Τίς ἀγορεύειν βούλεται;






Αδαμαντίου Κοραή

ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν





Όταν εις τας εκκλησίας των προγόνων ημών ήτον ο λόγος περί της σωτηρίας της πατρίδος, και εκκλησίαι περί τούτου πολλάκις εσυναθροίζοντο, αφ’ ού έκαμναν τας συνηθισμένας τότε θυσίας εις τους θεούς και τας ευχάς των, εσηκώνετο ο κήρυξ και έλεγεν μεγαλοφώνως, «Τις αγορεύειν βούλεται;»

Την φωνήν ταύτην ουχί ο κήρυξ αλλ’ αυτή η πατρίς με το στόμα του κήρυκος την εφώναζεν εις όλους τους πολίτας . . . «Τις αγορεύειν βούλεται;» Τουτέστιν… τους έλεγεν ωσάν τα εξής «Τέκνα μου, τίς από σας έχει φρόνησιν ικανήν και αγάπην προς εμέ ειλικρινήν δια να συμβουλεύση τα κοινώς εις όλους συμφέροντα;». Κι τότε όστις ήθελεν από τους πολίτας εσυμβούλευεν ό,τι εγνώριζεν ωφέλιμον εις την πατρίδαν του. Αλλ’ αν και ευτυχούσα τότε η πατρίς είχεν όμως χρείαν συμβουλής από τα τέκνα της, πόσον είναι την σήμερον αναγκαιοτέρα η συμβουλή εις την πατρίδαν;

Από πολυχρόνιον δουλείαν κατασπαραγμένη, από πολλών αιώνων απαιδευσίαν ασχημισμένη, ίσχυσεν όμως να σηκώση από της γής το πληγωμένον της σώμα και να σταθή εις τους κλονουμένους αυτής πόδας, όχι δια να φωνάξη,  - και πού πλέον έμεινεν ισχύς εις αυτήν, ίνα φωνάξη - αλλά μεν συχνά κοπτόμενην από δάκρυα ταπεινήν φωνήν, δεικνύουσα προς όλους ημάς τας πληγάς της,  ίνα λέγη «Τις αγορεύειν βούλεται;
Βλέπετε εις οποίαν ελεεινήν αδοξίαν εκατήντησα εγώ η πατρίς των επιστημών και των τεχνών. Τις αγορεύειν βούλεται;. Τις από εσάς, ω τέκνα μου, είναι ικανός να εύρη και να συμβουλεύση τα πρόσφορα μέσα να επιστρέψω πάλι εις την αρχαίαν μου δόξαν;»

Ουαί και μυριάκις ουαί εις εκείνον από τους λογίους άνδρας του γένους, όστις δεν ακούσει της μητρός αυτού και πατρίδος το θλιβερόν κάλεσμα τούτο και δεν αποκριθεί πάραυτα εις αυτό.

«Εγώ, πατρίς μου… εγώ αγορεύειν βούλομαι». Μήτε επιστήμην έχω ικανήν να ερευνήσω και να καταλάβω το βάθος όλον των πληγών σου, μήτε δύναμιν αρκούσαν να τας θεραπεύσω. Αλλ’ όμως, ότι εμπορώ να κάμω δια εσέ δυστυχεστάτη μου πατρίς και μήτηρ, εις εσέ μετά χαράς το προσφέρω. Η προσφορά μου είναι πολλά μικρά το γνωρίζω αλλ’ είναι αναγκαία εις το ν’ αυξήση τον σωρόν των καλών, όσα δύνανται να προσφέρωσι εις εσέ οι άλλοι μου αδελφοί ή κάν να μ’ ελευθερώση από την καταισχύνην του μόνος εγώ να φανώ κωφός εις την φωνήν σου, μόνος εγώ να φανώ τυφλός εις τας πληγάς σου.

Τοσαύτη είναι την σήμερον η χρεία του συμβουλευτικού μέρους της Ρητορικής εις ημάς και πλήν από τους λογίους άνδρας άλλοι να πληρώσωσιν την χρείαν ταύτην δεν είναι καλοί.



Τό προφίλ ἑνός φαύλου ἀνδρός




τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


Ο Μένων (; - 400 π.Χ.) ήταν μαθητής του Γοργία, μέλος του Σωκρατικού κύκλου και ένας από τους στρατηγούς του εκστρατευτικού σώματος του Κύρου του νεότερου εναντίον του αδελφού του Αρταξέρξη Β΄. Αναφέρεται και στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο· ίσως η παρουσία του στην Αθήνα σχετίζεται με το επικείμενο στρατιωτικό εγχείρημα.Η προσωπικότητά του μας είναι γνωστή από το έργο του Ξενοφώντα «Κύρου Ανάβασις». Συμμετείχε στη μάχη στα Κούναξα. Μετά τη μάχη αυτή ο ανταγωνισμός του με τον Κλέαρχο οδηγησε άμεσα στη σύλληψη των αρχηγών των Ελλήνων με δόλιο τρόπο από τον Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη και τον θάνατο του Κλεάρχου. Στάλθηκε αιχμάλωτος στην Περσική αυλή, όπου εκτελέστηκε ύστερα από κράτηση ενός έτους. Ο Ξενοφών περιγράφει τον Μένωνα ως φίλαρχο, φιλάργυρο, συκοφάντη και γενικά ως άνθρωπο φαύλο. Ο Πλάτων στο διαλογό του δεν του αποδίδει τέτοια ελαττώματα. Ο μόνος υπαινιγμός τον οποίον κάνει είναι ότι τον αποκαλεί «πατρικό φίλο» του βασιλιά των Περσών.

Μένων δὲ ὁ Θετταλὸς δῆλος ἦν ἐπιθυμῶν μὲν πλουτεῖν ἰσχυρῶς, ἐπιθυμῶν δὲ ἄρχειν, ὅπως πλείω λαμβάνοι, ἐπιθυμῶν δὲ τιμᾶσθαι, ἵνα πλείω κερδαίνοι: φίλος τε ἐβούλετο εἶναι τοῖς μέγιστα δυναμένοις, ἵνα ἀδικῶν μὴ διδοίη δίκην.[1]  
          [6.22] ἐπὶ δὲ τὸ κατεργάζεσθαι ὧν ἐπιθυμοίη συντομωτάτην ᾤετο ὁδὸν εἶναι διὰ τοῦ ἐπιορκεῖν τε καὶ ψεύδεσθαι καὶ ἐξαπατᾶν, τὸ δ᾽ ἁπλοῦν καὶ ἀληθὲς τὸ αὐτὸ τῷ ἠλιθίῳ εἶναι[2].        
          [6.23] στέργων δὲ φανερὸς μὲν ἦν οὐδένα, ὅτῳ δὲ φαίη φίλος εἶναι, τούτῳ ἔνδηλος ἐγίγνετο ἐπιβουλεύων. καὶ πολεμίου μὲν οὐδενὸς κατεγέλα, τῶν δὲ συνόντων πάντων ὡς καταγελῶν ἀεὶ διελέγετο[3].
          [6.24] καὶ τοῖς μὲν τῶν πολεμίων κτήμασιν οὐκ ἐπεβούλευε: χαλεπὸν γὰρ ᾤετο εἶναι τὰ τῶν φυλαττομένων λαμβάνειν: τὰ δὲ τῶν φίλων μόνος ᾤετο εἰδέναι ῥᾷστον ὂν ἀφύλακτα λαμβάνειν[4].
          [6.25] καὶ ὅσους μὲν αἰσθάνοιτο ἐπιόρκους καὶ ἀδίκους ὡς εὖ ὡπλισμένους ἐφοβεῖτο, τοῖς δὲ ὁσίοις καὶ ἀλήθειαν ἀσκοῦσιν ὡς ἀνάνδροις ἐπειρᾶτο χρῆσθαι[5].          
          [6.26] ὥσπερ δέ τις ἀγάλλεται ἐπὶ θεοσεβείᾳ καὶ ἀληθείᾳ καὶ δικαιότητι, οὕτω Μένων ἠγάλλετο[6] τῷ ἐξαπατᾶν δύνασθαι, τῷ πλάσασθαι ψεύδη, τῷ φίλους διαγελᾶν: τὸν δὲ μὴ πανοῦργον τῶν ἀπαιδεύτων ἀεὶ ἐνόμιζεν εἶναι. καὶ παρ᾽ οἷς μὲν ἐπεχείρει πρωτεύειν φιλίᾳ, διαβάλλων τοὺς πρώτους τοῦτο ᾤετο δεῖν κτήσασθαι.          
          [6.27] τὸ δὲ πειθομένους τοὺς στρατιώτας παρέχεσθαι ἐκ τοῦ συναδικεῖν αὐτοῖς ἐμηχανᾶτο. τιμᾶσθαι δὲ καὶ θεραπεύεσθαι ἠξίου ἐπιδεικνύμενος ὅτι πλεῖστα δύναιτο καὶ ἐθέλοι ἂν ἀδικεῖν. εὐεργεσίαν δὲ κατέλεγεν, ὁπότε τις αὐτοῦ ἀφίσταιτο, ὅτι χρώμενος αὐτῷ οὐκ ἀπώλεσεν αὐτόν.   
          [6.28] καὶ τὰ μὲν δὴ ἀφανῆ ἔξεστι περὶ αὐτοῦ ψεύδεσθαι, ἃ δὲ πάντες ἴσασι τάδ᾽ ἐστί. παρὰ Ἀριστίππου μὲν ἔτι ὡραῖος ὢν στρατηγεῖν διεπράξατο τῶν ξένων, Ἀριαίῳ δὲ βαρβάρῳ ὄντι, ὅτι μειρακίοις καλοῖς ἥδετο[7], οἰκειότατος [ἔτι ὡραῖος ὢν] ἐγένετο, αὐτὸς δὲ παιδικὰ εἶχε Θαρύπαν ἀγένειος ὢν γενειῶντα.
          [6.29] ἀποθνῃσκόντων δὲ τῶν συστρατήγων ὅτι ἐστράτευσαν ἐπὶ βασιλέα ξὺν Κύρῳ, ταὐτὰ πεποιηκὼς οὐκ ἀπέθανε, μετὰ δὲ τὸν τῶν ἄλλων θάνατον στρατηγῶν τιμωρηθεὶς ὑπὸ βασιλέως ἀπέθανεν, οὐχ ὥσπερ Κλέαρχος καὶ οἱ ἄλλοι στρατηγοὶ ἀποτμηθέντες τὰς κεφαλάς, ὅσπερ τάχιστος θάνατος[8] δοκεῖ εἶναι, ἀλλὰ ζῶν αἰκισθεὶς ἐνιαυτὸν ὡς πονηρὸς λέγεται τῆς τελευτῆς τυχεῖν.


Ξενοφών, Κύρου Ανάβασις, Βιβλίο Β΄, κεφ. 6, 21 κ.ε

ΣΧΟΛΙΑ:


[1] Ένας άνθρωπος όστις αγαπούσε το χρήμα υπερβολικώς και την εξουσίαν συνάμα. Και όποιαν φιλίαν έκανε την έκανε μόνον με σκοπόν να κερδίση κάτι από αυτήν. Έτσι έκανε φίλους τους έχοντας δύναμιν τινά ώστε αν πιανόταν ποτέ ως αδικών να μην τιμωρείται λόγω των υψηλών γνωριμιών του.

[2] Είχε στο μυαλό του μόνον την επιβουλίαν. Και σύντομότατον δρόμον για να βάζη χέρι σε όσα έβαζε στο μάτι είχε την κατηγορίαν, την απάτη και τον δόλον. Και εκείνους που είχαν ως αξίαν την αλήθεια και την τιμήν τους θεωρούσε ηλιθίους.

[3] Και καταγελούσε μόνον τους φίλους του. Όχι τους εχθρούς του. Διότι ήτο θρασύδειλος άνδρας. Αυτούς που τον εμπιστευόντουσαν τους θεωρούσε εύκολα θύματα. Απεναντίας όσοι ήταν καχύποπτοι απέναντί του τους θεωρούσε δύσκολους στόχους ώστε να πλέξη πέριξ αυτών τις πλεκτάνες του. Διότι οι ξέροντες αυτόν καλά φυλάσονταν απ’ αυτόν και δεν μπορούσε να τους κάνη καμιάν ζημιά. Απεναντίας στους αφελείς που πείθονταν στην λυκοφιλία του τους ρήμαζε το βιός τους και την τιμήν τους. Άλλη μια ζωντανή απόδειξις της ρήσεως: «θεέ μου σώσε με από τους φίλους μου γιατί τους εχθρούς μου τους γνωρίζω».

[4] Το θέμα είναι σοβαρόν. Το ζήτημα είναι πώς δύναται να γνωρίση κανείς τους φίλους του και να τους διακρίνη από τους προσποιηθέντας τον φίλον. Για αυτό ίσως είπανε το εξής πάλι σοφό «Στη φιλία και στον έρωτα είμαστε συχνά πιο ευτυχισμένοι χάρη στα όσα αγνοούμε παρά στα όσα ξέρουμε». Βέβαια τα όσα πράττει ενθάδε στον βίον του ο Μένων, αν γίνονται προς τον εχθρόν είναι κλέος και δόξα, αφού τότε έχει κανείς ευγενήν σκοπόν. Για παράδειγμα ας θυμηθούμε την στάσην τύπου Μένωνα του Καραϊσκάκη προς τον Κιουταχή… «Κατ’ αρχάς εξιπάσθην, ογλήγορα όμως εφιλιωθήκαμεν και ελπίζω να του κοστίση η φιλία μου. Είπαμε πολλά, εκείνος με την ιδέαν ότι έχει ραγιάδες τους Έλληνας και εγώ με την ιδέαν ότι είμεθα ελεύθεροι».

[5] Κλασσική αντίδρασις μεταξύ κατεργαρέων. Ο είς φοβείται τον άλλον. Ούτοι οι χαρακτήρες δεν δεικνύουν εμπιστοσύνην σε κανέναν. Φοβούνται τους ομόιδιούς τους μη τους καταφέρουν κάτι που θα τους κάνη κακό. Διότι κανένας απ’ αυτούς δεν γνωρίζει ποιος είναι πιο δυνατός εις την απάτη και το ψέμα. Απεναντίας, κάθε άγιον άνθρωπον, συνετόν και ευλαβήν τον θεωρούν υποψήφιον θύμα των. Λησμονούν οι αχρείοι ότι αυτοί οι ευλαβείς τυγχάνουν της προστασίας του θείου, το οποίο αυτοί έχουν λησμονήσει την ύπαρξιν και αγνοούν.

[6] Η πλήρης διαστροφή της ψυχής. Τοιούτοι τύποι αγάλλονται με την δυστυχίαν που προκαλούν. Η ηδονή που νοιώθει η διεστραμμένη των ψυχή είναι απόρροια της παντελούς ελλείψεως αρχών και αξιών. Τελικώς αυτοί νοιώθουν μιαν απέραντην δυστυχίαν μόλις δεν θα μπορούν πλέον να εξασκήσουν την πανουργίαν και σαθρότητά των. Διότι έρχεται κάποια στιγμή αφ’ ή στιγμής τους εγκαταλείψουν αι δυνάμεις των ένθα και ξεσκεπάζονται και τιμωρούνται και περιθωριοποιούνται. Και πεθαίνουν είτε μόνοι και ως βδελύγματα της κοινωνίας όλης ή τους προλαβαίνει η Άτις και ο όλεθρος και έχουν έν κατηραμένον τέλος.

[7]  Δεν είναι τυχαίον ότι την σαθρότητα του εσωτερικού κόσμου του καθενός, η θεία φύσις οικονομεί έτσι ώστε να γίνεται φανερή, αφού εκδηλώνεται και εις τα πάθη του σώματος. Αληθώς μην περιμένει τις εν ώ βλέπει κάποιον να είναι διεστραμμένος ως προς την γενετήσιαν ορμήν ότι χαίρει υγείας και εσωτερικώς. Ταύτα να τα βλέπουν οι προωθούντες την ομοφυλοφιλίαν και τον κυναιδισμόν εις την την σύγχρονον εποχήν.

[8] Η Άτις που είπαμε παραπάνω. Συνήθως η κακία ξεπληρώνεται εις αυτήν την παρούσα ζωή. Διότι το θείον δεν περιμένει κάν λόγω της πληθύος των ανομημάτων των φαύλων να καθυστερήση την τιμωρίαν των και να την αναβάλλη εις μέλλουσαν ζωήν. Δια τούτο ο λαός λέγει το «όλα εδώ πληρώνονται». Ο Μένων τυραννήθηκε πιο πολύ απ’ όλους και δεν είχε έναν αργόν θάνατον άλλα τον θάνατον που του άξιζε.







Τό προφίλ ἑνός φιλοπολέμου ἀνδρός






ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν






Ο Τισσαφέρνης διαβεβαίωσε τον Κλέαρχο ότι δεν επιβουλευόταν τους Έλληνες (βλ. και ΞΕΝ ΚΑναβ 2.5.3–2.5.15). Με μια υποκριτική χειρονομία καλής θελήσεως προσκάλεσε τους στρατηγούς των Μυρίων στη σκηνή του, για να τους αποκαλύψει δήθεν ποιοι τους συκοφαντούσαν. Έτσι κατόρθωσε να συλλάβει πέντε από τους στρατηγούς των Ελλήνων, ανάμεσά τους και τον Κλέαρχο. Την ίδια στιγμή δολοφονήθηκαν οι είκοσι λοχαγοί και οι διακόσιοι στρατιώτες που τους είχαν ακολουθήσει στο περσικό στρατόπεδο. Ο Ξενοφώντας θα σκιαγραφήσει τον χαρακτήρα των πέντε στρατηγών. Αρχικά παρατίθεται το πορτρέτο του Κλέαρχου.

[2.6.1] Οἱ μὲν δὴ στρατηγοὶ οὕτω ληφθέντες ἀνήχθησαν ὡς βασιλέα καὶ ἀποτμηθέντες τὰς κεφαλὰς ἐτελεύτησαν, εἷς μὲν αὐτῶν Κλέαρχος ὁμολογουμένως ἐκ πάντων τῶν ἐμπείρως αὐτοῦ ἐχόντων δόξας γενέσθαι ἀνὴρ καὶ πολεμικὸς καὶ φιλοπόλεμος ἐσχάτως. [2.6.2] καὶ γὰρ δὴ ἕως μὲν πόλεμος ἦν τοῖς Λακεδαιμονίοις πρὸς τοὺς Ἀθηναίους παρέμενεν, ἐπειδὴ δὲ εἰρήνη ἐγένετο, πείσας τὴν αὑτοῦ πόλιν ὡς οἱ Θρᾷκες ἀδικοῦσι τοὺς Ἕλληνας καὶ διαπραξάμενος ὡς ἐδύνατο παρὰ τῶν ἐφόρων ἐξέπλει ὡς πολεμήσων τοῖς ὑπὲρ Χερρονήσου καὶ Περίνθου Θρᾳξίν. [2.6.3] ἐπεὶ δὲ μεταγνόντες πως οἱ ἔφοροι ἤδη ἔξω ὄντος ἀποστρέφειν αὐτὸν ἐπειρῶντο ἐξ Ἰσθμοῦ, ἐνταῦθα οὐκέτι πείθεται, ἀλλ’ ᾤχετο πλέων εἰς Ἑλλήσποντον. [2.6.4] ἐκ τούτου καὶ ἐθανατώθη ὑπὸ τῶν ἐν Σπάρτῃ τελῶν ὡς ἀπειθῶν. ἤδη δὲ φυγὰς ὢν ἔρχεται πρὸς Κῦρον, καὶ ὁποίοις μὲν λόγοις ἔπεισε Κῦρον ἄλλῃ γέγραπται, δίδωσι δὲ αὐτῷ Κῦρος μυρίους δαρεικούς· [2.6.5] ὁ δὲ λαβὼν οὐκ ἐπὶ ῥᾳθυμίαν ἐτράπετο, ἀλλ’ ἀπὸ τούτων τῶν χρημάτων συλλέξας στράτευμα ἐπολέμει τοῖς Θρᾳξί, καὶ μάχῃ τε ἐνίκησε καὶ ἀπὸ τούτου δὴ ἔφερε καὶ ἦγε τούτους καὶ πολεμῶν διεγένετο μέχρι Κῦρος ἐδεήθη τοῦ στρατεύματος· τότε δὲ ἀπῆλθεν ὡς ξὺν ἐκείνῳ αὖ πολεμήσων. [2.6.6] ταῦτα οὖν φιλοπολέμου μοι δοκεῖ ἀνδρὸς ἔργα εἶναι, ὅστις ἐξὸν μὲν εἰρήνην ἄγειν ἄνευ αἰσχύνης καὶ βλάβης αἱρεῖται πολεμεῖν, ἐξὸν δὲ ῥᾳθυμεῖν βούλεται πονεῖν ὥστε πολεμεῖν, ἐξὸν δὲ χρήματα ἔχειν ἀκινδύνως αἱρεῖται πολεμῶν μείονα ταῦτα ποιεῖν· ἐκεῖνος δὲ ὥσπερ εἰς παιδικὰ ἢ εἰς ἄλλην τινὰ ἡδονὴν ἤθελε δαπανᾶν εἰς πόλεμον. [2.6.7] οὕτω μὲν φιλοπόλεμος ἦν· πολεμικὸς δὲ αὖ ταύτῃ ἐδόκει εἶναι ὅτι φιλοκίνδυνός τε ἦν καὶ ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἄγων ἐπὶ τοὺς πολεμίους καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς φρόνιμος, ὡς οἱ παρόντες πανταχοῦ πάντες ὡμολόγουν. [2.6.8] καὶ ἀρχικὸς δ’ ἐλέγετο εἶναι ὡς δυνατὸν ἐκ τοῦ τοιούτου τρόπου οἷον κἀκεῖνος εἶχεν. ἱκανὸς μὲν γὰρ ὥς τις καὶ ἄλλος φροντίζειν ἦν ὅπως ἔχοι ἡ στρατιὰ αὐτῷ τὰ ἐπιτήδεια καὶ παρασκευάζειν ταῦτα, ἱκανὸς δὲ καὶ ἐμποιῆσαι τοῖς παροῦσιν ὡς πειστέον εἴη Κλεάρχῳ. [2.6.9] τοῦτο δ’ ἐποίει ἐκ τοῦ χαλεπὸς εἶναι· καὶ γὰρ ὁρᾶν στυγνὸς ἦν καὶ τῇ φωνῇ τραχύς, ἐκόλαζέ τε ἰσχυρῶς, καὶ ὀργῇ ἐνίοτε, ὡς καὶ αὐτῷ μεταμέλειν ἔσθ’ ὅτε. [2.6.10] καὶ γνώμῃ δ’ ἐκόλαζεν· ἀκολάστου γὰρ στρατεύματος οὐδὲν ἡγεῖτο ὄφελος εἶναι, ἀλλὰ καὶ λέγειν αὐτὸν ἔφασαν ὡς δέοι τὸν στρατιώτην φοβεῖσθαι μᾶλλον τὸν ἄρχοντα ἢ τοὺς πολεμίους, εἰ μέλλοι ἢ φυλακὰς φυλάξειν ἢ φίλων ἀφέξεσθαι ἢ ἀπροφασίστως ἰέναι πρὸς τοὺς πολεμίους. [2.6.11] ἐν μὲν οὖν τοῖς δεινοῖς ἤθελον αὐτοῦ ἀκούειν σφόδρα καὶ οὐκ ἄλλον ᾑροῦντο οἱ στρατιῶται· καὶ γὰρ τὸ στυγνὸν τότε φαιδρὸν αὐτοῦ †ἐν τοῖς ἄλλοις προσώποις† ἔφασαν φαίνεσθαι καὶ τὸ χαλεπὸν ἐρρωμένον πρὸς τοὺς πολεμίους ἐδόκει εἶναι, ὥστε σωτήριον, οὐκέτι χαλεπὸν ἐφαίνετο· [2.6.12] ὅτε δ’ ἔξω τοῦ δεινοῦ γένοιντο καὶ ἐξείη πρὸς ἄλλον ἀρξομένους ἀπιέναι, πολλοὶ αὐτὸν ἀπέλειπον· τὸ γὰρ ἐπίχαρι οὐκ εἶχεν, ἀλλ’ ἀεὶ χαλεπὸς ἦν καὶ ὠμός· ὥστε
διέκειντο πρὸς αὐτὸν οἱ στρατιῶται ὥσπερ παῖδες πρὸς διδάσκαλον. [2.6.13] καὶ γὰρ οὖν φιλίᾳ μὲν καὶ εὐνοίᾳ ἑπομένους οὐδέποτε εἶχεν· οἵτινες δὲ ἢ ὑπὸ πόλεως τεταγμένοι ἢ ὑπὸ τοῦ δεῖσθαι ἢ ἄλλῃ τινὶ ἀνάγκῃ κατεχόμενοι παρείησαν αὐτῷ, σφόδρα πειθομένοις ἐχρῆτο. [2.6.14] ἐπεὶ δὲ ἄρξαιντο νικᾶν ξὺν αὐτῷ τοὺς πολεμίους, ἤδη μεγάλα ἦν τὰ χρησίμους
ποιοῦντα εἶναι τοὺς ξὺν αὐτῷ στρατιώτας· τό τε γὰρ πρὸς τοὺς πολεμίους θαρραλέως ἔχειν παρῆν καὶ τὸ τὴν παρ’ ἐκείνου τιμωρίαν φοβεῖσθαι εὐτάκτους ἐποίει. [2.6.15] τοιοῦτος μὲν δὴ ἄρχων ἦν· ἄρχεσθαι δὲ ὑπὸ ἄλλων οὐ μάλα ἐθέλειν ἐλέγετο. ἦν δὲ ὅτε ἐτελεύτα ἀμφὶ τὰ πεντήκοντα ἔτη.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.6.1–2.6.15


***

Μτφρ. Α. Τζάρτζανος. 1938.
Ξενοφώντος Κύρου Ανάβασις.
Αρχαίον κείμενον, εισαγωγή, μετάφρασις, σημειώσεις.
Αθήνα: Πάπυρος.

Οι στρατηγοί τέλος πάντων ούτω συλληφθέντες ωδηγήθησαν κατόπιν εις τον βασιλέα και εκεί εθανατώθησαν δι' αποκεφαλισμού. Εξ αυτών είς, ο Κλέαρχος, κατά την ομολογίαν πάντων, όσοι τον εγνώριζον καλώς, ανεδείχθη ανήρ και εμπειροπόλεμος και φιλοπόλεμος εις τον υπέρτατον βαθμόν. Και όντως, έως ότου μεν οι Λακεδαιμόνιοι είχον πόλεμον προς τους Αθηναίους, παρέμενε χρησιμοποιούμενος εις αυτόν. Άμα δε έγινεν ειρήνη, αφού κατέπεισε τους συμπολίτας του ότι οι Θράκες ηδίκουν τους Έλληνας και αφού κατώρθωσε, καθ' ον τρόπον ηδύνατο, να λάβη των εφόρων την συγκατάθεσιν, ανεχώρησε δια θαλάσσης, δια να υπάγη να πολεμήση εναντίον των Θρακών, οι οποίοι κατώκουν υπεράνω της Θρακικής Χερσονήσου και της Περίνθου. Επειδή δε ήλλαξαν κάπως γνώμην οι έφοροι, ότε πλέον αυτός ευρίσκετο έξω των ορίων της Λακωνικής, και προσεπάθουν να τον γυρίσουν οπίσω από τον Ισθμόν, εις την περίστασιν αυτήν δεν υπήκουσε πλέον, παρά έπλευσε κατ' ευθείαν εις τον Ελλήσποντον. Ένεκα δε τούτου και κατεδικάσθη εις θάνατον υπό των ανωτάτων αρχόντων της Σπάρτης ως δεικνύων απείθειαν. Έκτοτε δε πλέον εξόριστος διατελών έρχεται εις τον Κύρον. Και με ποίου μεν είδους λόγους τον κατέπεισε τον Κύρον, εις άλλο σύγγραμμα έχει γραφή, πάντως όμως του έδωσεν ο Κύρος δέκα χιλιάδας δαρεικούς. Και αυτός άμα τους έλαβε, δεν παρεδόθη εις άνετον βίον, παρά με τα χρήματα αυτά εστρατολόγησε στράτευμα και ήρχισε πόλεμον εναντίον των Θρακών, και αφού τους ενίκησεν εις μίαν μάχην, έκτοτε πλέον ελεηλάτει την χώραν των και επολέμει συνεχώς εναντίον των, μέχρις ότου ο Κύρος έλαβεν ανάγκην του στρατεύματός του. Τότε δε έφυγεν απ' εκεί, δια να υπάγη να πολεμήση πάλιν μαζί με εκείνον. Αυτά βέβαια είναι, όπως νομίζω, έργα φιλοπολέμου ανθρώπου, που μολονότι δύναται να διάγη ειρηνικώς χωρίς εντροπήν και χωρίς καμίαν ζημίαν, εν τούτοις προτιμά να κάμνη πόλεμον, και μολονότι δύναται να ζη ανέτως, θέλει να κοπιάζη, αρκεί να ευρίσκεται εις πόλεμον, και μολονότι δύναται να έχη χρήματα, χωρίς να διατρέχη κανέναν κίνδυνον, προτιμά να διεξάγη πόλεμον και να τα κάμνη ολιγώτερα. Ούτω εκείνος, όπως ακριβώς άλλοι εις παιδικούς έρωτας, ή δι' άλλην τινά απόλαυσιν, ήθελε να εξοδεύη εις πολέμους. Τόσον φιλοπόλεμος ήτο. Ικανός δε εις τα του πολέμου πάλιν υπ' αυτήν την έποψιν εθεωρείτο, ότι δηλαδή ηγάπα να εκτίθεται εις κινδύνους, βαδίζων όχι μόνον εν καιρώ ημέρας παρά και εν καιρώ νυκτός εναντίον των εχθρών, και ότι κατά τας ώρας του κινδύνου ήτο κύριος του λογικού του, όπως οι παρευρισκόμενοι πλησίον του πανταχού πάντες ομοφώνως εβεβαίωνον.
Και εις το άρχειν δε ικανός ελέγετο ότι ήτο, όπως είναι δυνατόν να είναι κανείς ικανός εις τούτο με τον τρόπον που και εκείνος είχε. Δηλαδή αφ' ενός μεν είχε την ικανότητα περισσότερον από κάθε άλλον πρώτον μεν να επινοή πώς το στράτευμά του θα εξεύρισκε τα τρόφιμα, και δεύτερον να προμηθεύη εις αυτό ταύτα, αφ' ετέρου δε είχε την ικανότητα και να εμπνέη εις τους περί αυτόν την πεποίθησιν ότι ώφειλον να υπακούουν εις τον Κλέαρχον. Και τούτο το κατώρθωνε με το να είναι σκαιός άνθρωπος. Διότι και η όψις του ήτο αποκρουστική και η φωνή του τραχεία, και ετιμώρει πάντοτε με μεγάλην αυστηρότητα, μάλιστα εν οργή ευρισκόμενος ενίοτε, ώστε και αυτός ο ίδιος να μετανοή κάποτε. Αλλ' ουχ ήττον και εσκεμμένως ετιμώρει. Διότι από στράτευμα, εις το οποίον δεν επιβάλλονται τιμωρίαι, ουδεμία ωφέλεια εφρόνει ότι δύναται να υπάρχη, και μάλιστα έλεγε, όπως εβεβαίωνον οι περί αυτόν, ότι πρέπει ο στρατιώτης να φοβήται περισσότερον τον αρχηγόν του παρά τους εχθρούς, εάν θα πρόκειται είτε ως φρουρός να εκτελή καλώς την υπηρεσίαν του, είτε από το να προξενήση βλάβην τινά εις φίλους να απέχη, είτε χωρίς καμίαν αντίρρησιν να βαδίζη εναντίον των εχθρών. Κατόπιν τούτων εις μεν τας κινδυνώδεις περιστάσεις επροθυμοποιούντο να υπακούουν εις αυτόν πλήρως και δεν επροτίμων άλλον στρατηγόν οι στρατιώται. Καθόσον μάλιστα η αγριότης του προσώπου του τότε, φαιδρότης εν μέσω των άλλων προσώπων έλεγον ότι ενεφανίζετο, και η σκαιότης του δύναμις απέναντι των εχθρών εφαίνετο ότι ήτο, και επομένως σωτηρίας μέσον και ουχί πλέον επαχθής ενεφανίζετο. Όταν όμως ευρίσκοντο έξω του κινδύνου και είχον την ευκολίαν να απέλθουν, δια να ταχθούν υπό τας διαταγάς άλλου στρατηγού, τότε τον άφηνον και έφευγον. Διότι το χάρισμα του να ελκύη τους ανθρώπους δεν το είχε, παρά πάντοτε ήτο σκαιός και σκληρός. Και ούτω, τα προς αυτόν αισθήματα των στρατιωτών του ήσαν οποία τα αισθήματα παίδων προς ένα διδάσκαλον. Δι' αυτόν λοιπόν ακριβώς τον λόγον ανθρώπους, οι οποίοι από αγάπην και φιλικήν διάθεσιν να τον ακολουθούν, ουδέποτε είχε. Όποιοι δε είτε κατά διαταγήν της πατρίδος των είτε ένεκα απορίας είτε από αλλην καμίαν ανάγκην πιεζόμενοι ευρίσκοντο υπό την αρχηγίαν του, τούτους εις αυστηράν πειθαρχίαν τους εκράτει. Άμα όμως ήθελον αρχίσει να νικούν μαζί με αυτόν τους εχθρούς, έκτοτε πλέον σπουδαία ήσαν τα προσόντα, τα οποία καθίστων χρησίμους τους υπό τας διαταγάς του στρατιώτας. Διότι και το θάρρος του να αντιμετωπίζουν τους εχθρούς είχον, και ο φόβος της εκ μέρους εκείνου τιμωρίας τους καθίστα ευπειθείς. Τοιούτος τέλος ως αρχηγός ήτον ο Κλέαρχος. Να δέχεται δε διαταγάς άλλων δεν είχε πολλήν διάθεσιν, όπως έλεγαν. Ήτο δε τότε που απέθανε πεντήκοντα περίπου ετών.



Οι Παλαιοημερολογίται και η εφημερίς «Ορθόδοξος Τύπος»




ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
-πτυχιούχος κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακός ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν



ΔΕΔΟΜΕΝΟΝ 1

Οι ζηλωτές, παλαιοημερολογίτες με ου κατ' επίγνωσιν ζήλο και έμμονες ιδέες, κατέκριναν το Γέροντα, γιατί δεν ακολουθούσε τη δική τους γραμμή στο θέμα των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ζητούσαν να διακόψει κάθε σχέση μ' αυτό, να μην μνημονεύει τον Πατριάρχη και να διαφωτίζει τους επισκέπτες του σχετικά με τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η Ορθοδοξία από τον Πατριάρχη και τις ενέργειές του. Οι άνθρωποι αυτοί αδιαφορούσαν εντελώς για τη μεγάλη πνευματική προσφορά του Γέροντα, για τη μέριμνα του να καλλιεργηθούν οι άνθρωποι σύμφωνα με το ορθόδοξο ήθος, για την καλή ανησυχία που έσπερνε στους ανθρώπους, για την παρηγοριά που τους έδινε, για την προσευχή που έκανε για τους πονεμένους, για την μεγάλη του ασκητικότητα, με δύο λόγια για την ευλογημένη παρουσία του στο Άγιον Όρος. Ήθελαν σώνει και καλά ο Γέροντας να αρνηθεί την Εκκλησία και να γίνει ένας τυφλός ζηλωτής.
Ενδεικτικά αναφέρουμε δύο περιπτώσεις: Το περιοδικό «Άγιος Αγαθάγγελος Εσφιγμενίτης», της μονής Εσφιγμένου (της αδελφότητας που παρανόμως και αντικανονικώς βρίσκεται ακόμα μέσα στο μοναστήρι αποδεικνύοντας τον εωσφορικό εγωισμό των προεστών τους), που κρίνει τους πάντες και τα πάντα και μόνο τον εαυτό του ξεχνάει, σε κάποιο σχόλιο του που φέρει τον τίτλο «Και μετά θάνατον επιζήμιος ο π. Παΐσιος ο αγιορείτης», λέγει και τα εξής: «Παρεκτραπέντος αυτού, εις την Ορθόδοξον Πίστιν των Πατέρων μας, επλάνει τον λαόν του Θεού, όστις ήρχετο εκ περάτων της γης να τον συμβουλευθή και συνεβούλευεν αυτούς να ακολουθούν αιρετικούς ποιμένας». Και επειδή είχε πληροφορηθεί το καλό περιοδικό ότι επρόκειτο να κυκλοφορήσουν και βιογραφίες του Γέροντα, ανησυχούσε γιατί και μετά την κοίμησή του θα ήταν επικίνδυνος. Μάλιστα προέτρεπε τους βιογράφους και αρθρογράφους να μην επιβαρύνουν την ψυχή τους με το να γράφουν για την ανύπαρκτη αγιότητα του π. Παϊσίου.
Αλλά και στο περιοδικό «Αγιορείτης» κατηγορείται ο Γέροντας, όπως και όλοι οι σύγχρονοι Γέροντες, γιατί ποτέ δεν συμβούλεψαν «κάτι που να προστατεύει τους πιστούς από τας αντορθοδόξους ενεργείας του Οικουμενικού πατριάρχου και των δορυφόρων του. Ουδέποτε! Δια θέματα πίστεως ετήρουν σιγήν, σιγήν ένοχον και κατάκριτον κατά τους αγίους Πατέρας». Και αμφισβητώντας τα χαρίσματα που είχαν, ο συντάκτης του σχολίου λέγει ότι δεν αποτελούσαν κριτήριο Ορθοδοξίας, αλλά «είχον γίνει παίγνιον του πονηρού, αφού τίποτα από τα λεγόμενά τους δεν εναρμονίζεται προς τον Πατερικόν, αντιαιρετικόν λόγον, γενόμενοι αιτία να παραμένουν τόσαι ψυχαί εις την κοινωνίαν της αιρέσεως».
Δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε τα ανωτέρω αποσπάσματα, γιατί είναι άδικα και προπαντός εμπαθή. Τα αναφέραμε μόνο για να φανεί ότι ο Γέροντας αντιμετώπιζε όσο ζούσε την μανία των ζηλωτών (σχισματικών παλαιοημερολογιτών οι οποίοι δεν έχουν "κοινωνία" με την Μία, Αγία και Καθολική Ορθόδοξη Εκκλησία), οι οποίοι συνεχίζουν την τακτική τους και μετά την κοίμηση του.

πηγή:εδώ


Βάσει των ανωτέρω η πολλά καλή εφημερίδα όλων των ορθοδόξων, γνωστή και δια τον αντιαιρετικόν αγώνα της, δύναται να μας πληροφορήσει δια τα εξής:

·        Διατί τόσος ζήλος κατά απάντων των ενεργειών του Πατριάρχου; Είναι μόνον κατά ωρισμένων ενεργειών του εις την προσέγγισιν μετά των αλλοδόξων; Ή ταυτίζεται εις τον αγώνα εναντίον του με τας θέσεις των Γ.Ο.Χ Ελλάδος εις πάντα;
·        Γιατί προσφέρει βήμα εις την αδελφότητα που παρανόμως και αντικανονικώς βρίσκεται ακόμα μέσα στο μοναστήρι;  



Θεωρεί αυτήν καλώς υπάρχουσα αν και αγνοή αποφάσεις της κανονικής διοικήσεως της εκκλησίας; Αν ναι δύναται άρα κανείς να παραθεωρή αυτάς τας αποφάσεις και να μην αποκόπτεται από το σώμα αυτής; Πότε δύναται τι τοιούτο να υπάρχη; Μήπως και εις αυτό απολύτως ταυτίζεται μετά τας δοξασίας των αιρετικών Γ.Ο.Χ;

ΔΕΔΟΜΕΝΟΝ 2




Και άλλα πολλά που φυσικά η έγκριτη εφημερίδα μας γνωρίζει…
Δύναται να μας ειπή διατί καταχωρεί εις τας σελίδας της περιοδικά των αιρετικών αυτών;




[Ο « Ορθόδοξος Τύπος » υποστηρίζει τούς « ΓΟΧ » καταληψίες τής Ι. Μ. Εσφιγμένου ! ]



Μπορεί να καταγγείλει αυτούς με ανακοίνωσίν της ως αιρετικούς και ότι δεν έχει ουδεμίαν σχέσιν μαζί των, προκειμένου να αποφευχθή ο σκανδαλισμός των πιστών;

ΔΕΔΟΜΕΝΟΝ 3



Τι ήλλαξεν από το 1976 ένθα η εφημερίς είχεν μιαν συγκεκριμένην θέσιν; Ιδού τι έλεγεν τότε

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ 15/2/76:

 «Οι «Γ.Ο.Χ» έσχισαν την Εκκλησίαν της Ελλάδος, ή μάλλον απεσχίσθησαν από την Εκκλησίαν της Ελλάδος. Η αμαρτία του σχίσματος αυτούς βαρύνει, όχι εμάς… Απεχθανόμεθα τους πρωτεργάτας του ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ και τους συνεχιστάς του».

Ο «Ο.Τ» εξεκίνησε και συνεχίζει την πορείαν του ως εφημερίς αποσκοπούσα εις την προβολήν και άμυναν των Πατερικών Παραδόσεων και την απόκρουσιν των [δυσδιάκριτη λέξη] επιδράσεων εις την Εκκλησίαν μας.
Το Ημερολόγιον δεν είναι παράδοσις, ούτε αποστολική, ούτε εκκλησιαστική. Το ημερολόγιο είναι παράδοσις εκκλησιαστική. Αυτό σημαίνει, ότι η Εκκλησία, το τονίζομεν Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, έχει το δικαίωμα το ημερολόγιον να το κρατήσει ή και να το απορρίψη. Τας ιδικάς της παραδόσεις δεν έχει δικαίωμα να απορρίψη ή αθετήση. Μπορεί όμως να τας βελτιώση ή τροποποιήση, αναλόγως των ποιμαντικών της αναγκών.
Στερρώς εχόμενος ο «Ο.Τ» της απόψεως, ότι αι παραδόσεις πρέπει να διατηρούνται άθικτοι και μη συντρέχοντος λόγου αδηρρίτου να μην αλλοιούνται ουδέ κατ’ ελάχιστον, ακόμη και δια ποιμαντικούς λόγους, ευχαρίστως θα έβλεπεν αποκαθιστάμενον εις την Εκκλησίαν μας το επί αιώνος ισχύσαν Ιουλιανόν Ημερολόγιον.
Παρά ταύτα οφείλομεν να παρατηρήσωμεν προς τους λεγομένους «Παλαιοημερολογίτες» ή άλλως «Γ.Ο.Χ» τα εξής, εις τα οποία όχι μόνον δεν συμφωνούμεν μαζί τους αλλά και έχομεν εκ διαμέτρου αντίθετον γνωμην.
Α) Άλλο μια παράδοσις εκκλησιαστική, έστω η σπουδαιοτέρα, και άλλο ΣΧΙΣΜΑ εις την Εκλησίαν χάριν της δήθεν τηρήσεως της παραδόσεως αυτής. Το σχίσμα δεν συγχωρείται ούτε με μαρτύριον, διότι τότε και το μαρτύριον δεν είναι μαρτύριον αλλά απλώς βίαιος θάνατος.
Β) Οι Πατέρες (Φώτιος, Πέτρος Αντιοχείας, Μάρκος) τονίζουν ότι η διαφορά εις επουσιώδη σημεία δεν επιτρέπεται να γίνεται αφορμή σχισμάτων ή διατηρήσεως σχισμάτων εις την Εκκλησίαν.
Γ) Οι «Γ.Ο.Χ» έσχισαν την Εκκλησίαν της Ελλάδος, ή μάλλον απεσχίσθησαν από την Εκκλησίαν της Ελλάδος. Η αμαρτία του σχίσματος αυτούς βαρύνει, όχι εμάς.
Δ) Σχισθέντες οι «Γ.Ο.Χ» εγκατελείφθησαν από την χάριν του Θεού, ίσως επειδή δεν εφοβήθησαν τον Θεόν να κατακρίνουν ολόκληρον την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ως στερηθείσαν της Χάριτος του Θεού. Έτσι 1) Εσχίσθησαν μεταξύ τους εις «παρατάξεις», ή άλλως αλληλοαναθεματιζομένας «Εκκλησίας» (Ματθαιϊκοί, Φλωρινικοί κλπ). 2) Παρέβησαν τόσους Κανόνας, όσους ποτέ Εκκλησιαστικόν Σώμα, αφού έφθασαν να πράξουν τα εξής ακατανόητα ακνονικώς (χειροτονία επισκόπου από έναν επίσκοπον, μικτά μοναστήρια, χειροτονία επισκόπου Γ.Ο.Χ υπό Ρουμάνου νεοημερολογίτου, απόρριψις και καταδίκη αγίων, αναχειροτονία, βλασφημία του αγίου Πνεύματος).
Ε) Παρ’ ότι μόνον 55.000 άτομα (ολιγώτερα ναι, περισσότερα όχι), λόγω επάρσεως εξ επηρείας του Δαιμονίου των Σχισμάτων και Αιρέσεων εκήρυξαν ότι τα μυστήρια των Νεοημερολογιτών και των Κοινωνούντων μετ΄αυτών, ήτοι όλων των Ορθοσόξων, αφού όλοι οι Ορθόδοξι του Κόσμου κοινωνούν μεθ΄ημών και ουδείς μετ’ αυτών, είναι άμοιρα θείας χάριτος και συνεπώς μάταιαι τελετουργίαι. (Παρά ταύτα παίρνουν ως «λουκούμι» ‘ο,τι εμείς πετάμε εις τον σκουπιδοντενεκέ!).
Στ) Το σχίσμα κρίνεται με βάσιν την επικοινωνίαν με τα 4 Ρωμέϊκα Πατριαρχεία. Η Αίρεσις με την ανάπτυξιν διαφόρου διδασκαλίας. Άρα, αφού οι «Γ.Ο.Χ» δεν έχουν επικοινωνίαν μετά των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων και τας Αυτοκεφάλους Εκκλησίας, είναι ΝΤΕ ΦΑΚΤΟ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΙ. Όσον και αν τους συμπαθούμεν, είμεθα υποχρεωμένοι να είπωμεν την αλήθειαν.
Ζ) Η ιερωσύνη των «Γ.Ο.Χ» και των δυο Παρατάξεων [σημ.Αντ.Εγκόλπιου: σήμερα είναι περίπου 12] αιωρείται εις τον ΑΕΡΑ. Άρα εις τους «Γ.Ο.Χ» ουδεμία βεβαιότης υπάρχει ότι έχουν τα μυστήριά τους χάριν.
Η) Ουδέποτε θα συγχωρήσωμεν εις την ηγεσίαν τους, ότι ακόμη δεν έχουν αφορίσει την ενεργουμένην υπό ακαθάρτου πνεύματος «μοναχήν» Μαγδαληνήν την υβρίζουσαν τον Άγιον Νεκτάριον. Η ενέργειά της και η προς αυτήν ανοχή των προϊσταμένων της αίρουν μεταξύ ημών και αυτών τείχος ανυπέρβλητον, ωρύσσουν χάσμα αγεφύρωτον.
Συμπερασματικώς τονίζομεν:
Αγαπώμεν τας Παραδόσεις της Εκκλησίας μας. Θα ηθέλαμε και το Ημερολόγιον να αποκατασταθή εις την Παλαιάν του μορφήν, παρ’ ότι η ΔΙΟΡΘΩΣΙΣ του δεν το μετέβαλεν ούτε το ηλλοίωσεν, ούτε το ανέτρεψεν.
Αγαπώμεν και τους αγνούς παλαιοημερολογίτας, αλλά μόνον τους αγνούς. Απεχθανόμεθα τους πρωτεργάτας του ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ και τους συνεχιστάς του.
Ευχόμεθα να πρυτανεύση παρ’ ΑΠΑΣΙ ΠΝΕΥΜΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ, ώστε να πανηγυρίσωμεν την ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΙΝ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

Δακτυλογράφηση από το Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Το άρθρο υπάρχει στην εφημερίδα «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ» της 15ης  Φεβρουαρίου 1976.
Ἀντιαιρετικὸν Ἐγκόλπιον www.egolρion.com
18 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2012



Συνεχίζει άρα γε και σήμερα να πρεσβεύη ταύτα;




Ἡ ἀριστοτελική θεώρησις τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς










του
Βασιλείου Μπετσάκου*





Ο Αριστοτέλης δεν ορίζει αυστηρά τα πάθη· συντάσσει, όμως, παραδειγματικούς καταλόγους παθών, επιχειρεί περιγραφικούς ορισμούς (1) αλλά και διεξοδικότερες αναλύσεις στα ηθικά του έργα, στην Ῥητορικὴν και στο Περὶ Ψυχῆς. Καθώς η αφόρμηση και η προοπτική κάθε πραγματείας διαφέρει, τα κοινά τους επιστημονικά αντικείμενα (στην περίπτωσή μας τα πάθη της ψυχής) δεν μένουν αμετάβλητα αλλά τροποποιούνται ανάλογα (2).

Στα Ἠθικὰ Νικομάχεια, βάσει της διάκρισης δύο τρόπων ύπαρξης (δυνάμει και ἐνεργείᾳ)(3), τα πάθη θεωρούνται είτε ως ποιότητες είτε ως κινήσεις της ψυχής. Τα πάθη-ποιότητες είναι δυνατότητες της ψυχής κείμενες σε ένα υπαρκτικό πεδίο πέρα και πριν από συγκεκριμένο χώρο-χρόνο. Υπάρχουν δυνάμει, ως οιονεί βιολογικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης· όλοι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να εκδηλώσουν πάθη όπως η ἐπιθυμία, η ὀργή, ο φόβος, ο φθόνος, η φιλία, το μῖσος, ο πόθος, ο ζῆλος, ο ἔλεος. Τα πάθη-κινήσεις είναι ενέργειες του εκάστοτε ανθρώπου εγγεγραμμένες σε ένα υπαρκτικό πεδίο ορισμένο από συγκεκριμένες διαστάσεις χώρου-χρόνου. Υπάρχουν ἐνεργείᾳ, ως επικαιροποιημένες εκδηλώσεις του ατόμου μέσα στο μεταβαλλόμενο φυσικό-κοινωνικό περιβάλλον· ο καθένας εκδηλώνει την ὀργήν του, τον φόβον, τον φθόνον, την χαράν του.

Tα πάθη είναι μια αδήριτη πραγματικότητα (είμαστε άνθρωποι, και θα θυμώσουμε και θα μισήσουμε και θα χαρούμε και θα σπλαχνιστούμε το διπλανό μας). Γι’ αυτό και καθαυτά είναι ηθικώς ουδέτερα. Στα πάθη ως βιολογικές δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης δεν προσάπτουμε επίθετα της ηθικής, για τον ίδιο λόγο που δεν χαρακτηρίζουμε καλή ή κακή την απλή δυνατότητα να τραφούμε, να κινηθούμε ή να ομιλήσουμε· η ἐπιθυμία, ο θυμός, η αἰδώς, το μῖσος δεν είναι από μόνα τους ούτε καλά ούτε κακά. Στα πάθη ως συγκεκριμένες ενέργειες των ατόμων δεν αποδίδουμε εξαρχής ηθικούς προσδιορισμούς, διότι έχουν ένα παροδικό χαρακτήρα, και δεν προσδιορίζουν μονιμότερα το ήθος του φορέα τους με τον τρόπο που το κάνουν κατεξοχήν όροι της ηθικής, όπως η αρετή και η κακία· καθαυτή μία ὀργή, μία λύπη, ένας πόθος δεν έχουν ηθικό πρόσημο.

Οι ιδιαίτερες, όμως, συνθήκες μέσα στις οποίες ένα πάθος εγείρεται στην ψυχή του ανθρώπου και εκδηλώνεται στις ενέργειές του -ο χρόνος, οι καταστάσεις, οι άνθρωποι προς τους οποίους αυτό στρέφεται, οι αιτίες, ο τρόπος εκδήλωσης- προσδίδουν υστερογενώς στο συγκεκριμένο πάθος ηθικό βάρος και ποιόν (4). Αν μάλιστα το πάθος εκδηλώνεται επαναλαμβανόμενα με σταθερή ένταση, αν το πρόσωπο πάσχει (οργίζεται πχ. ή φοβάται) κάθε φορά με την ίδια υπερβολική, ελλείπουσα ή μετρημένη ένταση, τότε αποκτούν ηθική βαρύτητα και οι ενέργειες που ταυτίζονται με το πάθος αυτό. Αλλά και πάλι τα επίθετα της ηθικής προσάπτονται εξ αντανακλάσεως· δεν αποτελούν ιδιώματα των παθών αλλά μονιμότερους προσδιορισμούς ήθους του προσώπου που τα εκδηλώνει. Έτσι, αυτός που κατ' επανάληψη οργίζεται υπερβολικά είναι ο ὀργίλος και η κακία του η ὀργιλότης, ενώ αυτός που οργίζεται με μέτρο είναι ο πρᾶος και η ἀρετή του η πραΰτης· όποιος φοβάται λιγότερο ή περισσότερο από το δέον είναι ο θρασὺς ή ο δειλός, και οι αντίστοιχες κακίες η θρασύτης και η δειλία.

Ο Αριστοτέλης εξηγεί πώς εν σχέσει με τα προ-ηθικά πάθη διαμορφώνονται οι ηθικές στάσεις ζωής: οι ἕξεις των προσώπων, οι αρετές και οι κακίες. Τα πάθη λειτουργούν αναδραστικά και ως ποιοτικές αλλοιώσεις του υποκειμένου τους· ο άνθρωπος που τα εκδηλώνει, ταυτοχρόνως πάσχει, διότι όποτε εγείρεται στην ψυχή του ένα πάθος (η ευσπλαχνία πχ. ή το μίσος), υφίσταται την ίδια του την κίνησιν ως πάθησιν (5). Λίγο-λίγο μορφοποιείται ως πρόσωπο ανάλογα, και το πάθος του γίνεται δυσκίνητον, έξη. Οι ἕξεις, ως κατεχόμενοι τρόποι εκδήλωσης των παθών, σχηματίζονται με την επανάληψη ομοίων ενεργειών και συνδέονται είτε με τη σταθερότητα στο βαθμό έντασης είτε με τον τρόπο εκδήλωσης των παθών.

Από τη μία, τα πάθη και οι ἕξεις διακρίνονται. Πρώτον, διότι οι ἕξεις είναι παγιωμένα χαρακτηριστικά του προσώπου και δεδομένα κίνητρα των ενεργειών του, ενώ τα πρώτα έχουν καταρχήν παροδικό χαρακτήρα. Δεύτερον, διότι ούτε επαινούμαστε ούτε ψεγόμαστε για τα πάθη της φύσης, αφού η εκδήλωσή τους επέρχεται περίπου αυτόματα, απροαίρετα· αντιθέτως, για τις αρετές και τις κακίες μας επαινούμαστε και ψεγόμαστε, αφού αυτές συνδέονται με την προαίρεσιν (6), τη συνειδητή και ελεύθερη επιδίωξη του εφικτού όσον αφορά το καλό και το κακό.

Από την άλλη, τα πάθη και οι ἕξεις διαπλέκονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Τα πρώτα με τη επανάληψή τους μεταβάλλονται σε ἕξεις, και αυτές με τη σειρά τους αποτελούν κίνητρα συγκεκριμένων βιωμάτων, παθών καλών ή κακών(7).

Η αριστοτελική ηθική δεν καταδικάζει τα πάθη, διότι έχει σαφέστατη την οντολογική και ανθρωπολογική της θεμελίωση: η αρετή, ο σωστός δηλαδή τρόπος διαχείρισης των παθών, αποσκοπεί στην πραγμάτωση και διάσωση της ανθρώπινης φύσης. Η φύση δεν είναι μια στατική πραγματικότητα, είναι η οδός που οδηγεί στην ολοκλήρωση της μορφής του κάθε είδους (8). Και η ανθρώπινη φύση, καθώς είναι φύση πολιτική, ολοκληρώνεται και διασώζεται μέσα στην κοινότητα· ο άνθρωπος βρίσκει τον εαυτό του στην οργανωμένη κοινωνική συμβίωση. Άρα, το κακό και το καλό δεν ενεδρεύουν στη δεδομένη φύση, αλλά είναι προσωπικές επιλογές στην οδό προς την κοινωνικότητα. Η ηθική διαφοροποίηση ως απόρροια μιας στάσης ζωής (σε ικανό βάθος χρόνου), θεμελιώνεται στην ελευθερία και όχι στην ανάγκη. Αποκτούμε τις αρετές ολοκληρώνοντας διαρκώς τη φύση μας, εφόσον συνειδότες και ελεύθεροι ζούμε αρμονικά με τους συμπολίτες μας.

Οι αρετές προϋποθέτουν ότι με συνέπεια ασκούμαστε σ’ αυτές, επιδιώκοντας ανά περίπτωση τη μεσότητα. Εφόσον, κατά την έμπρακτη εκδήλωση των παθών μάς προσφέρονται οι επιλογές του μέτρου και των ακροτήτων, η αρετή ταυτίζεται με τη μεσότητα, ενώ η κακία με την υπερβολή και την έλλειψη. Αλλά το μέτρο στις πολύτροπες εκφάνσεις του βίου δεν ισαπέχει από τα άκρα, μπορεί ανάλογα με την περίπτωση να εγγίζει ως προς την ένταση ή τον τρόπο εκδήλωσης ακόμη και τα άκρα του πεδίου των παθών και πράξεων· άρα η αρετή δεν είναι μια άχρωμη, άγευστη και χλιαρή επιλογή. Η διά βίου εύρεση-επίτευξη του προσωπικού μέτρου είναι μία ακραία, θαυμαστή στάση ζωής.

Η αρετή-μεσότητα δεν ορίζεται ούτε απολύτως αντικειμενικά (με μία αριθμητική και καταναγκαστική λογική) ούτε απολύτως υποκειμενικά (ως ατομική αυθαιρεσία)· ορίζεται ως επιλογή του προσώπου αντίστοιχη προς τις ιδιαίτερες ανάγκες του και την περίσταση, και με κριτήρια διασταυρούμενα αφενός τον ορθό λόγο, αφετέρου το ηθικό πρότυπο του φρονίμου πολίτη.

Στην αρχαιοελληνική γνωσιοθεωρία ο ορθός λόγος δεν έχει να κάνει με συστηματική νοησιαρχική ακρίβεια· δεν δεσμεύεται ούτε από αξιωματικές αρχές ούτε από την εσωτερική συνέπεια μιας επιστήμης. Ο ορθός λόγος είναι όλων των ανθρώπων· κανένας ειδήμων, καμία τυποποιημένη λογική, ιδεολογία, θρησκεία και φιλοσοφία δεν τον μονοπωλεί. Ο ορθός λόγος είναι ο κοινός λόγος, η κοσμική τάξη και αρμονία εντοπισμένη-εγχρονισμένη στην κοινωνία και προσδιοριζόμενη από αυτήν. Το ἀληθεύειν ταυτίζεται με το κοινωνεῖν, η αλήθεια πραγματώνεται ως συνάρτηση των κοινωνικών επιτευγμάτων, εκφράζει το κατά πόσον οι άνθρωποι συμβιώνουν κατὰ λόγον. Αλλά και το ηθικό πρότυπο του φρονίμου πολίτη έχει κοινωνικό περιεχόμενο· συμπυκνώνει το σύνολο των αξιών που κατά παράδοση αποδέχεται η κοινότητα. Άρα, η αριστοτελική ηθική έχει ξεκάθαρα κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα, είναι η ηθική της αρχαιοελληνικής πόλεως (9). Και τα πάθη των πολιτών εξακολουθούν να συγκατοικούν σ’ αυτή την πόλη.

Κατακλείδα των προσπαθειών του φιλοσόφου να ορίσει τα πάθη είναι η ουσιαστική (άρα αναγκαστική) σύνδεσή τους με την ἡδονὴν ή την λύπην (10). Η επιδίωξη της ηδονής και η αποτροπή της λύπης λειτουργούν ως τελικά αίτια, στα οποία οφείλεται και η έγερση των παθών και αυτή η ύπαρξή τους.

Στην Ῥητορικὴν (11) o Αριστοτέλης δείχνει ότι τα πάθη προϋποθέτουν τη διυποκειμενική σχέση, ιδιότητα που τα διαφοροποιεί από (συν)αισθήματα που απλώς καλύπτουν ένα μέρος της ψυχής εξαντλούμενα εντός αυτής. Εξάλλου, τα πάθη συνίστανται και από λογικά στοιχεία: α) προϋποθέτουν κάποια μορφή πρόσληψης της πραγματικότητας, β) εμμένουν στο φαίνεσθαι, στην πρώτη εντύπωση, και την αποτιμούν αυτομάτως ως θετική ή αρνητική για το φορέα τους, γ1) συστήνονται ως γνώμη για τους άλλους αλλά και ως ορθή ή εσφαλμένη αυτογνωσία, γ2) συμπεριλαμβάνουν αξιολογικές κρίσεις, δ) στην τάση τους να μετατραπούν σε πράξεις προϋποθέτουν συνειδητές επιλογές.

Το λογικό τους περιεχόμενο κάνει σαφές ότι τα πάθη δεν είναι τυφλές ορμές· ο φορέας τους έχει ήδη προσλάβει με τον τρόπο του την πραγματικότητα και έχει προβεί σε κρίσεις γι’ αυτήν, βασίζεται στην εικόνα που έχει σχηματίσει για τον εαυτό του, επιλέγει τους στόχους του. Γι’ αυτό και τα πάθη του επιδέχονται κριτική ως εύλογα ή αδικαιολόγητα. Αλλά η ιδιάζουσα λειτουργία τους είναι να ζημιώνουν τη χρήση του ορθού λόγου, μια και τον υποκαθιστούν στην ερμηνεία της πραγματικότητας και τον προλαβαίνουν ως κίνητρα πράξεων (12). Στην περίπτωσή τους η θέαση της αλήθειας δεν είναι ούτε πάντα εφικτή ούτε σε κάθε περίπτωση σφαιρική· και αυτό, αφενός επειδή εγκαθιδρύονται στο φαίνεσθαι, αφετέρου επειδή οπλίζονται από τη δομική τους συνάρτηση προς την ηδονή ή τη λύπη.

Στο Περὶ Ψυχῆς τονίζεται ότι τα πάθη αγκαλιάζουν και συμπαρασύρουν τον όλο άνθρωπο ως ψυχοσωματική ενότητα (13). Τὰ πάθη λόγοι ἔνυλοί εἰσιν (14)· το επίθετο ἔνυλοι αναφέρεται στη σχέση τους με το σώμα, ενώ το ουσιαστικό λόγοι στην σχέση τους με την ψυχή. Η υλική διάσταση συνίσταται σε ένα σύνολο μεταβολών στο εκάστοτε σώμα· αυτό έχει τη δική του σχέση με το κάθε πάθος. Η λογική διάσταση συνίσταται σε μία σύνθεση ενός αναγκαστικού και ενός τελικού αιτίου: το πρώτο δηλώνει ποιος εξωτερικός παράγοντας προκάλεσε το πάθος, ενώ το δεύτερο ποιο στόχο αυτό επιδιώκει. Η ὀργὴ π.χ. είναι ζέση του περικαρδίου αίματος, αλλά και το αποτέλεσμα προσβολής του υποκειμένου της και η αντεκδικητική του επιθυμία να λυπήσει αυτόν που άσκησε την προσβολή.

Σημειώσεις

1. Βλ. ενδεικτικά Ἠθικὰ Νικομάχεια, 1105b 21-23: λέγω δὲ πάθη μὲν ἐπιθυμίαν ὀργὴν φόβον θάρσος φθόνον χαρὰν φιλίαν μῖσος πόθον ζῆλον ἔλεον, ὅλως οἷς ἕπεται ἡδονὴ ἢ λύπη. F. Dirlmeier, Nikomachische Ethik, Berlin 1956, σελ. 187 κ.ε.· H. Joachim, Aristotle. The Nikomachean Ethics, Oxford 1955, σελ. 81-85· W. Hardie, Aristotle’s Ethical Theory, Oxford 1968, σελ. 94-97.

2. Είναι τυπικό γνώρισμα της αριστοτελικής γνωσιοθεωρίας το ότι ο φιλόσοφος όχι μόνο προβαίνει με τους ίδιους τεχνικούς όρους (σημασιολογικά μετασκευασμένους μέσα σε διαφορετικές συνάφειες) σε έρευνες διαφορετικών τομέων του επιστητού, αλλά και αποδέχεται μεταλλάξεις του προς γνώση «αντικειμένου» του αντίστοιχες προς αλλαγές της οπτικής γωνίας από την οποία το θεωρεί. Στη σκέψη του Σταγειρίτη δεν διαφαίνεται κανενός είδους πίστη στην εξάντληση του σημαινομένου (της φύσης, της ψυχής, των παθών…) από το σημαίνον (τις διαπιστώσεις και διατυπώσεις για τη φύση, την ψυχή, τα πάθη…). Η σημαντικὴ διατύπωση έχει μόνο σχετικό και παραπεμπτικό χαρακτήρα, καθώς σημαίνει την πραγματικότητα και δεν την αναπαριστά οριστικά και ολιστικά ούτε βέβαια την υποκαθιστά. Ο αριστοτελικός επιστημονικός λόγος περὶ του πραγματικού κρατάει τις αποστάσεις του από τη νοησιαρχική εξάντληση της λογικής αξιοπιστίας σε μόνη την (ατομική) διανοητική σύλληψη και διατύπωση· διατηρεί την ελευθερία του απέναντι στις ίδιες του τις διατυπώσεις. Βλ. και Χ. Γιανναρᾶς, Ὁ "ἀποφατικὸς" Ἀριστοτέλης, Διαβάζω 135 (1986), σελ. 14-16.

3. Για τα πάθη ως ποιότητες: Κατηγορίαι, 9a 28–b 7· Μετὰ τὰ Φυσικά, 1020b 8-25 και 1022b 15-18· Φυσικά, 224b 11-13 και 227b 24-26. Για τα πάθη ως κινήσεις: Ἠθικὰ Νικομάχεια, 1106a 6-7· Ἠθικὰ Εὐδήμεια, 1218b 36-37· Μετὰ τὰ Φυσικά, 1022b 19· Φυσικά, 224b 13-14· Ἀναλυτικὰ πρότερα, 70b. Για τη δυνάμει και ἐνεργείᾳ τροπικότητα της ύπαρξης των παθῶν: E. Garver, Aristotle’s Metaphysics of Morals, Journal of the History of Philosophy 27 (1989).

4. Ἠθικὰ Νικομάχεια, 1106b 18-23.

5. Φυσικά, 202a 36-b 5: ... ἡ δίδαξις καὶ ἡ μάθησις τὸ αὐτὸ καὶ ἡ ποίησις καὶ ἡ πάθησις... . Περὶ Ψυχῆς, 426a 9-10.

6. Ἠθικὰ Νικομάχεια, 1114b 4 κ.ε.

7. Τα πάθη, ως συγκεκριμένες ενέργειες προσώπων ήδη ηθικώς μορφοποιημένων, μπορεί να χαρακτηρίζονται χρηστά ή φαύλα. Ο ζῆλος και ο φθόνος χαρακτηρίζονται πάθη ἐπιεικῆ· ο ἔλεος και η νέμεσις μαρτυρούν ἦθος χρηστόν.

8. Φυσικά, 193b 12-13.

9. Δ. Λυπουρλής, Εισαγωγή στην ηθική φιλοσοφία του Αριστοτέλη, Φιλόλογος 100 (2000), σελ. 266-286.

10. H. Joachim, ό.π., σελ. 78. S. Leighton, Aristotle and the Emotions, Phronesis 1982, σελ. 155-157.

11. Ῥητορική, 1378a 30-1388b 30. Βλ. και Fr. Solmsen, Aristotle and Cicero on the Orator’s playing upon the feelings, Classical Philology 33, 1938, σελ. 393 κ.ε.· A. Hellwig, Untersuchungen zur Theorie der Rhetoric bei Plato und Aristoteles, Hypomnemata 38, 1973, σελ. 238-240.

12. Ἠθικὰ Νικομάχεια, 1134a 13-14 και 1151a 20-22.

13. Βλ. ενδεικτικά Μετὰ τὰ Φυσικά, 1049a 29: τοῖς πάθεσιν ὑποκείμενον ἄνθρωπος καὶ σῶμα καὶ ψυχή. Επίσης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, 1128b 14· Περὶ Ψυχῆς, 403a 2 κ.ε.· Περὶ αἰσθήσεως καὶ αἰσθητῶν, 436b 3. S. Mansion, Body and Soul in Aristotle, Philology 49, σελ. 7· E. Papadimitriou, Ethische und psychologische Grundlagen der Aristotelischen Rhetorik, Frankfurt 1979, σελ. 204· A. Rorty, Aristotle on metaphysical status of Pathe, The Review of Metaphysics 37 (1983/1984).



*
Περ. «Σύναξη», Φεβρουάριος 2005.