Ποῖον τὸ ὕψιστον ἀγαθόν;


Τὰ μεγάλα ἠθικὰ προβλήματα καὶ ἡ Φιλοσοφία

 Κ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ 
- Π. Χ. ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗ 




Ἡ Ἠθική, πᾶσα Ἠθική, παραγγέλλει νὰ πράττωμεν τὸ ἀγαθόν .

Ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ θέλῃ καὶ νὰ πράττῃ τὸ ἀγαθὸν, νὰ ἀποστρέφεται καὶ νὰ φεύγῃ τὸ κακόν, εἶναι κοινὸν δίδαγμα ὅλων σχεδὸν τῶν φιλοσοφικῶν συστημάτων καὶ θεωριῶν. Ποῖον ὅμως εἶναι καὶ εἰς τί συνίσταται τὸ ἀγαθὸν τοῦτο; Καὶ ἐπειδὴ τὰ θεωρούμενα ὡς ἀγαθὰ εἶναι πολλά, ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ καὶ ἄλλα, ποῖον μεταξὺ αὐτῶν τὸ μέγιστον; Ποῖον τὸ ὕψιστον, τὸ ἄκρον ἀγαθόν; Καὶ ἄλλως:Ποῖος ὁ ὕψιστος τῆς ἠθικῆς ζωῆς σκοπός, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλει ὁ καθεὶς νὰ ρυθμίζῃ τὰς πράξεις του;


Εἰς τὸ θέμα τοῦτο οἱ σοφοὶ διαφωνοῦν. Οἱ δρόμοι τοὺς ὁποίους μᾶς ὑποδεικνύουν, διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτό, ἀκολουθοῦν ἐντελῶς διαφόρους κατευθύνεις. Αἱ ἀπόψεις των ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀντιφατικαὶ καὶ ἀσυμβίβαστοι. Αἱ λύσεις, τὰς ὁποίας προτείνουν, συγκρούονται μεταξύ των, ἡ μία ἀναιρεῖ τὴν ἄλλην. Ἀντιθέτως, ἡ ὁδὸς τὴν ὁποίαν ἡ Χριστιανικὴ Ἠθικὴ δεικνύει εἶναι ἀσφαλὴς καὶ μία, ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα σαφής, ἡ λύσις θετικὴ καὶ βεβαία.

Αἱ κυριώτεραι θεωρίαι ἐξ ἐκείνων ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ δώσουν λύσιν εἰς τὸ σοβαρὸν τοῦτο πρόβλημα εἶναι αἱ ἀκόλουθοι.

1. Παλαιοτάτη εἶναι ἡ ἡδονικὴ θεωρία . Ἐπιδίωκε ὅ,τι παρέχει ἡδονὴν, ἰδοὺ τὸ μοναδικὸν παράγγελμά της. Ἡ ἡδονὴ θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀτομικήν μας εὐδαιμονίαν, αὐτὴ εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς. Ὁ μοναδικὸς δρόμος πρὸς τὴν εὐτυχίαν εἶναι ἡ ἡδονή, τὸ μοναδικὸν ἐμπόδιον ἡ λύπη. Ἑπομένως ἀγαθὸν εἶναι τὸ παρέχον ἡδονὴν, κακὸν δὲ τὸ δυσάρεστον. Ὁ νοῦς, ἡ φρόνησις, θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ νὰ ἐκλέγωμεν ἀπὸ τὰς ἡδονὰς τὰς περισσότερον καταλλήλους καὶ μονιμωτέρας. Καὶ κατὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ἡ φρόνησις ἀγαθή, διότι εὑρίσκει τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζεταὶ ἡ ἡδονή. Ἄλλην ἀξίαν δέν ἔχει. Κυριώτερος ἀντιπρόσωπος τῆς ἡδονικῆς θεωρίας εἶναι ὁ Κυρηναῖος φιλόσοφος Ἀρίστιππος , μαθητὴς τοῦ Σωκράτους. «Ἀγαθὸν ἡ ἡδονή» , διεκήρυττε, κατὰ Διογένη τὸν Λαέρτιον (2,88 Β΄), ὁ Αρίστιππος, καὶ «δι’ αὑτὴν ἀρετή» , ἤτοι πρέπει νὰ ἐπιζητῆται ἡ ἡδονὴ χάριν τῆς ἡδονῆς καὶ ὄχι δι’ ἄλλον, ἀπώτερον σκοπόν. Αὐτὴν τὴν μονομερῆ ἑρμηνείαν ἔδωσεν ὁ Ἀρίστιππος εἰς τὴν Σωκρατικὴν διδασκαλίαν, ὅτι ἀνώτατον τέλος τῆς ζωῆς εἶναι ἡ εὐδαιμονία καὶ ἀγαθὸν ὅ,τι ὁδηγεῖ εἰς αὐτήν.

Μετριωτέρα εἶναι ἡ ἡδονοθηρία τῶν Ἐπικουρείων .

Διακηρύσσει μὲν ὁ Ἐπίκουρος «τὴν ἡδονὴν ἀρχὴν καὶ τέλος λέγομεν τοῦ μακαρίως ζῆν· ταύτην γὰρ ἀγαθὸν πρῶτον καὶ συγγενικὸν ἔγνωμεν» (Διογ. Λαερ, Ι΄, 128). Ὀνομάζει δηλαδὴ τὴν ἡδονὴν ἀρχὴν καὶ τέλος τοῦ εὐδαίμονος βίου, διότι αὐτὴν γνωρίζει ὡς πρωταρχικὸν καὶ ἀχώριστον ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἀγαθόν.

Ἀλλὰ δὲν νομίζει ὁ Ἐπίκουρος ὅτι κάθε ἡδονὴ εἶναι ἀγαθόν. Πρὶν ἀπὸ κάθε πρᾶξιν πρέπει νὰ ὑπολογίζωνται τὰ ὠφέλιμα ἢ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματά της καὶ νὰ προτιμῶνται ἀπὸ τὰς ἡδονὰς ὅσαι ὁδηγοῦν εἰς τὴν εὐδαιμονίαν. Αἱ ψυχικαὶ ἡδοναὶ ἔχουν προτεραιότητα ἔναντι τῶν σωματικῶν, τὰς ὁποίας ἐπροτίμα ὁ Ἀρίστιππος. Καὶ ἡ ἀταραξία δὲ τῆς ψυχῆς καὶ ἡ «ἀπονία» , ἤτοι ἡ ἀπουσία πόνου, εἶναι καὶ αὐτὴ πολλάκις ἀξία λόγου. Διότι καὶ αὐτὴ εἶναι μία ἡδονὴ ἤρεμος, «καταστηματική» , καὶ πρέπει νὰ ἐπιζητῆται.

Αἱ ἀνωτέρω ἀντιλήψεις δὲν εἶναι ὀρθαὶ.

Ἡ ἡδονὴ μὲ κανένα τρόπον δὲν ἁρμόζει νὰ θεωρηθῇ ὑπέρτατος σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου. Διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνον ὕλη, διὰ νὰ ἀρκῆταὶ εἰς τὸν κορεσμὸν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ σώματος. Εἶναι ὂν μὲ ἀνάγκας πνευματικὰς καὶ ὡς τοιοῦτος εἶναι εἰς θέσιν νὰ χαίρεται μίαν ἀνωτέρας ποιότητος χαρὰν καὶ νὰ ζῇ ὑψηλοτέρας ἀξίας. Αἱ ἀπολαύσεις ἐξ ἄλλου δἐν φέρουν εἰμὴ πρόσκαιρον μόνον ἱκανοποίησιν. Συνήθως τὴν ἡδονὴν διαδέχεται λύπη. Ἄλλοτε πάλιν εἰς τὴν θέσιν μιᾶς ἐπιθυμίας ποὺ ἐκορέσθη γεννᾶται ἄλλη ἢ ἄλλαι, ὅπως εἰς τὴν θέσιν ἐκάστης ἀποκοπείσης κεφαλῆς τῆς λερναίας ὕδρας. Ὀρθῶς παρωμοιάσθη ἡ ἐκζήτησις τῆς ἡδονῆς μὲ τὴν ματαίαν προσπάθειαν τῶν θυγατέρων τοῦ Δαναοῦ νὰ γεμίσουν τὸν διάτρητον ἐκεῖνον πίθον. Ἐὰν αἱ ἡδοναί, καὶ μάλισται αἱ ἀπὸ τῶν αἰσθήσεων, ἦσαν ὁ μόνος σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ζωή του δὲν θὰ διάφερεν ἀπὸ τὴν ζωὴν τῶν βοσκημάτων.

Ὅ,τι ἐλέχθη διὰ τὴν ἡδονοθηρίαν τοῦ Ἀριστίππου ἰσχύει καὶ διὰ τὸν ἡδονισμὸν τῶν Ἐπικουρείων. Βεβαίως ἡ ἀπὸ τοῦ πνεύματος ἡδονὴ ὡς σκοπὸς τῆς ζωῆς εἶναι ὀλιγώτερον ἀποκρουστικὴ παρὰ ἡ ἡδονὴ ἀπὸ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ὁρμῶν τοῦ σώματος καὶ μεγαλυτέρας διαρκείας καὶ πληρεστέρα. Ἀλλ’ οὔτε πάντοτε εἶναι εὔκολος ἡ διάκρισις μεταξὺ σωματικῆς καὶ πνευματικῆς ἡδονῆς οὔτε κατ’ ἀρχὴν ἐπιτρέπεται νὰ δεχθῶμεν τὴν ἡδονὴν ὡς κάτι πρωταρχικὸν διὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν. Ἄν αὐτὴ εἶναι ἐπακολούθημα τοῦ ἐναρέτου βίου, δὲν τὴν ἀποκρούομεν. Ἀλλὰ νὰ τεθῇ ὡς βάσις τῆς ζωῆς μας, ἀσχέτως μὲ τὸ ποῦ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ τοῦτο οὔτε ὀρθὸν εἶναι οὔτε πρέπον.

2. Ἐπὶ ἄλλης βάσεως τοποθετεῖ τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ ἀνθρώπου ἡ χρησιμοθηρικὴ σχολή. Σκοπὸς τῶν πράξεών μας ἡ ἐπιδίωξις τοῦ χρησίμου. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ θεωρία αὕτη διασχίζεται εἰς δύο. Ἄν ἡ ὠφέλεια ἀποβλέπῃ εἰς τὸ ἄτομόν μας, ἂν προάγῃ τὴν ἀτομικήν μας εὐτυχίαν, τότε χαρακτηρίζεται ὡς ἀτομικὸς εὐδαιμονισμὸς ἢ ὠφελιμοκρατία . Ἂν ἀποβλέπῃ εἰς τὸ συμφέρον τῆς ὁλότητος, εἰς τὸ κοινωνικὸν συμφέρον καὶ τὴν εὐτυχίαν τοῦ συνόλου, καλεῖται κοινωνικὸς εὐδαιμονισμός . Ἄν παρατρέξωμεν τοὺς Ἕλληνας προδρόμους τῆς θεωρίας, θὰ φθάσωμεν εἰς μίαν σειρὰν Ἄγγλων ἠθικολόγων καὶ οἰκονομολόγων, ποὺ εἶναι οἱ κήρυκες τοῦ ὠφελιμισμοῦ. Οὗτοι κυρίως ἀποβλέπουν εἰς τὴν κοινωνικὴν ὠφέλειαν καὶ διὰ τοῦτο ἡ διδασκαλία των φέρεται καὶ μέ τὸ ὄνομα τοῦ κοινωνικοῦ εὐδαιμονισμοῦ. Δύο εἶναι τὰ ἀντιπροσωπευτικώτερα ὀνόματα εἰς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν, ὁ Μπένθαμ (J. Bentham) καὶ ὁ Μίλλ (J. St. Mill). Ἀγαθὸν εἶναι, λέγουν, ὅ,τι προξενεῖ χαρὰν καὶ μεγαλώνει τὴν εὐτυχίαν μας, κακὸν ὅ,τι τὴν ἐλαττώνει. Εἶναι ἀνωφελὲς νὰ ὁμιλῶμεν διὰ καθήκοντα. Ὀπίσω ἀπὸ τὸ καθῆκον κρύπτεται τὸ συμφέρον. Ἡ ἠθικὴ ἀξία μιᾶς πράξεως ἐξαρτᾶται ὄχι ἀπὸ τὰς προθέσεις μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα. Ἀγαθαὶ λοιπὸν εἶναι αἱ ὠφέλιμοι, κακαὶ δὲ αἱ ἐπιζήμιοι πράξεις. Ὁ φωτισμένος νομοθέτης πρέπει νὰ συνυφαίνῃ τὴν ὠφέλειαν καὶ τὴν εὐτυχίαν κάθε πολίτου μὲ τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν ὠφέλειαν τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Ὑψίστη ἐπιδίωξις ἂς εἶναι ἡ μεγίστη εὐδαιμονία τοῦ μεγίστου ἀριθμοῦ ἀτόμων.

Ἡ ἀκριβὴς ὅμως ἐξέτασις τῶν πραγμάτων καταδεικνύει ὅτι οὔτε τὸ χρήσιμον ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς ὑπέρτατος σκοπός. Πρῶτον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορισθῇ μὲ ἀκρίβειαν τοῦτο. Εἶναι τὸ οἰκονομικῶς, τὸ βιολογικῶς, τὸ κοινωνικῶς χρήσιμον; ἢ τί ἄλλο; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀτόμων, τῶν διαφόρων τάξεων, τῶν διαφόρων λαῶν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ὠφελίμου; Ἄν πάλιν καθεὶς εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκδέχεται τὸ ὠφέλιμον κατὰ τὸ δοκοῦν, τί σημασίαν θὰ εἶχεν ὡς ἀρχὴ καθοδηγοῦσα τὰς πράξεις μας; Ἡ παρὰ τῶν ἀτόμων ἣ τῶν κοινωνικῶν τάξεων ἐπιδίωξις τοῦ δι’ ἑαυτὰς καὶ δι’ ἑαυτὰ ὠφελίμου θὰ ὡδήγει - ὅπως ἐξ ἄλλου καὶ ἡ ἐπιδίωξις τῆς ἡδονῆς - εἰς καταστροφὴν καὶ εἰς πόλεμον πάντων πρὸς πάντας, εἰς bellum commue omnium contra omnes. Ἰδίως εἶναι δύσκολος ὁ συμβιβασμὸς τοῦ ἀτομικοῦ πρὸς τὸ κοινωνικὸν συμφέρον. Ἐν συμπεράσματι λέγομεν ὅτι ἡ εὐδαιμονία τὴν ὁποίαν ὡς ὑπέρτατον σκοπὸν προβάλλει ὁ εὐδαιμονισμός, ἀτομικὸς ἢ κοινωνικός, δύναται μὲν νὰ εἶναι - καὶ συνήθως εἶναι - τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἠθικότητος, οὐδέποτε ὅμως ὑπέρτατος τοῦ βίου σκοπός.

Ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ ὠφέλεια, εἴτε πηγάζει ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ καὶ τυχαῖα ἀγαθά, ὑγείαν, πλοῦτον, κάλλος, εὐγενῆ καταγωγήν εἴτε ἀπορρέει ἀπὸ τὴν δόξαν καὶ τὰ κοινωνικὰ ἀγαθά· εἴτε τέλος προέρχεται ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τοῦ πνεύματος καὶ τὴν παιδείαν, ἡ ὁποία εὐλόγως τάσσεται εἰς ἀνωτέραν μοῖραν, δὲν ἀποτελεῖ ποτὲ - ἡ ἀπ᾽ αὐτῶν ἡδονὴ καὶ ὠφέλεια - τὴν οὐσίαν τοῦ ὑπερτάτου ἀγαθοῦ.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι παλαιόθεν ἐχαρακτηρίσθησαν τὰ ἐγκόσμια ταῦτα ἀγαθὰ ὡς λόγου ἄξια. Ἀλλ’ ἡ ἀξία λ.χ. τῆς ὑγείας εἶναι μεγάλη, μόνον ἂν θεωρηθῇ ὡς βάσις τῆς εὐζωίας καὶ τῆς εὐποιίας καὶ ὡς συντελεστὴς ἠθικοῦ βίου. Ἀπόδειξις ὅτι καὶ αὐτὴ καὶ ἡ ἰδία ἡ ζωὴ θυσιάζεται πολλάκις χάριν ἄλλων σκοπῶν. Καθ’ ἑαυτὴν ἡ σιδηρᾶ ὑγεία π.χ. τοῦ ἐγκληματίου ἢ ἡ ὑψηλὴ σοφία τοῦ κακοῦ ἐπιστήμονος δὲν ἀξίζει τίποτε. Καὶ τὸ κυριώτερον, τὰ ἀγαθὰ ταῦτα δὲν ἐξαρτῶνται τόσον ἀπὸ ἡμᾶς αὐτούς, ὅσον ἀπὸ τὴν τύχην καὶ τὰς περιστάσεις ἢ -προκειμένου περὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς δόξης- ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ ἀσταθοῦς πλήθους, ἡ ὁποία μεταβάλλεται ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Ἐν τούτοις δὲν στεροῦνται πάσης ἀξίας. Αὐτὸς ὁ Ἐκκλησιαστὴς δὲν συμβουλεύει τὴν τελείαν περιφρόνησίν των, ἀλλὰ συνιστᾷ ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἀπολαύῃ τούτων μετὰ σοφίας καὶ φρονήσεως εἰς τὸν προσήκοντα τόπον καὶ καιρόν, ἐνθυμούμενος πάντοτε τὴν θνητήν του φύσιν. Αἰώνιον δὲ ἀξίαν καὶ ὑπόστασιν δίδει εἰς ἓν καὶ μόνον ἀγαθόν, τὸν Θεὸν καὶ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ.

3. Ἡ Ἠθικὴ τοῦ Γερμανοῦ φιλοσόφου Νίτσε (Fr. Nietzsche) οἰκοδομεῖται ἐπάνω εἰς μίαν τάσιν, ποὺ ὁ ἴδιος ὀνομάζει δίψαν δυνάμεως .

Εἶσαι, λέγει, μία νέα δύναμις, ἓν νέον δίκαιον, εἷς τροχὸς ποὺ κυλᾷ μόνος του; Ἠμπορεῖς νὰ ἀναγκάσῃς τὰ ἄστρα νὰ στρέφωνται γύρω σου; Ἠμπορεῖς νὰ εἶσαι κριτὴς τοῦ ἐαυτοῦ σου καὶ ἐκδικητὴς τοῦ νόμου σου; Ἄν ὄχι, παραμέρισε ἢ σκύψε νὰ περάσουν ἀπὸ ἐπάνω σου οἱ Ἐκλεκτοί, ποὺ ἠξεύρουν ὡς ἰδικόν σου καλὸν τὸ καλὸν τὸ ἰδικόν των.

Ὁ Νίτσε διὰ τοῦ «Ζαρατούστρα» ἐπαγγέλλεται μίαν νέαν ζωήν. Εἰς αὐτήν, τὴν θέσιν τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ καταλάβῃ ὁ «ὑπερ-άνθρωπος». Αὐτὸς εἶναι ἠ ὑψίστη ἀνθρωπίνη ἀξία.

Ἀνάλογος εἶναι καὶ ἡ ἠθικὴ του διδασκαλία. Ὁ Νίτσε διακρίνει σαφῶς ἀπ’ ἀλλήλων ἠθικὴν τῶν κυρίων καὶ ἠθικὴν τῶν δούλων, τῶν ταπεινῶν καὶ τῶν πασχόντων, ὡς χαρακτηρίζει οὗτος τὴν ἠθικὴν τοῦ Χριστιανισμοῦ. Διατυπώνων περαιτέρω τὴν θεωρίαν του ὑποστηρίζει ὅτι πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς ἀπόκτησιν δυνάμεως εἶναι ἀγαθόν, ὅ,τι προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀδυναμίαν κακόν. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ μέλλοντος πρέπει νὰ εἶναι δυνατοί, δημιουργικοί, σκληροί, πρὸ πάντων σκληροί. Οἱ ἀδύνατοι καὶ οἱ δειλοὶ δὲν ἔχουν θέσιν ὑπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ πρέπει κατ’ αὐτὸν νὰ ἐξαφανισθοῦν.

Ἡ Ἠθικὴ τῆς δυνάμεως εἶναι μία Ἠθικὴ τῶν ὀλίγων καὶ ὡς τοιαύτη εὑρίσκει τὴν πλήρη ἀποδοκιμασίαν μας. Διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων ὄχι μόνον δὲν μεριμνᾷ ἀλλὰ καὶ ρητῶς ἐκφράζει τὴν περιφρόνησίν της. Ὠς θρησκεία τῆς σκληρότητος εἶναι ξένη πρὸς τὴν ψυχήν μας καὶ πρὸς κάθε ἰδέαν ἀνθρωπισμοῦ. Θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ εἶχεν ἔλθει ποτὲ εἰς τὸν κόσμον ὁ Σωτὴρ ἡμῶν Ἰησοῦς μὲ τὸ παρήγορον κήρυγμα «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. ε΄, 4), διὰ νὰ ἔχουν ἀκόμη ἀπήχησιν εἰς τὴν καρδίαν μας ἀνάλογοι διδασκαλίαι. Σήμερον ἰδιαιτέρως ἐδιδάχθημεν ἀπὸ τὴν ὀδυνηρὰν πεῖραν τῶν τελευταίων ἐτῶν νὰ εἴμεθα πολὺ δύσπιστοι εἰς τὸ κήρυγμα τοῦτο τῆς Δυνάμεως.



DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him