κατάστασης στα Βαλκάνια, καθώς οι Βούλγαροι ορέγονται  από καιρό την Καβάλα ως το μόνο επιθυμητό για αυτούς λιμάνι στο Αιγαίο Πέλαγος. Οι Βούλγαροι έχουν καταλάβει το φρούριο της Σάρτιλας, το οποίο υπερασπίζονταν Έλληνες.
ΛΟΝΔΙΝΟ, 26 Αυγ. –

Οι Βούλγαροι εισβάλοντας βαθύτερα στην Ανατολική Μακεδονία, έχουν επιτεθεί στο ελληνικό λιμάνι της Καβάλας Καvala και στην πόλη της Δράμας, που φρουρούνται αμφότερες από ελληνικά στρατεύματα. Έτσι, το ζήτημα μεταξύ Σόφιας και Αθήνας έχει έρθει σε κρίση.

Βουλγαρικά στρατεύματα κατέλαβαν το ελληνικό φρούριο της Σαρτιλας, περνώντας όλη τη φρουρά, συμπεριλαμβανομένου και του διοικητή, από το σπαθί, αναφέρει αποστολή από τη Θεσσαλονίκη σήμερα.

Ξεσηκωμένοι από τον αγώνα ανάμεσα στον εισβολέα και την ελληνική φρουρά στις Σέρρες, οι Έλληνες είναι έτοιμοι να αμφισβητήσουν έντονα τις προσπάθειες κατάληψης δύο εκ των σημαντικότερων πόλεων τους στη Μακεδονία.

Η Καβάλα αποτελεί από καιρό μήλο της έριδος μεταξύ του Έλληνα και του Βούλγαρου. Μετά τον Α ‘Βαλκανικό Πόλεμο η Σόφια ισχυριζόταν ότι ο λιμένας αυτός του Αιγαίου θα έπρεπε να είναι δικός της, λόγω της νίκης της έναντι των τούρκων. Αλλά η Αθήνα αρνήθηκε να την εγκαταλείψει.

Το Βερολίνο και η Σοφία έχουν δώσει διαβεβαιώσεις στην Αθήνα ότι η κατοχή των Μακεδονικών πόλεων αποτελεί απλώς μέρος μιας “αμυντικής επίθεσης”, και ότι δεν θα διατηρούνταν. Αυτή η υπόσχεση, που δόθηκε τον περασμένο Μάιο, κατεύνασε την ελληνική κυβέρνηση και επέτρεψε στον  βασιλιά Κωνσταντίνο να κρατήσει τη χώρα ουδέτερη.

Ωστόσο, οι νέες προωθήσεις των Βουλγάρων αντιμετωπίζονται με μεγάλη καχυποψία. Η Αθήνα γνωρίζει ότι η Σόφια είναι αποφασισμένη να κερδίσει την Καβάλα ως μερίδιό της από τα λάφυρα. Μόλις την κερδίσει, δεν πρόκειται να την ελευθερώσει χωρίς πάλη.

Οι εθελοντές συνεχίζουν να στοιβάζονται σε στρατιωτικές μονάδες. Ο διοικητής στις Σέρρες, ο οποίος, σύμφωνα με τις τελευταίες αναφορές,  αψηφούσε την εντολή των ανωτέρων του και αντιστεκόταν σθεναρά στην προέλαση των Βουλγάρων, έχει δεχτεί πολλούς εθελοντές στρατιώτες. Η συνεχής προέλαση του εισβολέα αναμφίβολα θα φέρει πολύ περισσότερους πολεμιστές στους Έλληνες ηγέτες.

Το Βερολίνο αναγνωρίζει την απειλή της Βουλγαρικής προέλασης. Οι αποστολές από το Βερολίνο, οι οποίες στερούνται ακόμη επιβεβαίωσης, δηλώνουν ότι οι Γερμανοί έχουν διατάξει τους Βούλγαρους να εκκενώσουν το ελληνικό έδαφος, με το αιτιολογικό ότι περαιτέρω προέλαση στην Μακεδονία, θα ξεσηκώσει τους Έλληνες σε πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων της Αντάντ. Αλλά οι Βούλγαροι στρατηγοί προφανώς έχουν αποφασίσει να αγνοήσουν κάθε τέτοια εντολή και εξακολουθούν να πιέζουν.

Μια αποστολή από την Πετρούπολη, αναφέρει ότι έγινε επίσημη ανακοίνωση από το Πολεμικό Γραφείο σήμερα ότι ο ρωσικός στρατός έφτασε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη και ενώθηκε με το Συμμαχικό στρατό κάτω από τον Στρατηγό Σαράιγ στην ελληνική Μακεδονία.

Θεσσαλονίκη 26 Αυγούστου – Οι βουλγαρικές δυνάμεις που δρουν ανατολικά του Στρυμόνα ποταμού στον τομέα των Σερρών, έχουν προχωρήσει 20 μίλια σε νοτιοανατολική κατεύθυνση, εμπλεκόμενοι σε μάχες και με Βρετανούς και με Έλληνες στρατιώτες.
Η βουλγαρική δύναμη αποτελείται από τακτικούς που ανήκουν στην δέκατη μεραρχία και από Κομιτατζήδες.
Τόσο το Πεζικό, όσο και το Ιππικό και το Πυροβολικό μάχονται ανατολικά της λίμνης Tachino, όπου οι Βούλγαροι προσπαθούν απελπισμένα να φθάσουν στην Πράβιστα και την Καβάλα, πόλεις που κρατούνται από Έλληνες στρατιώτες.
Μια μεγάλη περιοχή της ανατολικής ελληνικής Μακεδονίας έχει αφανιστεί. Οι Βρετανοί κατέστρεψαν έναν αριθμό γεφυρών πάνω από τον ποταμό Άνγκστα και οι Βούλγαροι αφήνουν ένα μονοπάτι ερήμωσης στο πέρασμά τους.

Χιλιάδες πρόσφυγες ρέουν προς τη Θεσσαλονίκη και άλλες παράκτιες πόλεις , φέρνοντας μαζί τους τρομερές ιστορίες βαρβαρότητας που προκλήθηκε από τους Βουλγάρους, και κυρίως από τους Κομιτατζήδες.

Οι μάχες του πυροβολικού συνεχίζονται κατά μήκος του κέντρου, και στις δύο πλευρές του ποταμού Αξιού (Vardar river στο πρωτότυπο).

Οι ελληνικές αρχές αγνοήθηκαν εντελώς, από την αρχή. Με το πρόσχημα της ασφάλειας και της αντικατασκοπευτικής δράσης, η βουλγαρική διοίκηση έσπευσε να αρχίσει το κυνήγι εναντίον όσων κατεύθυναν το ελληνικό αίσθημα και έσπειρε τον τρόμο στον πληθυσμό, με την κτηνώδη μεταχείριση που επιφύλασσε σε όσους συνελάμβανε και φυλάκιζε. Ο αριθμός των συλλήψεων υπήρξε πολύ υψηλός. Η ομοφωνία και η ταυτοσημία των μαρτυριών που προέρχονται από όλες τις περιοχές και όλες τις κατηγορίες πολιτών αποκλείει οποιαδήποτε υποψία κακοήθους συνεννόησης και δίνει τη βεβαιότητα ότι όσοι φυλακίσθηκαν, υπέστησαν αληθινά μαρτύρια.

Μετά από βίαιη σύλληψη αφήνονταν νηστικοί για πολλές μέρες. Οι ξυλοδαρμοί ήταν ιδιαίτερα άγριοι και πολύ λίγα θύματα δέχονταν, χωρίς να λιποθυμήσουν, τους καθιερωμένους εικοσιπέντε ραβδισμούς που καθένας τους ξέσκιζε τη σάρκα και αποσπούσε από τον κρατούμενο ουρλιαχτά οδύνης, ώσπου να χάσει τις αισθήσεις του και να καταλήξει ένα τρεμάμενο και καταπληγωμένο αντικείμενο. Άλλοτε τα μαρτύρια εφαρμόζονταν κρυφά, άλλοτε δημοσίως, ώστε να επηρεάζονται οι κρατούμενοι.

Πολυάριθμοι ήταν εκείνοι που υπέκυψαν στο μαρτύριο ή έμειναν ανάπηροι. Πολύ συχνά οι συλληφθέντες εξαφανίζονταν χωρίς να αφήσουν ίχνη. Ο αριθμός τους είναι εντυπωσιακός. Τα πτώματα ορισμένων ανακαλύφθηκαν μισοθαμμένα ή πεταγμένα σε πηγάδια.
Η παράδοση και η αναζήτηση κρυμμένων όπλων, μαζί με την κατηγορία της κατασκοπείας, υπήρξαν προσχήματα για φυλακίσεις, ξυλοδαρμούς, κτηνώδη μεταχείριση και φόνους. Επιπροσθέτως, αρκετοί Έλληνες φυλακίσθηκαν στην Βουλγαρία, λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων.

Όλες αυτές οι πράξεις, που διαπράχθηκαν από τον τακτικό στρατό και τους κομιτατζήδες, γέννησαν τον τρόμο. Η κατάσταση επιδεινώθηκε εξαιτίας ορισμένων φανατικών μουσουλμάνων που, ενθαρρυμένοι από τις περιστάσεις, επιδόθηκαν, αυτοβούλως, σε διωγμούς εναντίον των ορθοδόξων, κυρίως στην περιοχή του Παγγαίου και της Δράμας. Ο τρομοκρατημένος πληθυσμός αδυνατούσε να φροντίσει για την ασφάλειά του, εξαιτίας διοικητικών μέτρων που περιόριζαν την ελευθερία του. Απαγορευόταν η κυκλοφορία από το ένα χωριό στο άλλο. Μόλις σκοτείνιαζε, απαγορευόταν η έξοδος από το σπίτι, για οποιοδήποτε λόγο. Απαγορευόταν ακόμα και ο παραμικρός φωτισμός. Κάθε παραβίαση αυτών των διατάξεων τιμωρείτο με φυλακή και ξυλοδαρμό, σε τέτοιο σημείο που οι γείτονες να παραμένουν κουφοί στις κραυγές του πόνου και τις εκκλήσεις για βοήθεια όσων κατοίκων συλλαμβάνονταν, κλέβονταν ή και δολοφονούνταν κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Πρώτη φροντίδα της βουλγαρικής διοίκησης ήταν να βάλει χέρι σε όλη την αγροτική παραγωγή της επαρχίας. Τα δημητριακά, αθέριστα ακόμη ή αποθηκευμένα, οι πολιτικές ή στρατιωτικές προμήθειες, ακόμα και οι ιδιωτικές, επιτάχθηκαν, ή, για να το πούμε σωστά, κατασχέθηκαν. Απ’ άκρου εις άκρον της περιοχής, είτε επρόκειτο για μεγάλους οικισμούς είτε για μικρά χωριουδάκια, είτε για τσιφλίκια, τα πάντα παραδόθηκαν και ο πληθυσμός δεν κράτησε για δικές του προμήθειες παρά μόνο μια μικρή ποσότητα σιτηρών. Επρόκειτο για καθαρή ιδιοποίηση που κατά κανόνα δεν συνοδευόταν από την παραμικρή γραπτή απόδειξη. Όσον αφορά σπίτια και καταστήματα των οποίων οι ιδιοκτήτες είχαν εγκαταλείψει την περιοχή, η βουλγαρική διοίκηση εφάρμοσε τον κανόνα του res nullius, ο οποίος τα μετέτρεπε σε «βουλγαρική ιδιοκτησία».

Ό,τι συνέβη με τις σοδειές συνέβη και με την κτηνοτροφική παραγωγή. Η βουλγαρική διοίκηση επέταξε όλα τα μεταφορικά ζώα και δεν τα επέστρεψε ποτέ, ενώ, καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής, έκανε εκτεταμένη και δωρεάν εκμετάλλευση της κτηνοτροφικής παραγωγής της περιοχής, που ήταν σημαντική. Όταν οι Βούλγαροι αποσύρθηκαν, πήραν μαζί τους όσα ζώα κατά τη βιαστική τους αναχώρησή μπόρεσαν να μεταφέρουν.

Την περίοδο 1916-1918 οι βουλγαρικές αρχές στρατολόγησαν βίαια σχεδόν όλους τους Ελληνες άντρες από πόλεις και χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας και τους μετέφεραν στα βάθη της Βουλγαρίας για να στρώνουν σιδηροδρομικές γραμμές ή να δουλεύουν σε ορυχεία, όπου από ασιτία, κακουχίες πέθαναν σε δύο χρόνια σχεδόν οι μισοί. Ταυτόχρονα, καταπίεζαν επιλεκτικά τους Ελληνες, για να αναγκαστούν να φύγουν από την περιοχή κι έτσι η πόλη των Σερρών, όταν άρχισε η βουλγαρική κατοχή, είχε περίπου 35.000 κατοίκους, αλλά μέχρι να φύγουν οι Βούλγαροι, τον Οκτώβριο του 1918, απέμειναν μόνο 5.800.

Οι Βούλγαροι εισβολείς παραβίασαν κάθε αρχή, και υπέβαλαν ανθρώπους, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και κοινωνικής τάξης σε βίαιη στρατολόγηση, εξοντωτική εργασία χωρίς αμοιβή και στέγη, με σωματικές τιμωρίες συχνά θανάσιμες και τροφή αποτελούμενη από μία μερίδα ψωμιού και ένα απροσδιόριστο ζουμί με πιπεριές και ντομάτα.

Η καταλήστευση των κατοίκων της Ανατ. Μακεδονίας ήταν γενική και ασυγκράτητη. Ανώτατη Διοίκηση, αξιωματικοί, στρατιώτες, κομιτατζήδες, όλοι επέδειξαν μια απληστία που δεν γνώριζε φραγμούς προκειμένου να ικανοποιηθεί.

Η πρώτη ληστεία διαπράχθηκε όταν ξεσήκωσαν όλη τη σοδειά και τα αποθηκευμένα αγαθά, δημόσια και ιδιωτικά, τα ζώα και τις εγκαταλελειμμένες περιουσίες. Η δεύτερη, όταν επιβλήθηκε η χρήση του υποτιμημένου βουλγαρικού χαρτονομίσματος. Είχε τη μισή αξία της ελληνικής δραχμής και η διοίκηση διέταξε τα δύο νομίσματα να θεωρηθούν ισότιμα. Το χρυσό λουδοβίκι και η χρυσή τούρκικη λίρα που αντιστοιχούσαν σε 90 έως 110 λέβα, ανταλλάσσονταν τώρα για 20 και 22,70 λέβα.

Παρόμοια καταλήστευση πραγματοποιήθηκε σε ό,τι αφορούσε το χαλκό, το βαμβάκι και το μαλλί, τα οποία η βουλγαρική διοίκηση προμηθεύτηκε με τη βοήθεια ειδικών πρακτόρων. Κερδοσκοπώντας πάνω στην πείνα των κατοίκων, αντάλλαξε με μικρές ποσότητες καλαμποκιού τα παραπάνω προϊόντα.

Η Διοίκηση εξασφάλιζε απαλλαγή από την καταναγκαστική εργασία όταν αυτοί που αγγαρεύονταν ήταν σε θέση να εξαγοράσουν την υποχρέωση με χρήματα. Ο ραβίνος Αβράμ Ουρόλκο κατέβαλε 122.000 λέβα και γλίτωσε τους Εβραίους της Καβάλας από την καταναγκαστική εργασία.

Οι Εβραίοι της Δράμας γλίτωσαν έναντι ποσού 200.000 λέβα. Και τα δύο αυτά ποσά παραδόθηκαν στον στρατηγό Τάνεφ αυτοπροσώπως και ο υψηλός αξιωματούχος καταδέχθηκε να προσθέσει και λίγη ειρωνεία στην υπόθεση. Μπορεί να διαβάσει κανείς από περιέργεια την απόδειξη για το ποσό των 200.000 λέβα, όπου ο αξιότιμος στρατιωτικός διοικητής «ευχαριστεί την ισραηλιτική κοινότητα της Δράμας για το υψηλό αίσθημα ανθρωπισμού που επέδειξε στην παρούσα περίσταση απέναντι στα ορφανά βουλγαράκια, των οποίων οι προστάτες πέθαναν για το μεγαλείο της πατρίδας, καθώς επίσης και για την εισφορά των 200.000».

Οι πράκτορες της βουλγαρικής κυβέρνησης παρέδωσαν ακόμα μία βεβαίωση όταν άρπαξαν τους ανεκτίμητους θησαυρούς της Βιβλιοθήκης του Ιμαρέτ της Καβάλας. Παρέδωσαν μία απόδειξη που δηλώνει ότι αφαίρεσαν 832 συγγράμματα και χειρόγραφα (θησαυρό ανεκτίμητο, αναγνωρισμένο από όλο τον επιστημονικό κόσμο).

Οι εισβολείς βουλγαρική επιδιδόταν στη συστηματική και γενική αρπαγή όλων των επίπλων και αντικειμένων αξίας, υφασμάτων, ασπρόρουχων, εμπορευμάτων από καταστήματα, κ.λ.π. στην Καβάλα, τη Δράμα, τις Σέρρες, το Ντεμίρ-Χισάρ (Αλεξανδρούπολη)… και σε όλες τις κατοικημένες περιοχές, απ’ όπου η αρπαγή και η μεταφορά των αγαθών ήταν δυνατές. Η επιχείρηση αυτή εκτελείτο κυνικά και μεθοδικά. Ορισμένα οικήματα χρησιμοποιούντο για την αποθήκευση των κλεμμένων περιεχομένων των σπιτιών, ειδικά συνεργεία έκαναν την μετακόμιση και το αμπαλάρισμα, μεταφορικά μέσα είχαν διατεθεί ειδικά γι’ αυτό το σκοπό, τα οποία διηύθηνε στην Καβάλα ο ανθυποπλοίαρχος Ανγκέλοφ.

Όλα τα δημόσια κρατικά και κοινοτικά οικοδομήματα απογυμνώθηκαν εντελώς από τα περιεχόμενά τους. Σχεδόν όλα τα σχολικά κτήρια ερημώθηκαν. Τα αρχεία, σε γενικές γραμμές καταστράφηκαν. Όλα τα χωριά των οποίων διατάχθηκε η εκκένωση λεηλατήθηκαν πριν ξεθεμελιωθούν, αφού οι κάτοικοι δεν είχαν το χρόνο και τα μέσα να σώσουν το νοικοκυριό τους, τη σοδειά και τα ζώα τους.

Πώς λοιπόν το έργο της ίδιας της βουλγαρικής διοίκησης να μην το ακολουθήσουν τα διάφορα κλιμάκια του στρατού και οι κομιτατζήδες που συνέπρατταν μαζί της; Κλοπές και λεηλασίες που διεπράχθησαν με ατομική πρωτοβουλία είναι αναρίθμητες. Πολλές ανάμεσά τους διεπράχθησαν με τη συνοδεία απειλών και σοβαρής βίας, κάποτε μάλιστα μετά από δολοφονίες. Όλα χρησίμευαν ως πρόσχημα γι’ αυτές τις παλιανθρωπιές. Αναζητήσεις και έρευνες κατ’ οίκον για κατασκοπεία, επικοινωνία με τον εχθρό, έρευνα για όπλα, σύλληψη φυγάδων, ανακάλυψη αυτών που δεν είχαν εμφανιστεί για την καταναγκαστική εργασία. Αλίμονο σε όποιον δοκίμαζε να αντισταθεί. Κάθε πρόσωπο που συλλαμβανόταν, όταν επέστρεφε στο σπίτι του το εύρισκε λεηλατημένο.

Όσον αφορά την απόσπαση χρημάτων με απειλές, τρομοκρατία και βασανιστήρια γενικεύθηκε ως τακτική και αποκαλύπτει την ύπαρξη τέτοιου βαθμού διαφθοράς στους Βούλγαρους, που δεν θα ήταν δυνατόν να ξεπεραστεί. Όλοι οι Διοικητές στα διάφορα πόστα και οι υποτελείς τους εκμεταλλεύθηκαν την επιρροή τους και εμπορεύθηκαν την εύνοιά τους. Κάθε απαλλαγή, κάθε άδεια γινόταν αντικείμενο αγοραπωλησίας. Οι κάτοικοι έδιναν χρήματα για να αποκτήσουν άδεια ταξιδιού, για να απαλλαγούν από την καταναγκαστική εργασία, για να μην φυλακισθούν, να μην βασανισθούν, για να βγουν από τη φυλακή, κ.λ.π. Τα πρόσωπα που οι κομιτατζήδες ήξεραν ότι είχαν αποταμιευμένα χρήματα, ήταν αντικείμενο ιδιαίτερων μέτρων, ώστε να εξαναγκασθούν να πληρώσουν για να αφεθούν ήσυχα. Ήταν ένα αληθινό κυνήγι χρυσού.

Ότι η Ανατ. Μακεδονία (επαρχία τόσο πλούσια και γόνιμη) υπέφερε φριχτά από την πείνα και ότι πολλές χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν εξαιτίας αυτού του λόγου, είναι ένα γεγονός που δεν επιδέχεται συζήτηση. Αλλά αυτό για το οποίο η  διασυμμαχική ανακριτική επιτροπή, η οποία ερεύνησε εις βάθος τα συμβάντα, πείσθηκε τελικά και το οποίο επιθυμεί να καταστήσει γνωστό, είναι ότι αυτός ο καταστροφικός λιμός υπήρξε ηθελημένος, οργανωμένος, συντηρούμενος και αντικείμενο εκμετάλλευσης από τη βουλγαρική διοίκηση.

Στερώντας τον τόπο από όλη τη σοδειά του και όλα τα εφόδιά του, η βουλγαρική διοίκηση προέβαινε σε μια πολύ σοβαρή πράξη. Δικαιολογούσε το γεγονός λέγοντας ότι αναλάμβανε τον επισιτισμό της περιοχής και, πραγματικά, οργάνωσε πολύ προσεκτικά αυτή την υπηρεσία: επιτροπές ανεφοδιασμού, απογραφές των κατοίκων και κατάλογοι, δελτία διανομής, γενικές αποθήκες, διανομείς… τίποτα δεν έλειπε, εκτός από τα βιοτικά αγαθά τα οποία αμέλησε να προσφέρει.
-Επιτάσσοντας τα ζώα μεταφοράς και άροσης.
-Καταργώντας την ελεύθερη κυκλοφορία, σε σημείο που ήταν απαραίτη τη η έκδοση άδειας για να πάει κάποιος στους αγρούς.
-Επιβάλλοντας σε όλο τον πληθυσμό καταναγκαστικές εργασίες που απορροφούσαν όλο του τον χρόνο και εμπόδιζαν κάθε γεωργική εργασία.
-Αρνούμενοι να μοιράσουν σπόρο.
-Αφήνοντας να εξαπλωθεί ένα καθεστώς τρόμου και αβεβαιότητας όπως το περιγράψαμε παραπάνω.
-Εκτοπίζοντας και φυλακίζοντας χιλιάδες πολίτες

Η πείνα επιτέλεσε το καταστροφικό της έργο εξαιτίας της ψυχρής και μελετημένης απόφασης της βουλγαρικής διοίκησης. Ήταν η μοιραία, η αναπόφευκτη συνέπεια των μέτρων που εκείνη είχε διατάξει και των οποίων όφειλε να προβλέψει τα αποτελέσματα. –Γνώριζε βήμα βήμα την πορεία της καταστροφής από τις αναφορές των στρατιωτικών εκπροσώπων της και τις εκκλήσεις δυστυχίας των Ελλήνων αντιπροσώπων.

Αν πιστέψουμε τις μαρτυρίες των κατοίκων, λίγες γυναίκες άνω των δεκατεσσάρων ετών γλίτωσαν από την κτηνωδία των κατακτητών και ο αριθμός των βιασμών ήταν σημαντικός. Ο ισχυρισμός φαίνεται να είναι ακριβής : δεν μπορεί να πιστέψει κανείς ότι ο Βούλγαρος φαντάρος έδειξε μεγαλύτερο σεβασμό για την τιμή των γυναικών απ’ ό,τι για την ελευθερία, την περιουσία και τη ζωή των πολιτών. Αλλά τα θύματα αυτών των επιθέσεων, υπακούοντας στο αίσθημα αιδημοσύνης ή αυτοπροστασίας, απόλυτα σεβαστό και κατανοητό, δεν είχαν διάθεση να διηγηθούν το πάθημά τους. Έτσι δήλωσε απλοϊκά ένας μάρτυρας : «Η ντροπή μου κλείνει το στόμα». Με αποτέλεσμα να μην υπάρχει καμιά αντιστοιχία ανάμεσα στον πραγματικό αριθμό των βιασμών που διαπράχθηκαν και τις ομολογίες που έγιναν. Επιπλέον, η διασυμμαχική ανακριτική επιτροπή φάνηκε σχολαστική όσον αφορά την απόδειξη του εγκλήματος και απέρριψε τις μαρτυρίες ως αμφισβητούμενες, όταν νόμιζε ότι η βία δεν είχε επαρκώς αποδειχθεί.

Εντούτοις, ο αριθμός των μαρτυριών που ακούστηκαν δεν αφήνει καμιά αμφιβολία σχετικά με την ύπαρξη και τη συχνότητα των βιασμών, μερικοί εκ των οποίων διαπράχθηκαν με ανήκουστη βιαιότητα.

Στην Ποδογόριανη, ένας αξιωματικός, συνοδευόμενος από δύο στρατιώτες επιχείρησε να βιάσει την Κατερίνα Φ. Η κοπέλα ξετρελαμένη από το φόβο πήδηξε από το παράθυρο και έσπασε, πέφτοντας, το πόδι της. Οι δυο στρατιώτες την περιμάζεψαν, την έφεραν πίσω στο δωμάτιο όπου ο αξιωματικός χόρτασε την κτηνωδία του, αδιαφορώντας για τον πόνο και το θρήνο της. Ταυτόχρονα, στο διπλανό δωμάτιο, η δεκαπεντάχρονη αδελφή της Θωμαή βιάζεται από τους δύο στρατιώτες τόσο κτηνωδώς, ώστε ξεψυχάει το ίδιο βράδυ. Οι δύο νεότερες αδελφές δοκιμάζουν τέτοιο σοκ που πέφτουν άρρωστες και πεθαίνουν μερικές μέρες αργότερα. Όσο για τον πατέρα, δολοφονείται με τρύπημα από ξιφολόγχη στην κοιλιά, μερικές εβδομάδες αργότερα, γιατί αρνείται να αποκαλύψει πού κρύβεται η κόρη του, που τρομοκρατημένη έχει εγκαταλείψει το πατρικό της. Στο ίδιο χωριό, η Στυλιανή Σ., από τη μια πλευρά και η Μαρία Β., από την άλλη, βιάζονται διαδοχικά από τέσσερεις στρατιώτες. –Ένας γιατρός βιάζει την Κατερίνα Ε. ενώ στο διπλανό δωμάτιο ξεψυχούν και οι δυο γονείς της που έχουν ξυλοκοπηθεί άγρια από τους Βούλγαρους…

Στην Δρέσνα, ο τοπικός Διοικητής, υπολοχαγός Κόλλιεφ, του 38ου συντάγματος, εισπράττει 150 τούρκικες λίρες υποσχόμενος να σεβαστεί τα ανύπαντρα κορίτσια. Παίρνει τα χρήματα από τα χέρια του παπά και, λίγες μέρες αργότερα, απάγει την Μαριγώ Χ., δεκαεπτά ετών, την οδηγεί στο σπίτι του παπά και την βιάζει εκεί. Δύο στρατιώτες φύλαγαν σκοπιά στην είσοδο του σπιτιού. Ο υπολοχαγός Σίμοφ βιάζει την Όλγα Η., την οποία απήγαγαν οι στρατιώτες του κατόπιν διαταγής του.

Στο ίδιο χωριό, η Πολυχρόνη Α. βιάστηκε από ένα λοχία με τη βοήθεια αρκετών στρατιωτών. Ο πατέρας, η μητέρα και η αδελφή της, οι οποίοι προσπάθησαν να την γλιτώσουν, ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου.

Στην Καβάλα, ο δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού Αγγέλωφ, καραβανάς σαδιστής και απάνθρωπος, βιάζει συχνά νεαρά κορίτσια, τα οποία μολύνει με το ανίατο αφροδίσιο νόσημα από το οποίο πάσχει. Μερικά από τα θύματά του βιάστηκαν παρά φύσιν.

Πάλι στην Καβάλα, μια γιαγιά εξήντα ετών βιάζεται μαζί με τις δύο εγγονές της. Στις Σέρρες, η Ευαγγελία Κ. βιάστηκε διαδοχικά από ένα λοχαγό και ένα υπολοχαγό, παρουσία της μητέρας της. Οι στρατιώτες διαπράττουν παρόμοιες φρικαλεότητες, βιάζοντας γυναίκες που βρίσκονται στο δρόμο τους. Ένα θύμα ενδέχεται να υποστεί περισσότερους από ένα βιασμούς, ενώ οι βιαστές αλληλοβοηθούνται για να πνίξουν κάθε αντίσταση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Μαρία Ν. Σ. από την Νικήσιανη απάγεται μαζί με τη μητέρα της και το παιδί της, οδηγείται στο δάσος και βιάζεται μπροστά της, από πέντε στρατιώτες.

Στη Νικήσιανη, η Κατίνα, σύζυγος Κ. Π., απάγεται και βιάζεται από στρατιώτες, οι οποίοι της ρίχνουν πιο πριν στα γεννητικά όργανα μια σκόνη που προκαλεί τσούξιμο. Εξαιτίας δε της φοβερής πείνας, οι κατακτητές καταχράστηκαν εύκολα τις δυστυχισμένες, που δίνονταν για ένα κομμάτι ψωμί. Αυτό  δεν είναι σχήμα λόγου αλλά η οδυνηρή πραγματικότητα.

Σε ολόκληρη την περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, ένας μεγάλος αριθμός παιδιών συνελήφθησαν και στάλθηκαν στη Βουλγαρία σε συνθήκες που αδυνατούμε να περιγράψουμε. Μερικά από αυτά, χωρίς όρους και επιφυλάξεις, απήχθησαν. Ήταν συχνές οι απαγωγές στην Ελευθερούπολη και τη Δράμα με τη βοήθεια εμπόρων, έναντι χρηματικής αμοιβής. Στα ορφανοτροφεία συγκέντρωναν τα παιδιά τα οποία η πείνα κατέστησε ορφανά ή τα οποία εγκατέλειψαν για να πεθάνουν από την πείνα. Όταν ένας Βούλγαρος στρατιωτικός επιθυμούσε να πάρει ένα από τα παιδιά, έστελνε μια αίτηση στον τοπικό διοικητή, ο οποίος τον εφοδίαζε με μια ευνοϊκή εισήγηση, την οποία στη συνέχεια παρέδιδε στο ορφανοτροφείο. Το ορφανοτροφείο παρέδινε το ορφανό έναντι αποδείξεως παραλαβής και το έστελνε στη συνέχεια στη Βουλγαρία. Ο απώτερος σκοπός ήταν η αποεθνοποίηση του παιδιού αυτού.

Δεν είναι δυνατόν να υπολογίσουμε τον αριθμό των εν λόγω ορφανών που απήχθησαν και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία. Ένας μεγάλος αριθμός μεταξύ αυτών των ορφανών δεν καταγράφηκε, ούτε και δηλώθηκε και ασφαλώς βρίσκεται στη Βουλγαρία. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι πολλά από τα παιδιά αυτά δεν επέστρεψαν από την εξορία, παρά τις διαμαρτυρίες των γονιών τους. Άλλωστε όλες οι σχετικές αιτήσεις για το ζήτημα αυτό απευθύνθηκαν στην ελληνική αποστολή, η οποία διεξήγαγε έρευνες διασκορπισμένη στη Σόφια, ειδικώς για τον επαναπατρισμό των απαχθέντων.

Έτσι βίωσε η Ανατολική Μακεδονία το τυραννικό καθεστώς της βουλγαρικής εισβολής του 1916-1918. Οι αβάσταχτοι φόροι, οι εκτοπίσεις και οι καταστροφές κατά την περίοδο αυτή, εξαθλίωσαν ολοκληρωτικά τους Έλληνες της περιοχής.

Οφείλουμε να περιγράψουμε τις αξιοθρήνητες συνθήκες επιστροφής των εκπατρισμένων Ελλήνων μετά την ήττα του βουλγαρικού στρατού. Ο μάρτυς Κέννεθ Α. μέλος, του αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, είδε στο Τύρνοβο, όπου ο Ερυθρός Σταυρός είχε εγκαταστήσει νοσοκομείο, το πέρασμα περισσότερων από 7.000 προσφύγων. Καταθέτει τα εξής :

«Έφθαναν μέσα σε βαγόνια που προορίζονταν για τη μεταφορά ζώων, 35 μέχρι και 70 άτομα σε κάθε βαγόνι….., βρώμικοι πέρα από κάθε περιγραφή, γεμάτοι ψείρες. Δεν είχαν για τροφή παρά το ψωμί που τους έδιναν στα αγγλικά φυλάκια. Τα ρούχα τους ήταν ένα τσουβάλι που εκτελούσε χρέη σακακιού και παντελονιού…. Σε κάθε τρένο βρίσκονταν τέσσερα με πέντε πτώματα ανθρώπων που είχαν πεθάνει από κρύο ή ασιτία…. Πολλές φορές οι Βούλγαροι άφηναν αυτούς τους άμοιρους ανθρώπους δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές, μεταξύ δύο σταθμών, χωρίς τροφή…. Η αθλιότητα των επαναπατριζόμενων ήταν απερίγραπτη…. Η φυματίωση, αποτέλεσμα των στερήσεων, είχε εξαπλωθεί μεταξύ των εξορίστων… Η πλειονότητα των ενηλίκων έχει εξαντληθεί και δεν είναι σε θέση να καταβάλει σοβαρή προσπάθεια για δουλειά…»

Η διασυμμαχική επιτροπή διεξήγαγε έρευνες σε 339 πόλεις και χωριά.Το σύνολο του πληθυσμού τους ανερχόταν σε περίπου 305.000 κατοίκους. Σήμερα έχει μειωθεί σε περίπου 235.000 -Απεβίωσαν στην περιοχή, κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής περίπου 32.000 άτομα από τα οποία περίπου 30.000 λόγω πείνας, ξυλοδαρμών και κακουχιών
-Μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία περίπου 42.000
-Μετανάστευσαν στη Βουλγαρία για να γλιτώσουν από την πείνα 10.000 έως 12.000
-Αυτοί που δεν επέστρεψαν ή πέθαναν στη Βουλγαρία ανέρχονται σε, περίπου 12.000
-Από τους 18.000 μουσουλμάνους που επιστρατεύθηκαν για τον βουλγαρικό και τουρκικό στρατό δεν επέστρεψαν…8.000-10.000
-Μερικοί κάτοικοι βουλγαρικής καταγωγής εγκατέλειψαν την περιοχή συγχρόνως με το βουλγαρικό στρατό κατοχής, καθώς και ορισμένοι μουσουλμάνοι.
-Κατέφυγαν στην Ελλάδα και δεν έχουν ακόμη επιστρέψει, περίπου 16.000 άτομα των οποίων η επιστροφή θεωρείται πιθανή.

Τον Ιανουάριο του 1919 διασυμμαχική ανακριτική επιτροπή που ερεύνησε την κατάσταση στην Ανατολική Μακεδονία υπέβαλε έκθεση που αναφέρει επί λέξει: «Είμαστε βέβαιοι ότι η Βουλγαρία είχε ένα συγκεκριμένο στόχο: την καταστροφή του ορθόδοξου Ελληνικού πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας…».

Ανεξάρτητα από τις τωρινές φιλικές μας σχέσεις με τη Βουλγαρία, η χώρα μας οφείλει να καθιερώσει ημέρα μνήμης για τα θύματα και των τριών βουλγαρικών κατοχών ( 1912-1913, 1916-1918 και 1941-1944), όπως οφείλουν οι Βούλγαροι να επιστρέψουν τα κειμήλια που κλάπηκαν από ελληνικά μοναστήρια κατά τις περιόδους αυτές και να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις απόδοσης τιμής, όπως έξυπνα πράττουν οι Γερμανοί για τα δικά τους θύματα.

Αξίζει, τέλος, να δημοσιεύουμε επιστολή Έλληνα στην αμερικανική εφημερίδα New York Tribune, ένα χρόνο πριν την βουλγαρική εισβολή και ενδεικτική των γεγονότων που θα ακολουθούσαν, η οποία δημοσιεύθηκε στις 20 Ιουνίου, 1915, με τίτλο:

“ΓΙΑΤΙ ΔΙΣΤΑΖΕΙ Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ”
Μια Ελληνική Εξήγηση του Μακεδονικού προβλήματος
Προς τον συντάκτη της ‘The Tribune’.

Κύριε: Μετά από προσεκτική ανάγνωση της επιστολής του κ. Τonjonoff, η οποία εμφανίστηκε στην ‘The Tribune’ σήμερα, με τίτλο ”Γιατί διστάζει η Βουλγαρία: Θέλει τη Μακεδονία, και όχι αυτό που  η Ελλάδα θέλει να της δώσει”. Απαντώ, ”η Ελλάδα δεν θα δώσει τίποτα στη Βουλγαρία, επειδή τίποτα δεν ανήκει στη Βουλγαρία από την ελληνική πλευρά».

Μεταξύ των δηλώσεων του ανταποκριτή σας παρατηρώ ότι, από τη στιγμή που  οι Έλληνες κατέλαβαν τη Μακεδονία έχουν αναλάβει μια εκστρατεία εξόντωσης, και ως αποδεικτικά στοιχεία στα οποία αναφέρει τους ταξιδιώτες στα Βαλκάνια. Υποθέτω ότι ο κ. Tonjonoff ξέχασε να γράψει τα ονόματα των ταξιδιωτών. Επιτρέψτε μου να πω ότι δεν έχουμε ακούσει τίποτα περί οποιασδήποτε ελληνικής εξόντωσης από τη στιγμή που επήλθε Ελληνική κυριαρχία στη Μακεδονία, όπως αυτές που έλαβαν χώρα από τους βούλγαρους Κομιταζήδες (άτακτοι) κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας στα τέλη του περασμένου αιώνα. Γιατί να εξοντώσουν οι Έλληνες τα αδέλφια τους;

Ο ανταποκριτής σας ισχυρίζεται ότι η χώρα του έχει μόνο την επιθυμία να ελευθερώσει τα παιδιά της στη Μακεδονία. Αλλά θα μου επιτρέψετε να ρωτήσω ποιά παιδιά; Έχει η χώρα του πολλά παιδιά στις ελληνικές Μακεδονικές πόλεις της Καβάλας, των Σερρών, της Δράμας, της Καστοριάς, καθώς και στο Μοναστήρι; Επιτρέψτε μου να πω κατηγορηματικά ότι οι πληθυσμοί των κύριων πόλεων (με εξαίρεση τη Θεσσαλονίκη, η οποία έχει μια πλειοψηφία Εβραίων, και μερικά τσιγγάνικα βουλγαρικά χωριά, τα οποία αποτελούν τις φωλιές των πατριωτών βούλγαρων Κομιτατζήδων στην ελληνική Μακεδονία), είναι Έλληνες, και δεν είμαι ο μόνος που το λέει αυτό, γιατί σχεδόν κάθε αμερικανός και ευρωπαίος ανταποκριτής και ταξιδιώτης το παραδέχεται.

Μάλιστα ας εξετάσουμε τις ελληνικές εκλογές της περασμένης Κυριακής. Ούτε ένας βούλγαρος βουλευτής δεν εκλέχθηκε στη Μακεδονία για την βουλή των Αθηνών. Πού, λοιπόν, είναι ο βουλγαρικός πληθυσμός της ελληνικής Μακεδονίας; Ίσως πει ο κ. Tonjonoff ότι οι ελληνικές αρχές υποχρέωσαν τους Βούλγαρους να ψηφίσουν έλληνες βουλευτές, αλλά δεν έχουμε ακούσει τίποτα τέτοιο ούτε στη μία ούτε στην άλλη ήπειρο. Υπάρχουν Βούλγαροι στη Μακεδονία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συγκρίνονται με τους Έλληνες στην ελληνική Μακεδονία, καθώς και στην πόλη της Ξάνθης και στη Θράκη. Η Καβάλα, η Σέρρες και η Δράμα τις οποίες αξιώνουν οι Βούλγαροι (πείτε τους Τάταρους, ακούγεται καλύτερα), θα παραμείνουν ελληνικές με οποιοδήποτε κόστος, όχι μόνο επειδή αυτή είναι η βούληση του Ελληνισμού, αλλά, πάνω απ’ όλα, η επιθυμία των κατοίκων τους, που έχουν κρατήσει τη γλώσσα και τις παραδόσεις της ελληνικής φυλής κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Εκτός αυτού, είναι περιττό να περιγράψω το αίμα που θυσίασαν τόσο πολλοί νέοι άνδρες της Ελληνικής χώρας, ώστε να τους δοθεί ο τόσο εναγωνίως αναμενόμενος καθαρός αέρας της ελευθερίας.

Επίσης θέλω να επιστήσω την προσοχή των αναγνωστών σας, στον ισχυρισμό του κ. Tonjonoff ότι μόνο οι συμπατριώτες του συνέτριψαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δεν αναφέρει τη βοήθεια των Σέρβων στην Αδριανούπολη, και τον Ελληνικό στόλο που τους επέτρεψε να έχουν μια πόρτα στη Μεσόγειο Θάλασσα. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ο ανταποκριτής σας είναι ένθερμος βούλγαρος πατριώτης, όμως πόσο ανακριβείς είναι οι δηλώσεις του!
Αριστοτέλης Μ. Μαχελάς
Νέα Υόρκη, 20 Ιουνίου, 1915

Αληθώς τώρα διαβάζοντας όλα τα ανωτέρω φαίνεται σε κανέναν πρωτόγνωρο το γεγονός της άτυχης Άννυ και η απαίσια δολοφονίας αυτής από τον βούλγαρον πα-τέρα της; Φαίνεται σε κανέναν ότι γεγονός ωσάν κι αυτό δεν έχει ποτέ ξαναυπάρξει επι γής; Κι αν έχη κάποια δόσιν αληθείας η παιδαγωγική της κληρονομικότητος τότε τω όντι άπαντα ταύτα τα φρικτά δεν έχουν να κάνουν με το DNA αυτής της βάρβαρης φυλής, της των Βουλγάρων;

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)


ΠΗΓΑΙ:
  1. mixanitouxronou.gr
  2. wikipedia.org
  3. hellinon.net
  4. yaunatakabara.blogspot.gr





DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. Φιλόλογος Ερμής has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him