Πολυπολιτισμική Συμβουλευτική στο δημοτικό σχολεῖο





των
Αρτεμισίας Παπακωνσταντινοπούλου,
Στέφανου Βασιλόπουλου





Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνήσει την αντίληψη των εκπαιδευτικών και την προσδοκία συμβουλευτικής σχολείο. Τριακόσια πενήντα οκτώ εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης απάντησαν σε μια έρευνα σχετικά με την ανάγκη παροχής συμβουλών και την αποτελεσματικότητα αυτής της παροχής συμβουλών στο σχολείο. Οι δάσκαλοι έδειξαν ότι οι ξένοι μαθητές που έρχονται απ το σπίτι αντιμετωπίζουν μια σειρά από ακαδημαϊκά και ψυχοκοινωνικά προβλήματα, ως αποτέλεσμα των γλωσσικών εμποδίων καθώς και των πολιτισμικών των διαφορών. Τα προβλήματα επικοινωνίας με τους γονείς των μαθητών εντοπίστηκαν από τους εκπαιδευτικούς ως το σημαντικότερο εμπόδιο για την αποτελεσματική στο σχολείο παροχή συμβουλών. Επιπλέον, οι εκπαιδευτικοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως κατάλληλο για τη βοήθεια των μαθητών να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους. Ωστόσο, αυτοί αναγνωρίζουν έλλειψη σχετικών γνώσεων και δεξιοτήτων και απηύθυναν έκκληση για περισσότερη υποστήριξη από το κράτος. Τα τρέχοντα αποτελέσματα θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή στο σχολείο
συμβουλευτικών προγραμμάτων.


Η έντονη κινητικότητα ομάδων και λαών – στο χώρο της Ευρώπης και των Βαλκανίων ειδικότερα – χαρτογραφεί μια νέα πραγματικότητα για τις αναπτυγμένες χώρες, προς τις οποίες κατευθύνονται μαζικά οι μετακινούμενοι πληθυσμοί και μεταβάλλει τη δομή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης των χωρών αυτών. Οι αλλαγές στα επίπεδα κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής ζωής στη χώρα μας επέδρασαν καταλυτικά και στο χώρο του σχολείου, που, ως σύστημα ανοικτό στην κοινωνία και τις ανάγκες της, δε θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο από τις αλλαγές αυτές. Ως αποτέλεσμα των ανακατατάξεων αυτών, ο μαθητικός πληθυσμός παρουσιάζει ποικιλομορφία τις τελευταίες δεκαετίες και απαρτίζεται, πλέον, από μαθητές διαφόρων πολιτισμικών καταβολών.
Τα προβλήματα ένταξης και ψυχοκοινωνικής προσαρμογής των μαθητών – μεταναστών και μη – που προκύπτουν καθημερινά, θέτουν προκλήσεις στην εκπαιδευτική και μορφωτική αποστολή του σχολείου. Οι εκπαιδευτικοί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση βιώνουν καθημερινά τα προβλήματα των μικρών τους μαθητών, οι οποίοι προσπαθούν να ‘ισορροπήσουν’ ανάμεσα σε προσωπικά ‘θέλω’ και κοινωνικά ‘πρέπει’ και να αντεπεξέλθουν στις προκλήσεις που θέτει το εκπαιδευτικό σύστημα. Η αντιμετώπιση των εμφανιζόμενων ελλείψεων και προβλημάτων στην καθημερινή σχολική πρακτική ανήκει στα καθήκοντα του εκπαιδευτικού που, πέρα από τη διδασκαλία και την αξιολόγηση της επίδοσης των μαθητών, οφείλει να δημιουργήσει μια ποιοτικά αναβαθμισμένη συμβουλευτική σχέση με τους μαθητές του και να τους βοηθήσει στην ομαλή ψυχοκοινωνική ανάπτυξή τους, υλοποιώντας έτσι και το συμβουλευτικό του ρόλο (Κρίβας, 2007).

Η πολυπολιτισμική προσέγγιση στη Συμβουλευτική

Η Συμβουλευτική μπορεί να οριστεί ως η διαδικασία στήριξης των ατόμων, στην προσπάθειά τους να σκέπτονται και να αντιμετωπίζουν πιο θετικά τις προσωπικές τους δυσκολίες και προβλήματα (Μπρούζος & Ράπτη, 2001α). Βασικός της στόχος θεωρείται η εξασφάλιση των απαραίτητων προϋποθέσεων που θα βοηθήσουν τους συμβουλευόμενους να φτάσουν σε ένα επίπεδο αυτονομίας και μεγαλύτερης αυτογνωσίας, ώστε να πετύχουν μια εκούσια εποικοδομητική αλλαγή της προσωπικότητάς τους (Κοσμίδου-Hardy & Γαλανουδάκη-Ράπτη, 1996).
Με την πολιτισμική ανομοιογένεια που έφερε στο προσκήνιο ο μεταμοντέρνος κόσμος, έχουμε την ανάπτυξη μιας προσέγγισης στη συμβουλευτική διαδικασία που τοποθετεί την έννοια της «κουλτούρας» στη θέση που κατείχε η «εικόνα του προσώπου», αντί να την αφήνει να εξετάζεται σε δευτερεύουσα σχέση με το πρόσωπο. Αυτή η νέα, πολυπολιτισμική προσέγγιση (McLeod, 2005), έχει αφετηρία της τη θέση ότι η συμμετοχή σε μια κουλτούρα (ή σε περισσότερες κουλτούρες) αποτελεί μία από τις βασικές επιρροές για την ανάπτυξη της προσωπικής ταυτότητας. Απευθύνεται σε άτομα που δεν ανήκουν στην κυρίαρχη πολιτισμικά κουλτούρα αλλά προέρχονται από διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια (π.χ. εθνικές μειονότητες, οικονομικοί μετανάστες) (Κλεφτάρας, 2009), στηρίζεται στις γνώσεις και τις δεξιότητες της γενικότερης συμβουλευτικής πρακτικής και προσεγγίζει τα θέματα μέσα από ειδικές πολυπολιτισμικές δεξιότητες (Launikari, Puukari, & Puukari, 2003).
Βασικές προϋποθέσεις της πολυπολιτισμικής συμβουλευτικής διαδικασίας θεωρούνται η αποδοχή της πολιτισμικής διαφορετικότητας του ατόμου, που δεν ισοδυναμεί με ‘απόκλιση’, ‘παθολογία’, ή ‘κατωτερότητα’ και η αναγνώριση ότι οι φυλετικές και εθνικές μειονότητες λειτουργούν σε δύο τουλάχιστον διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια. Το άτομο αντιμετωπίζεται σε σχέση με το περιβάλλον του και τις ευρύτερες κοινωνικές πιέσεις που δέχεται λόγω ρατσιστικών συμπεριφορών, καταπίεσης ή διακρίσεων που βιώνει, παρά ως το άτομο ή η μειονότητα που μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη λειτουργία του κυρίαρχου κοινωνικού συνόλου (Sue, Arredondo & McDavis, 1992).
Η πολυπολιτισμική συμβουλευτική στο χώρο της εκπαίδευσης αναγνωρίζει ότι η συμμετοχή του μαθητή σε μια συγκεκριμένη πολιτισμική ομάδα επηρεάζει την κοινωνικοποίησή του και προβάλλει την μοναδικότητα και αξία του (Μπρούζος & Ράπτη, 2001β). Στις νέες πολυπολιτισμικές τάξεις υφίστανται σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους μαθητές σχετικά με τα ενδιαφέροντα, τα κίνητρα, τις διανοητικές και κοινωνικές δεξιότητες και ικανότητες, κ.ά. (Μπρούζος, 1999). Ο παραγκωνισμός των ατομικών ιδιαιτεροτήτων, η παράβλεψη των διαφορετικών αναγκών των πολιτισμικών ομάδων και η παροχή ενιαίας εκπαίδευσης, που αποσκοπεί στην κοινωνική ομοιομορφία, εγείρουν σοβαρές αντιδράσεις για μια ποιοτική εκπαίδευση βαπτισμένη στο σεβασμό του ατόμου.

Η πολυπολιτισμική συμβουλευτική στο διεθνή χώρο και την Ελλάδα

Αρκετές είναι οι φωνές στο εξωτερικό (αλλά και στον τόπο μας) που υποστη­ρίζουν την ανάγκη επικράτησης ενός γνήσιου πολυπολιτισμικού πνεύματος στα σχολεία. Στο άρθρο της McLaughlin (1999), αναφέρεται ότι οι εκπαιδευτικοί έχουν αναπτύξει μια αίσθηση του αποδεκτού ή τυπικού μαθητή, που αξίζει τη βοήθειά τους εντός του σχολείου, κάτι που τείνει να οδηγεί στην περαιτέρω αίσθηση ότι αυτοί που παρεκκλίνουν από τα κριτήρια ή βρίσκονται έξω από τη συνηθισμένη καμπύλη, πρέπει να αντιμετωπιστούν με άλλον τρόπο από τον συνήθη. Κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με τους σκοπούς της συμβουλευτικής, που δίνουν έμφαση στη ελάττωση της σημασίας της διαφοράς.
Οι Paisley και McMahon (2001), θεωρούν τον αυξανόμενα ποικιλόμορφο πληθυσμό των σπουδαστών ως μία από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι σχολικοί σύμβουλοι στην Αμερική και ενθάρρυναν την καλύτερη διαπολιτισμική προετοιμασία (cross cultural preparation) των συμβούλων. Οι Lairio και Nissila (2002), σε μελέτη τους που διεξήχθη στη Φινλανδία, υποστήριξαν ότι τα εμπόδια της γλώσσας, καθώς και οι πολιτισμικές διαφορές που οδηγούν ενίοτε σε σχολικές ανισότητες, μπορούν να αποτελέσουν σοβαρές προκλήσεις για τους σχολικούς συμβούλους.
Ο Tatar (1998a, 1998b), διερεύνησε τις στρατηγικές που εφαρμόζουν οι σύμβουλοι όταν ασχολούνται με μετανάστες μαθητές και υπογραμμίζει την τεράστια σημασία που αποδίδουν οι σύμβουλοι στο σχολικό πλαίσιο και την οργανωτική του κουλτούρα για τη διαμόρφωση και την εφαρμογή του συμβουλευτικού τους έργου με μετανάστες μαθητές.
Οι Μπρούζος και Ράπτη (2004), τονίζουν την αναγκαιότητα θεσμοθέτησης και εφαρμογής της συμβουλευτικής στην ελληνική εκπαίδευση στην σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης. Επιπλέον, οι λειτουργοί της συμβουλευτικής θα πρέπει να είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν προβλήματα που αναφέρονται στην προετοιμασία για γεωγραφική μετακίνηση και προσαρμογή στο νέο πολιτισμικό πλαίσιο, αλλά και ευαισθητοποιημένοι όσον αφορά την ανάγκη διατήρησης της εθνικής κουλτούρας των μετακινούμενων, καθώς και να διαθέτουν πολιτισμική αφύπνιση και ευαισθησία (cultural awareness), για να αποβούν επιβοηθητικοί στα άτομα διαφορετικής πολιτισμικής παράδοσης.
Τέλος, στην πιλοτική έρευνα της Παλαιολόγου (1999), που αποσκοπούσε στη διερεύνηση των δυσκολιών προσαρμογής των μαθητών με διαπολιτισμικά χαρακτηριστικά στο ελληνικό δημοτικό σχολείο, έχουμε τον εντοπισμό των αναγκών Συμβουλευτικής, τόσο των ίδιων των μαθητών όσο και των γονέων και των εκπαιδευτικών. Οι δυσκολίες σχολικής προσαρμογής των μη γηγενών μαθητών και τα προβλήματα που ανακύπτουν, πλέον, σε κάθε σύγχρονη πολυπολιτισμική τάξη προκρίνουν τη διαμόρφωση νέων εκπαιδευτικών συνθηκών με τις αρχές της Συμβουλευτικής να διαποτίζουν ολόκληρο το σχολικό πρόγραμμα.
­
Ερευνητικά δεδομένα για την αναγκαιότητα της πολυπολιτισμικής συμβουλευτικής στην ελληνική πρωτοβάθμια εκπαίδευση

Οι προαναφερόμενοι προβληματισμοί, που απορρέουν από τη σημερινή κατάσταση στο χώρο της εκπαίδευσης αποτέλεσαν το έναυσμα για τη διεξαγωγή μιας έρευνας με στόχο τη διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών αναφορικά με την αναγκαιότητα της πολυπολιτισμικής συμβουλευτικής στα σχολεία.
Η παρούσα έρευνα διεξήχθη από το Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο του 2010, κυρίως σε πολυθέσια σχολεία του Ν. Αχαΐας και Ν. Αττικής. Το δείγμα αποτέλεσαν 358 εκπαιδευτικοί δημοτικού σχολείου, ως επί το πλείστον γυναίκες. Η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών ήταν δάσκαλοι, συμμετείχαν όμως και εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων. Το δείγμα προέρχεται από δειγματοληψία ευκολίας (Κατσίλλης, 2006), και για το λόγο αυτό η ερμηνεία και η γενικευσιμότητα των ευρημάτων είναι περιορισμένη.
Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε κατάλληλα διαμορφωμένο ερωτηματολόγιο. Μετά από πιλοτική συμπλήρωσή του, το ερωτηματολόγιο διανεμήθηκε από τον ίδιο τον ερευνητή σε σχολεία των προαναφερόμενων περιοχών.
Τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από την έρευνα, τόσο με τις κλειστές όσο και με τις ανοιχτές ερωτήσεις, κωδικοποιήθηκαν, καταχωρήθηκαν σε αρχείο δεδομένων και επεξεργάστηκαν με το στατιστικό πακέτο SPSS . Για τις ερωτήσεις, οι οποίες βαθμολογήθηκαν με την 5βαθμη κλίμακα τύπου Likert, αποφασίσαμε a priori ότι βαθμολογίες με Μ.Ο. από 3.5 και άνω αντανακλούν υψηλό βαθμό συμφωνίας, βαθμολογίες από 2.5 ως 3.49 δηλώνουν μέτριο βαθμό συμφωνίας και βαθμολογίες από 2.49 και κάτω δηλώνουν διαφωνία.
Η έρευνα έδειξε ότι οι εκπαιδευτικοί στο δημοτικό σχολείο θεωρούν, σε ποσοστό 61,2%, ότι οι παλιννοστούντες και αλλοδαποί μαθητές έχουν αυξημένες ανάγκες συμβουλευτικής υποστήριξης σε σχέση με τους γηγενείς λόγω, κυρίως, του διαφορετικού περιβάλλοντος στο όποιο καλούνται να ενταθούν, των εμποδίων της γλώσσας και των ρατσιστικών συμπεριφορών που βιώνουν. Το εύρημα αυτό συνάδει και με την ανασκόπηση ερευνών για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη αυτών των ομάδων των μαθητών (Κωνσταντινίδης & Βασιλόπουλος, 2010 · Νικολάου, 2000), αλλά και με τη μελέτη των Lairio & Nissila (2002), για τα εμπόδια που θέτουν η γλώσσα και οι πολιτισμικές διαφορές και είναι στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν σοβαρές προκλήσεις για τους σχολικούς συμβούλους.
Από την αξιολόγηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν με τους μαθητές αυτούς και από την έλλειψη υψηλής συμφωνίας μεταξύ των εκπαιδευτικών - αναφορικά με αυτά τα προβλήματα - προκύπτει ότι τα προβλήματα ψυχοκοινωνικής προσαρμογής των εν λόγω μαθητών ποικίλλουν και διαφοροποιούνται σημαντικά ανάλογα με τη χώρα προέλευσής τους και τη σχολική μονάδα ή κοινότητα στην οποία καλούνται να ενταχθούν.
Οι γυναίκες εκπαιδευτικοί εμφανίζονται να μπορούν να διευκολύνουν καλύτερα τους αλλοδαπούς μαθητές στην ένταξή τους στο σχολικό πλαίσιο σε σύγκριση με τους άντρες εκπαιδευτικούς πιθανότατα λόγω της μεγαλύτερης ευαισθησίας και υπομονής που δείχνουν προς τους αδύναμους μαθητές, εύρημα που συνάδει και με την έρευνα της Βαμβακά (2010). Από την άλλη, οι γυναίκες θεωρούν, σε μεγαλύτερο βαθμό από τους άντρες, ότι είναι ανεπαρκείς για την άσκηση συμβουλευτικού έργου με μειονοτικούς πληθυσμούς. Η παραπάνω θέση των γυναικών εκπαιδευτικών θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως μια πιο αυξημένη συναίσθηση για τους κινδύνους που κρύβονται πίσω από την εφαρμογή της Συμβουλευτικής από άτομο μη ειδικό.
Τα προβλήματα επικοινωνίας με τους μειονοτικούς πληθυσμούς εμφανίζονται εντονότερα στους δασκάλους από ότι στους εκπαιδευτικούς ειδικοτήτων πιθανότατα λόγω των περισσότερων ωρών επαφής και διδασκαλίας με αυτούς τους μαθητές, ενώ οι εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων δηλώνουν ότι έρχονται αντιμέτωποι πιο συχνά με παραβατικές συμπεριφορές από τους παλιννοστούντες και αλλοδαπούς μαθητές.
Επιπλέον, οι πρόσθετες σπουδές και κυρίως η μετεκπαίδευση, έρχονται να επιβεβαιώσουν την ικανότητα των δασκάλων με αυξημένα προσόντα - αυξημένη ευαισθητοποίηση να λειτουργήσουν και συμβουλευτικά μέσα στην τάξη τους. Γενικότερα, το θέμα της αντιμετώπισης των προβλημάτων που εμφανίζουν οι μειονοτικοί πληθυσμοί προτάσσει την αναγκαιότητα της συμβουλευτικής στις ομάδες που αντιμετωπίζουν προβλήματα ένταξης, καθώς και την αναγκαιότητα ειδικής εκπαίδευσης/εξειδίκευσης σε μεταναστευτικά θέματα όλων των ατόμων που επιθυμούν να παρέχουν συμβουλευτική υποστήριξη, άποψη που έχει υποστηριχτεί και από την Κουλούρη-Αντωνοπούλου (2009).
Επίσης, η εμφάνιση μέτριας συμφωνίας μεταξύ των εκπαιδευτικών του δείγματος αναφορικά με το κατά πόσο μπορούν από μόνοι τους να επιλύσουν τα προβλήματα που προκύπτουν με αυτή την ομάδα των μαθητών αναδεικνύει την αδυναμία των εκπαιδευτικών να ανταποκριθούν επαρκώς σε μία σημαντική πτυχή του ρόλου τους και ενισχύει την επιθυμία τους για βοήθεια και υποστήριξη από τον ειδικό σύμβουλο. Με δεδομένη την απουσία του ειδικευμένου συμβούλου από την ελληνική εκπαίδευση και θέλοντας να είναι συνεπείς προς όλες τις πτυχές του ρόλου τους, στρέφονται για λύσεις στους συναδέλφους τους και υιοθετούν την αγάπη, το διάλογο, το σεβασμό στην προσωπικότητα του μαθητή, την αποδοχή και την επικοινωνία ως στρατηγικές αντιμετώπισης των εκάστοτε προβλημάτων.
Παρά τις προαναφερόμενες δυσκολίες - και σε πείσμα αυτών - από την παρούσα έρευνα προκύπτει ότι οι συμμετέχοντες εκπαιδευτικοί σε ποσοστό 45% επιμένουν να θεωρούν ως καταλληλότερο για να ασκήσει συμβουλευτικό έργο σε παλιννοστούντες και αλλοδαπούς μαθητές τον καταρτισμένο εκπαιδευτικό, με την καθοδήγηση, βεβαίως, και την εποπτεία του ει
δικού συμβούλου.
Στον πίνακα 2 παρατίθενται οι περιορισμοί που αναφέρουν οι εκπαιδευτικοί αναφορικά με τη συμβουλευτική υποστήριξη που μπορούν να παρέχουν σε μαθητές από μειονοτικές ομάδες. Οι συμμετέχοντες απάντησαν στις ερωτήσεις χρησιμοποιώντας 5βάβμια κλίμακα Likert (1 =δε συμφωνώ καθόλου, 5 = συμφωνώ πάρα πολύ).
Οι συμμετέχοντες εκπαιδευτικοί υποστηρίζουν, σε συντριπτική πλειοψηφία 80,2%, ότι η παρέμβαση πρέπει να γίνεται τόσο ατομικά στο μαθητή που εμφανίζει το πρόβλημα όσο και στο σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας, με στόχο την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της, αλλά και του κλίματος που επικρατεί και απέναντι στην συγκεκριμένη ομάδα των μαθητών. Το παραπάνω εύρημα συνάδει με τις αρχές παρέμβασης των συστημάτων, που έχουν την αφετηρία τους κυρίως στις έννοιες του «όλου» και της «κυκλικότητας» και τονίζουν ότι α) σε οποιοδήποτε σημείο του συστήματος και αν παρέμβουμε θα επιφέρουμε αλλαγή στο όλο σύστημα, υποστηρίζοντας την ατομική συμβουλευτική και β) παρεμβαίνοντας στα άλλα μέλη ή και σε άλλες καταστάσεις του σχολικού συστήματος μπορούμε να επιτύχουμε την αλλαγή στη συμπεριφορά ενός μαθητή, υποστηρίζοντας την ομαδική συμβουλευτική (Κρίβας, 2007).
Το θέμα της κατάρτισης και η συμβολή του ειδικού συμβούλου στο έργο τους βρέθηκε στις πρώτες θέσεις και στις προτάσεις των εκπαιδευτικών για την εφαρμογή γενικότερα της Σχολικής Συμβουλευτικής αλλά και της Πολυολιτισμικής Συμβουλευτικής στο δημοτικό σχολείο. Επιπλέον, σε επίπεδο θεσμοθέτησης από την Πολιτεία, προτάθηκαν η εισαγωγή ειδικών συμβούλων που θα βρίσκονται σε τακτική συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς, η οργάνωση σεμιναρίων για ενημέρωση γονέων-μαθητών, η χορήγηση των απαιτούμενων κονδυλίων και του απαιτούμενου χρόνου σε ένα ευέλικτο σχολικό πρόγραμμα, καθώς και η οργάνωση εκπαιδευτικών προγραμμάτων που θα απευθύνονται σε εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές, ώστε να προαχθεί η κατανόηση και η αποδοχή της πολιτισμικής διαφορετικότητας.
Συγκεφαλαιωτικά, τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας έδειξαν ότι οι εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι οι παλιννοστούντες και αλλοδαποί μαθητές έχουν αυξημένες ανάγκες συμβουλευτικής υποστήριξης. Η αναγκαιότητα αυτή για υποστήριξη προτάσσει το ρόλο της Πολυπολιτισμικής Συμβουλευτικής και στο χώρο του δημοτικού σχολείου. Οι εκπαιδευτικοί θεωρούν τον εαυτό τους κατάλληλο να αναλάβει και αυτό το ρόλο, όμως αναγνωρίζουν τις ελλείψεις τους και ζητούν τη συνδρομή της Πολιτείας, κυρίως μέσω της παρουσίας του ειδικού συμβούλου στα σχολεία για να τους ενισχύσει και να τους καθοδηγήσει στο έργο τους, αλλά και μέσω της κατάρτισης των εκπαιδευτικών σε θέματα Συμβουλευτικής- Πολυπολιτισμικής Συμβουλευτικής.

Βιβλιογραφία

Βαμβακά, Πανδώρα (2010). “Η στάση των εκπαιδευτικών απέναντι στην πολυπολιτισμικότητα της Τάξης και η σχέση της με τα Χαρακτηριστικά της Προσωπικότητάς τους”. Μεταπτυχιακή εργασία, Αθήνα: Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο.
Κατσίλης, Ιωάννης (2006). Επαγωγική στατιστική. Αθήνα: Gutenberg.
Κλεφτάρας, Γεώργιος (2009). Πολιτισμική και Πολυπολιτισμική Συμβουλευτική. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κοσμίδου-Hardy, Χρυσούλα & Γαλανουδάκη-Ράπτη, Αθανασία (1996). Συμβουλευτική, θεωρία και πρακτική. Αθήνα: Ασημάκης.
Κουλούρη-Αντωνοπούλου, Ουρανία (2009). “Συμβουλευτική Προσφύγων, Παλιννοστούντων, Μεταναστών και Αιτούντων Άσυλο
”. Στο: Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 88-89, 8-17.­
­Κρίβας, Σπύρος (2007). Παιδαγωγική επιστήμη: Βασική θεματική
. Αθήνα: Gutenberg.
Κωνσταντινίδης, Γεώργιος & Βασιλόπουλος, Στέφανος (2010). “
Οι ψυχικές ανάγκες του αλλοδαπού μαθητή και ο ρόλος του Σχεσιοδυναμικού δασκάλου”. Στο: Κοσμόπουλος, Αλέξανδρος & Βασιλόπουλος, Στέφανος (Επιμ. Εκδ.). Η παιδαγωγική σχέση (σ. 204-221). Αθήνα: Γρηγόρη.
Lairio, Marjatta& Nissila, Pia(2002). “Towards networking in counselling: a followup study of Finnish school counselling”. In: British Journal of Guidance & Counselling, 30(2), 159–172.
Launikari, Mika& Puukari, Sauli(2003). “Multicultural Counselling Skills - Necessity for the future”. In: Workshop presentation, IAEVG International Conference, Bern, Switzerland, September 3-6, University of Jyväskylä, Finland.
McLaughlin, Colleen (1999). “Counselling in schools: looking back and looking forward”. In: British Journal of Guidance & Counselling, 27(1), 13-22.
Mc Leod, John. (2005). Εισαγωγή στη Συμβουλευτική. Αθήνα: Μεταίχμιο.
Μπρούζος, Ανδρέας (1999). “Η συμβουλευτική στο σχολείο ως αίτημα των σύγχρονων κοινωνικών μεταβολών”. Στο: Επιστημονική Επετηρίδα Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 12, 99-134.
Μπρούζος, Ανδρέας & Ράπτη, Κατερίνα (2001α). “Ο ρόλος της σχολικής συμβουλευτικής στην προαγωγή της αποδοχής της διαφορετικότητας”. Στο: Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 56-57, 25-41.
Μπρούζος, Ανδρέας & Ράπτη, Κατερίνα (2001β). “Ο συμβουλευτικός ρόλος του εκπαιδευτικού στο πολυπολιτισμικό σχολείο”. Στο: Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 58-59, 75-90.
Μπρούζος, Ανδρέας & Ράπτη Κατερίνα (2004). “Η αναγκαιότητα συμβουλευτικής στην ελληνική εκπαίδευση την εποχή της παγκοσμιοποίησης”.Στο: Επιστημονική Επετηρίδα Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 17, 181-192.
Νικολάου, Γεώργιος (2000). Ένταξη και εκπαίδευση των αλλοδαπών μαθητών στο δημοτικό σχολείο. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Paisley, Pamela & McMahon, George (2001). “School counseling for the 21st Century: challenges and opportunities”. In: Professional School Counseling, 5 (2), 106-115.
Παλαιολόγου, Νεκταρία (1999). “Ανάγκες συμβουλευτικής μαθητών με διαπολιτισμικά χαρακτηριστικά στο ελληνικό δημοτικό σχολείο”. Στο: Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 50-51, 66-72.
Sue, Derald Wing, Arredondo, Patricia & McDavis, Roderick J. (1992). “Multicultural counseling competencies and standards: A call to the profession”. In: Journal of Counseling & Development,
70 (4), 477-486.
Tatar, Moshe (1998a). “Primary and secondary school teachers’ perceptions and actions regarding their pupils’ emotional lives”. In:
School Psychology International, 19 (2), 151-168.
Tatar, Moshe (1998b). “Counselling immigrants: School contexts and emerging strategies”. In: British Journal of Guidance & Counselling, 26 (3), 337-352.
­
­
­
­
­
­

DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him