Ἡ διδασκαλία τῆς ἐκκλησίας περί τῶν Ἀγγέλων




ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
31ΜΑΡΤΙΟΥ 2013
Ἀπόστολος: Ἑβρ. α´ 10 – β´ 3
Εὐαγγέλιον: Μᾶρκ. β´ 1 – 12
Ἦχος β´ — Ἑωθινόν: Ι´
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

του
Μελέτιου Ἀπ. Βαδραχάνη
Ἀρχιμανδρίτου

επιμελεία
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου




ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Γιὰ τοὺς ἀγγέλους μᾶς μιλᾶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του, στὸ πρῶτο κεφάλαιο, ὅπου συγκρίνει τὸν Χριστὸ μὲτὰ ἄϋλα αὐτὰ πνεύματα καὶ σαφῶς τὸν βρίσκει ἀνώτερο. Λέγει λοιπὸν ἐκεῖ ὅτι οἱ ἄγγελοι εἶναι «λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν».
Μʼ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ ρητὸ ἂς δοῦμε τί λέγει ἡ Γραφὴ γιὰ τοὺς ἀγγέλους. Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς, μεταξύ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ὑπάρχουν κι ἄλλα πρόσωπα κατώτερα ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀνώτερα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶναι χωρισμένα σὲ δύο παρατάξεις. Στὴ πρώτη εἶναι τʼ ἀγαθὰ πνεύματα, ποὺ ἐκτελοῦν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγαποῦν τοὺς ἀνθρώπους. Στὴ δεύτερη εἶναι τὰ πονηρὰ πνεύματα, ποὺ ἀντιστέκονται στὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ μισοῦν τὸ ἀνθρώπινο γένος. Τʼ ἀγαθὰ πνεύματα εἶναι οἱ ἄγγελοι καὶ τὰ πονηρὰ οἱ δαίμονες. Καὶ οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ δαίμονες δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ πρὶν δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος.
Γράφει τὸ βιβλίο τοῦ Ἰὼβ στὴ Π. Δ. «ὅτε ἐγενήθησαν ἄστρα, ἤνεσάν με φωνὴ μεγάλῃ πάντες οἱ ἄγγελοί μου» (Ἰὼβ 38,7). Δηλαδὴ προϋπῆρχαν οἱ ἄγγελοι. Καὶ γιὰ νὰ μὴ γίνει καμμία παρεξήγηση –λόγῳ τῆς προϋπάρξεώς τους– μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Παῦλος γράφει· «ὅτι ἐν αὐτῷ (τῷ Χριστῷ) ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς,  τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι· τὰ πάντα δι ̓ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται· καὶ αὐτός ἐστι  πρὸ πάντων, καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε» (Κολ. 1,16-17). Θρόνοι, κυριότητες, ἀρχαί, ἐξουσίαι εἶναι ὀνομασίες ταγμάτων ἀγγέλων.

Ἰδιότητες τῶν ἀγγέλων

Οἱ ἄγγελοι δημιουργήθηκαν κατʼ εἰκόνα Θεοῦ, ἀγαθοί, ἀθάνατοι, μὲ τὴ δυνατότητα νὰ μποροῦν νὰ κάνουν τὸ καλὸ ἢ τὸ κακὸ ἀνάλογα μὲ τὴ θέλησή τους. Δὲν ἔχουν τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, τὴν παγγνωσία του, τὴν πανταχοῦ παρουσία του, οὔτε εἶναι ἅγιοι ἀπὸ μόνοι τους. Πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, δοκιμάσθηκαν κατὰ πόσο χρησιμοποιοῦν τὴν ἐλευθερία τους πρὸς τὸ καλὸ ἢ τὸ κακό. Καὶ τότε ἄλλοι μὲν πονηρεύτηκαν κατὰ τοῦ Θεοῦ, προσπάθησαν νὰ τὸν ὑποτάξουν, καὶ ἔτσι ἔπεσαν στὸ σκότος καὶ ἔγιναν πονηροί, ἄλλοι δὲ ἔμειναν πιστοὶ καὶ ὑπάκουοι στὸ Θεὸ καὶ στερεώθηκαν ὁριστικὰ στὸ καλὸ καὶ παρέμειναν ἀγαθοί.  Οἱ ἄγγελοι δὲν ἔχουν σῶμα, διότι εἶναι πνεύματα ὅπως εἴπαμε.
Γι ̓αὐτὸ λέγονται καὶ ἀσώματοι. Ἐπειδὴ ὅμως ὡς πνεύματα εἶναι ἀόρατοι,
ὅταν στέλνονται στοὺς ἀνθρώπους λαμβάνουν ἕνα εἶδος σώματος, παίρνουν μία μορφή, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσουν μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ἐπίσης οἱ ἄγγελοι δὲν ἔχουν φτερά. Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος λέγει, ὅτι ὅταν ἡ Γραφὴ ἀναφέρει ὅτι ἔχουν φτερὰ καὶ πετοῦν, τὸ κάνει γιὰ νὰ μᾶς δείξει τὸ ὕψος τῆς φύσεώς τους καὶ ὅτι ἔρχονται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὡς ἀγγελιοφόροι τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ὅτι πράγματι ἔχουν φτερά.

Τὸ ἔργο τῶν ἀγγέλων

Α ́. Ἡ συνεχὴς δοξολογία τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν διαβάσουμε τὸ 6ον κεφάλαιο τοῦ Ἠσαΐα, θὰ δοῦμε τὰ Σεραφεὶμ νὰ περιτριγυρίζουν τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ψάλλουν τὸν ὕμνο «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος, Κύριος Σαβαὼθ πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ». Τὸ ἴδιο βλέπουμε καὶ στὰ ὁράματα τῆς Ἀποκαλύψεως· οἱ ἄγγελοι προσφέρουν ἀενάως καὶ συνεχῶς δοξολογία στὸ Θεό, χωρὶς νὰ κουράζονται, χωρὶς νὰ πέφτουν στὴν ἀκηδία, ἀλλὰ ἀντίθετα νοιώθουν ἡδονή, εὐχαρίστηση, ἄπειρη καὶ ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση. Συνεχῶς πόθος καὶ λαχτάρα καὶ μεράκι τοὺς συνέχει, ὅταν προσφέρουν τὴν δοξολογία στὸ Θεό. Πλησμονὴ καὶ κορεσμὸς δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ ἀντίθετα αὔξηση τοῦ πόθου καὶ τῆς ἡδονῆς παρουσιάζεται.
Τὴν δοξολογία τῶν ἀγγέλων προσπαθεῖ ἡ Ἐκκλησία μας νὰ μιμηθεῖ στὶς ἀκολουθίες της καὶ συνεχῶς θυμίζει στοὺς πιστοὺς μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ τὶς εὐχὲς της τοὺς ἀγγέλους. Εἰδικὰ ἡ τάξη τῶν μοναχῶν δημιούργησε παλαιότερα τὶς λεγόμενες μονὲς τῶν ἀκοιμήτων, ὅπου μοναχοὶ χωρισμένοι σὲ βάρδιες προσέφεραν δοξολογία στὸ Θεὸ ὅλο τὸ 24ωρο. Βέβαια τὸ τόλμημα αὐτὸ δὲν συνεχίσθηκε γιὰ πολύ, γιατί δυστυχῶς στὸ νῦν αἰώνα, ἡ ἀσθένεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ροπή του πρὸς τὰ γήινα, δὲν ἐπιτρέπουν τέτοια ὑψηλὰ πετάγματα. Πάντως οἱ φιλόθεες ψυχὲς λένε καὶ σʼ αὐτὴ τὴ ζωὴ συνεχῶς τὰ λόγια τοῦ Δαυίδ· «ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου καὶ ἐναντίον ἀγγέλων ψαλῶ σοι» (Ψαλμ. 137,1). Τὸ «ἐναντίον ἀγγέλων» ὁ ἱ. Χρυσόστομος τὸ ἑρμηνεύει «θὰ συναγωνισθῶ τοὺς ἀγγέλους σου Κύριε στὴν προσευχή». Αὐτὸ ἀρέσει πολὺ στοὺς ἀγγέλους, τῶν ὁποίων μία ἄλλη προσφορὰ εἶναι νὰ μεταφέρουν στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ τὶς προσευχὲς τῶν ἁγίων, ποὺ παρομοιάζονται μὲ θυμίαμα, ποὺ βρίσκεται μέσα σὲ χρυσὲς φιάλες (Ἀποκ. 5,7).

Β ́. Νʼ ἀναγγέλλουν τὰ θελήματα τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποκαλύπτουν τὰ θεῖα σχέδια, νὰ ἑρμηνεύουν τὰ ὁράματα τῶν προφητῶν, καὶ νὰ διακονοῦν τοὺς πιστοὺς στὶς διάφορες ἀνάγκες τους. Αὐτὰ τὰ βλέπουμε σὲ πολλὰ μέρη τῆς Γραφῆς.
Ἔτσι ἄγγελοι παρουσιάζονται στὸν Ἀβραάμ, τοὺς φιλοξενεῖ καὶ κεῖνοι τοῦ ἀναγγέλλουν πότε θʼ ἀποκτήσει μωρό. Ἄγγελοι εἰδοποιοῦν τὸν Λὼτ νὰ φύγει ἀπὸ τὰ Σόδομα καὶ τὸν προστατεύουν ἕως ὅτου φύγει.  Ἄγγελοι παρουσιάζονται στὸν Δανιὴλ καὶ τοῦ ἀποκαλύπτουν τί σημαίνουν διάφορα ὁράματα, ὅπως καὶ στὸν Ἰωάννη τὸν Θεολόγο στὴν Ἀποκάλυψη.  Ἄγγελος παρουσιάζεται στὸ Ζαχαρία καὶ τοῦ ἀναγγέλλει ὅτι θὰ γεννηθεῖ ὁ Πρόδρομος, ἄγγελος στὴ Μαρία, στὸν Ἰωσὴφ στὸ ὄνειρό του, στοὺς ποιμένες, στὶς μυροφόρες, καὶ ἀργότερα ἄγγελοι μιλοῦν γιὰ τὴν ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ στοὺς μαθητές του, καὶ ἄγγελος ἐλευθερώνει τοὺς ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη ἀπὸ τὴ φυλακὴ, ὅπως καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση ἐλευθερώνει τὸν Πέτρο ἀπὸ τὴ φυλακὴ τοῦ Ἡρώδη.
Ἐπίσης ὅπως φαίνεται στὰ ὁράματα τῆς Ἀποκαλύψεως, ἄγγελοι τιμωροῦν τοὺς ἀσεβεῖς ἢ ἐξαγγέλλουν τὴν τιμωρία τους.  Καὶ γιατί διακονοῦν τοὺς ἀνθρώπους; Ὄχι ὅτι ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴ βοήθειά τους, γιὰ νὰ τοὺς σώσει, ἀλλὰ τοὺς καθιστᾶ συνεργούς του, γιὰ νὰ τοὺς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ ἱκανοποιοῦν τὴν ἀγαθότητά τους, νὰ τοὺς προσθέτει δόξα καὶ χαρά, καὶ νὰ τοὺς συνδέει μὲ τοὺς ἀνθρώπους.



Πρός ἄθρησκον παιδείαν




τοῦ
κ. Νικολάου ̓Ιω. Σωτηροπούλου,
Θεολόγου
 
επιμελεία
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου

 

 

ΤΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ συναίσθημα εἶνε ἔμφυτο. Τὸ φύτευσε μέσα μας ̓Εκεῖνος, ὁ ὁποῖος μᾶς δημιούργησε, μᾶς ἔφερε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξι, καὶ μᾶς προίκισε μὲ ὅλα τὰ καλά. Πᾶς ἄνθρωπος ἐκ φύσεως εἶνε ὂν θρησκευτικό. Θρησκεύει, ἀνατείνει πρὸς τὸ Θεῖον. ̓Αλλὰ θὰ εἰπῇ κάποιος· ̔Υπάρχουν καὶ ἄθρησκοι καὶ ἄθεοι. Βεβαίως ὑπάρχουν. ̓Αλλὰ καὶ αὐτοὶ ἀρχικῶς ἦταν θρησκευτικοὶ ἄνθρωποι. ῎Επειτα ἔγιναν ἄθρησκοι. Διότι ὁ Σατανᾶς ὑπέβαλε σ ̓ αὐτοὺς τὴν ἰδέα, ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Καὶ αὐτοὶ ἀπὸ ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία εἶνε ἄνοια, καὶ ἀπὸ ἀπρόσεκτη καὶ διεστραμμένη ζωὴ ξερρίζωσαν ἀπὸ μέσα τους τὸ ἔμφυτο θρησκευτικὸ συναίσθημα καὶ κατάντησαν ἄθεοι.
῞Οπως ἀπὸ ἠθικῆς πλευρᾶς πολλοὶ ἀπὸ τὸ κατὰ φύσιν κατάντησαν στὸ παρὰ φύσιν, ἔτσι καὶ ἀπὸ θρησκευτικῆς πλευρᾶς πολλοὶ ἀπὸ τὸ κατὰ φύσιν κατάντησαν στὸ παρὰ φύσιν. Οἱ ἄθρησκοι καὶ ἄθεοι εἶνε τερατώδεις ὑπάρξεις, τὰ μεγαλύτερα τέρατα τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἄρχοντές μας ἔχουν φθάσει στὸ παρὰ φύσιν κατάντημα νὰ εἶνε ἄθρησκοι καὶ ἄθεοι. Δεδηλωμένοι ἄθεοι. Καὶ θεωροῦν τὴν ἀθεΐα τους προοδευτικότητα! ῞Ενας μάλιστα ἀπ ̓ αὐτούς, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῆς μείζονος ἀντιπολιτεύσεως, φιλοδοξεῖ νὰ γίνῃ καὶ κυβερνήτης τῆς ̔Ελλάδος. Καὶ εἶνε πολὺ πιθανὸν νὰ γίνῃ, ὥστε ὁ ἀποστάτης ἀπὸ τὸ Θεὸ ̔Ελληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος τώρα τιμωρεῖται μὲ μεγάλη καὶ δεινὴ κρίσι, στὸ μέλλον νὰ τιμωρηθῇ περισσότερο. Μὴ γένοιτο, Κύριε!
̓Επειδὴ πολιτικοὶ ἄρχοντές μας εἶνε ἄθρησκοι καὶ ἄθεοι, ἔστω καὶ ἂν δὲν δηλώνουν ὅλοι τὴν ἀθεΐα τους, ὑπείκουν δὲ σὲ σκοτεινὲς δυνάμεις, καὶ ἄλλοι δὲ παράγοντες αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀκόμη καὶ θεολόγοι μὲ ράσα καὶ χωρὶς ράσα, κατ ̓ οὐσίαν εἶνε ἄπιστοι, γι ̓ αὐτὸ ἡ Θρησκεία μας, καίτοι κατωχυρωμένη ἀπὸ τὸ ̔Ελληνικὸ Σύνταγμα, περιφρονεῖται, περιθωριοποιεῖται, ἀντιπαθεῖται καὶ πολυτρόπως πολεμεῖται.
Δὲν εἶνε ὑπερβολὴ ὁ λόγος, ὅτι στοὺς ἐσχάτους τούτους καὶ χαλεποὺς καιροὺς ἐπιχειρεῖται ἀποχριστιάνισι τοῦ ̔Ελληνικοῦ λαοῦ (καθὼς καὶ ἀφελληνισμός). Οἱ ἀποδείξεις εἶνε πολλές. Μία δὲ ἀπόδειξι εἶνε καὶ αὐτή, ὅτι τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στὰ σχολικὰ βιβλία ἐν πολλοῖς περιέχεται κατὰ τρόπο ἐμπαικτικὸ τῆς Θρησκείας μας. Φρίττει καὶ ἐξεγείρεται τὸ πνεῦμα τῶν πιστῶν ἀπὸ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο παρουσιάζονται τὰ ὅσια καὶ τὰ ἱερὰ τῆς Πίστεως στὰ σχολικὰ βιβλία. ̓Επιχειρεῖται δὲ καὶ τοῦτο, ἡ μεταβολὴ τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν ἀπὸ ὁμολογιακὸ σὲ θρησκειολογικό. Λίγα λόγια γιὰ ὅλες τὶς Θρησκεῖες, τὶς ψεύτικες καὶ τὴν ἀληθινή. Λίγα λόγια γιὰ ὅλους τοὺς Θεούς, τοὺς ψεύτικους καὶ τὸν ἀληθινό. ̔Ο Χριστὸς στὴν αὐτὴ μεταχείρισι μὲ τοὺς ἱδρυτὲς καὶ τὰ εἴδωλα τῶν ἄλλων Θρησκειῶν! Κατ ‘
οὐσίαν τὰ Θρησκευτικὰ ὡς μάθημα τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως καταργοῦνται. Τὰ ̔Ελληνόπουλα στὸ ἑξῆς δὲν θὰ κατηχοῦνται, δὲν θὰ μαθαίνουν καὶ δὲν θὰ γνωρίζουν τὰ μεγαλεῖα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Στὰ σχολεῖα θ ̓ ἀποκτοῦν γνώσεις γιὰ ἄλλα πράγματα μὲ σημασία μέχρι τὸ θάνατο, καὶ θὰ ἔχουν ἄγνοια τοῦ ὑψίστου πράγματος, ποὺ ἔχει σημασία καὶ γιὰ τὴν παροῦσα ζωὴ καὶ γιὰ τὴν ἀπέραντη αἰωνιότητα.
̓Αποχριστιάνισι τοῦ ̔Ελληνικοῦ λαοῦ καὶ ζουγκλοποίησι τῆς ̔Ελληνικῆς κοινωνίας μὲ ἀπρόβλεπτες ἢ μᾶλλον προβλεπόμενες συνέπειες. Χωρὶς Θεὸ ὅλα εἶνε ἐνδεχόμενα. Εἶνε δὲ βέβαιο, βεβαιότατο, δεδομένο ἀπὸ τὸ θεόπνευστο λόγο τοῦ Θεοῦ, τὴν ̔Αγία Γραφή, καὶ ἰδίως τὴν ̓Αποκάλυψι, ὅτι οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις μὲ τὴν παγκοσμιοποίησι προετοιμάζουν τὸ ἔδαφος γιὰ τὸν ̓Αντίχριστο. ̓Αλλὰ τί καταλαβαίνουν οἱ ἄρχοντές μας ἀπὸ ̔Αγία Γραφή; Αὐτοὶ μόνον ἀπὸ λεφτὰ καὶ ψευτοεξουσίες καταλαβαίνουν. Καὶ γι ̓ αὐτὸ ὡδήγησαν τὴν Πατρίδα, τὴν καλλίτερη Πατρίδα τοῦ κόσμου, στὸ σημερινὸ κατάντημα. Καὶ ἂν δὲν ἐπεμβῇ ὁ Θεός, θὰ τὴν ὁδηγήσουν σὲ χειρότερο κατάντημα.
Οἱ ἄθρησκοι καὶ ἄθεοι πολιτικοὶ ἄρχοντες ἀπεργάζονται τὴν ἀποχριστιανοποίησι καὶ καταστροφὴ τῆς ̔Ελλάδος. Καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ
ἄρχοντες, ἐρωτοῦν οἱ πιστοί, τί κάνουν; ̔Ως ̔Ιερὰ Σύνοδος καὶ Σύνοδος τῆς ̔Ιεραρχίας ὑψώνουν τὴ φωνή τους ἀπέναντι τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων; Καταγγέλλουν μὲ προφητικὴ γλῶσσα τὶς ἐπιβουλές τους κατὰ τῆς ἐπικρατούσης συνταγματικῶς Θρησκείας μας; Δυστυχῶς δὲν ἔχουμε ἀγωνιστικὴ ̔Ιεραρχία. Οἱ περισσότεροι ̔Ιεράρχες σιωποῦν καὶ προσπαθοῦν νὰ «τὰ ἔχουν καλὰ» μὲ τοὺς κοσμικοὺς ἄρχοντες, καίτοι οἱ κοσμικοὶ ἄρχοντες δὲν «τὰ ἔχουν καλὰ» μὲ τὸ Θεὸ καὶ τὴν ̓Εκκλησία του.
Πατέρες! ̔Ο προορισμός σας δὲν εἶνε μόνο νὰ λειτουργῆτε. ῍Αν τὰ ̔Ελληνόπουλα δὲν θὰ διδάσκωνται στὰ σχολεῖα τὰ τῆς Θρησκείας μας, πῶς θὰ ἐκκλησιάζωνται καὶ θὰ παρακολουθοῦν τὴ Θεία Λειτουργία, ἀφοῦ δὲν θὰ καταλαβαίνουν τὰ ἱερὰ νοήματα; Οἱ συνειδητοὶ χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἐκκλησιάζονται, εἶνε λίγοι καὶ θὰ γίνουν λιγώτεροι. Τὸ κοσμικὸ δὲ καὶ ἀντιχριστιανικὸ Κράτος, ὅπως καταργεῖ τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, κατὰ διαφόρους τρόπους, ὅσον ἀπ ̓ αὐτὸ ἐξαρτᾶται, θὰ καταργήσῃ καὶ σᾶς. Οἱ διαθέσεις τους κατὰ τῆς ̓Εκκλησίας εἶνε γνωστὲς ἀπὸ λόγους καὶ ἐνέργειές τους.
Πατέρες! ̓Εξεγερθῆτε, ὑψωθῆτε στὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς σας, τῆς ὑψηλότερης ὅλων τῶν ἀποστολῶν, φανῆτε ἄξιοι τῶν προσδοκιῶν τῶν πιστῶν καὶ τῶν πατριωτῶν κατὰ τὶς κρισιμώτατες περιστάσεις αὐτοῦ τοῦ καιροῦ, ἀγωνισθῆτε κατὰ τῶν σκοτεινῶν ἀνθρώπων καὶ σχεδίων καὶ ἐνεργειῶν των, γίνετε ἀπέναντι τῶν προδοτῶν τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος λέοντες πῦρ πνέοντες, καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ νικήσετε, διότι μαζί σας θὰ εἶνε ̓Εκεῖνος, ὁ ὁποῖος  «ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ» ( ̓Αποκ. 6·2), ἐξῆλθε πλήρης ἰσχύος καὶ διὰ νὰ ἰσχύσῃ. Τί εἶνε οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς ἐνώπιον τοῦ ̓Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ μηδενὸς δημιούργησε καὶ κυβερνᾷ τὸ Σύμπαν, καὶ ἔκανε καὶ κάνει θαύματα, ὑπερβάσεις τῶν φυσικῶν νόμων; Καλοὶ Πατέρες τῆς ̓Εκκλησίας! Οἱ ἐθνοπατέρες, ἐκτὸς ὀλίγων, εἶνε προδότες, καὶ στὸ νοῦ ἰδιῶτες. Καταστρέφουν τὴν ̔Ελλάδα καὶ λέγουν οἱ ἀνόητοι, ὅτι τὴν σώζουν! Μὴ τοὺς ὑπολογίζετε. ῞Οπως ἄλλοτε οἱ ̔Ιεράρχες ἀνέλαβαν ρόλο ἐθναρχικό, αὐτὸ νὰ πράξετε σήμερα καὶ σεῖς. Σκεφθῆτε τρόπους διεξαγωγῆς ἀγῶνος. Νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών. ̓Αγωνισθῆτε μὲ ἱερὸ πάθος. ̓Αγωνισθῆτε ἀνενδότως κατὰ τοῦ κακοῦ. Καὶ ὁ Χριστὸς θὰ δώσῃ τὴ νίκη σὲ σᾶς, καὶ δι ̓ ὑμῶν στὸ ̔Ελληνικὸ ῎Εθνος.



Χαρτοβασίλειον «Η ΕΛΛΑΣ»





του
Κωνσταντίνου Σκόκου




Εἶχα ἀπελπισθῇ ἀπὸ τὸν ἄθλιον βουλευτὴν τῆς ἐπαρχίας μας, ποὺ δὲν τὰ κατάφερε νὰ μὲ διορίσῃ οὔτε κἂν τελωνοσταθμάρχην ἢ ἀλατοποθηκάριον, καὶ ἤμουν ἀποφασισμένος νὰ ἱδρύσω σοσιαλιστικὸν κέντρον ἢ φύλλον ἀντικυβερνητικόν, διὰ νὰ κτυπήσω κατακέφαλα τὸ κράτος καὶ τὸ κεφάλαιον − ὅταν ἔξαφνα ἡ καλὴ Τύχη, ὑπὸ μορφὴν γραμματοκομιστοῦ, ἦλθε νὰ μοῦ χαμογελάσῃ μ' ἕνα γράμμα 'ςτὸ χέρι. Ἦταν ἀπὸ τὸ Κάϊρο. Τὸ ἀνοίγω καὶ διαβάζω:

"Ἀκριβέ μου ἀνεψιὲ,
"Μόλις λάβῃς τὸ παρόν, πάρε τὴ βαλίτσα σου καὶ τὸ πρῶτο βαπόρι κι' ἐλα ἐδῶ. Σοῦ ηὕραμε μιὰ καλὴ θέσι ἐγώ, καὶ μιὰ γερὴ προῖκα ἡ θεία σου.
Μὴ χάσῃς στιγμή. Σοῦ στέλνω καὶ τὰ ναῦλα σου. Σὲ φιλῶ, ὁ θείος σου Ἀλέξης
Υ.Γ. Μὴ ξεχάσῃς νὰ πάρῃς κ' ἕνα πιστοποιητικὸ πῶς ὑπηρέτησες 'ςτὸ στρατό. Χωρὶς αὐτὸ νὰ μὴν ἔλθῃς διόλου. Ὁ ἵδιος

− Πφφφ! σπουδαῖο πράμμα ἕνα πιστοποιητικό! Τὸ μόνο εὔκολο! εἶπα μέσα μου. Περνῶντας ἀπὸ τὸν Περαία, πετιέμαι μιὰ ὥρα στὴν Ἀθήνα, τὸ παίρνω ἀπ' τὸ ὑπουργεῖο καὶ τὸ βράδυ μπάρκα γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια!…

Ἀλλὰ ὁ δήμαρχος μοῦ ἔκοψε τὴ φόρα!

− Θὰ τὸ ζητήσῃς ἱεραρχικῶς! μοῦ λέει. Δὲν μπορεῖς ἀλλοιώτικα. Θὰ κάνῃς μιὰ ἀναφορὰ ἐν ἡμικλάστῳ (!) 'ς ἐμένα κ' ἐγὼ θὰ τὴν διαβιβάσω εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον!!Ἂν θὲς ὅμως, πάρ' τὴν κατὰ πόδι καὶ σύ, τράβα 'ς τὴν Ἀθήνα, βάλε νὰ τὴν σπρώξουν 'ς τὸ Ὑπουργεῖο καὶ νὰ σοῦ δώσουν καὶ τὸ χαρτὶ μιὰ ὥρα ἀρχήτερα.

Ἔτσι κ' ἔγινε. Ἔδωκα πέντε φάσκελα 'ςτὸ σοσιαλισμὸ κι' ἄλλα πέντε 'στὴ φαύλη βουλευτοκρατία, κ' ἐξεκίνησα γιὰ τὴν Ἀθήνα. Τρέχω 'ςτὸ Ὑπουργεῖο. Βρίσκω τὸν ἀξιωματικὸ ποῦ ἤμουν συστημένος, καὶ τοῦ παρασταίνω πῶς εἶναι σπουδαία ἀνάγκη νὰ φύγω μὲ τὸ πρῶτο βαπόρι.

− Ἄχα χοῦχα α α α! μοῦ λέει. Κἄτι πολὺ βιάζεσαι! Ἔτσι, θαρρεῖς, ταχυδακτυλουργικῶς πῶς διεκπεραιώνονται ᾑ ἀναφορές; Τί εἶνε; Ὀμελέττα τῆς στιγμῆς; Πέρασε σὲ καμμιὰ 'βδομάδα καὶ βλέπομε…

Ἔμεινα κόκκαλο!

− Πρέπει νὰ ξέρῃς, μοῦ ἐξήγησε, πῶς, ἅμα φθάνῃ μιὰ ἀναφορὰ 'ςτὸ Ὑπουργεῖο, θὰ πάῃ πρῶτα πρῶτα 'ςτὸ ὑπασπιστήριον. Ὁ ὑπασπιστὴς θὰ σημειώσῃ ἐπάνω τὴν λέξιν "προσωπικόν". Ἔπειτα θὰ παραδοθῇ 'ςτὸ γραφεῖο τοῦ ὑπουργοῦ διὰ νὰ τεθῇ ἡ σχετικὴ σφραγὶς καὶ νὰ περάσῃ εἰς τὸ "Βιβλίον Διεκπεραιώσεως" τοῦ Ὑπουργείου. Ὕστερα θὰ παραδοθῇ εἰς τὸ "Γραφεῖον Καταχωρίσεως", διὰ νὰ βεβαιωθῇ ὅτι παρελήφθη. Κατόπιν θὰ καταχωρηθῇ εἰς τὸ "Γενικὸν Πρωτόκολλον", θὰ μπῇ ἄλλη σφραγὶς μὲ τὸν ἀριθμὸν τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ θὰ παραδοθῇ εἰς τὸ "Βιβλίον Διεκπεραιώσεως τοῦ Γραφείου Καταχωρίσεως". Ἔπειτα…

− Ὤ, δυστυχία μου! ἐμουρμούρισα· ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἔπειτα;

− Ἀμ ὣς ἐδῶ εἴμαστε 'ςτὸ ἄλφα. Καὶ ποὖσαι ἀκόμα! Ὑπηρεσία εἶναι αὐτή!… Δὲν εἶναι κουρουφέξαλα! Γι' αυτό… πέρασε σ' ἕνα δυὸ βδομάδες καὶ νὰ ἰδοῦμε…

Παρ' ὀλίγον νὰ μοὔλθῃ συγκοπή. Μὰ τί νὰ κάμω; Παίζεις μὲ τὴν ἱεραρχίαν τῆς ὑπηρεσίας;… Σὲ κἄμποσες μέρες ξαναπερνῶ.

− Ἡ ἀναφορά σου, μοῦ λέει ὁ κύριος ἀξιωματικός, δὲν πέρασε ἀκόμη ἀπ' τὰ χέρια μου. Κύταξε 'ςτὸ "Τμῆμα Προσωπικοῦ". Ἀπὸ 'κεῖ θὰ ἐξιχνιάσῃς τὴν πορείαν της!

− Μάλιστα, μὲ πληροφοροῦν ἐκεῖ· ἡ ἀναφορὰ εἰσῆλθε πρὸ ἡμερῶν, παρουσιάσθη εἰς τὸν τμηματάρχην, ἐνηργήθη καὶ … ἐξῆλθε!…

− Ἐξῆλθε;! καὶ ποῦ πάει, σᾶς παρακαλῶ. ἐρώτησα σαστισμένος.

− Χμμμ! τραβάει τὸ δρόμο της… Γιὰ 'ρώτα 'ςτὸ γραφεῖο τοῦ "ἀξιωματικοῦ εἰσηγητοῦ".

Τρέχω λαχανιασμένος καὶ 'ρωτῶ.

− Μάλιστα, μὲ διαφωτίζουν ἐκεῖ· ἡ ἀναφορὰ παρεδόθη εἰς τὸν διεκπεραιωτὴν τοῦ τμήματος νὰ τὴν σημειώσῃ εἰς τὸ πρωτόκολλον, "διὰ τὴν εἴσοδον", ἀλλὰ δὲν ἐνεγράφη ἀκόμα εἰς τὸ ἴδιον "Βιβλίον τοῦ τμήματος", ὅπου ἐμφαίνονται τὰ ἔγγραφα, μὲ τὰ ὁποῖα χρεώνονται οἱ "ἀξιωματικοὶ Εἰσηγηταί"… αὔριο−μεθαύριο θὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον ἐξ αὐτῶν, ὅστις θὰ συντάξῃ τὸ "σχέδιον διαταγῆς" καὶ… νὰ ἔχῃς λίγη ὑπομονή, γιατὶ ἐδῶ δὲν εἶναι "πέσε πῆτα νὰ σὲ φάω!.."

Ξαναγυρίζω σὲ τρεῖς μέρες καὶ ξετρυπώνω τὸν κύριον Εἰσηγητήν.

− Μάλιστα. Τὸ "σχέδιον διαταγῆς" εἶναι ἕτοιμον καὶ σήμερ' αὔριο θὰ τὸ παρουσιάσω 'ςτὸν τμηματάρχην, νὰ τοῦ κάμω προφορικὴν εἰσήγησιν. Νἄλθῃς ἀπὸ Δευτέρα…

Τὴ Δευτέρα μὲ πληροφοροῦν, ὅτι ὁ τμηματάρχης ἐμονογράφησε τὸ σχέδιον καὶ ὁσονούπω (!!) θὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὅστις θὰ τὸ μονογραφήσῃ καὶ αὐτὸς διὰ τὰ "περαιτέρω…"

− Καὶ θ' ἀργήσουν πολὺ αὐτὰ τὰ… περαιτέρω; ἐρώτησα τραγικῶς.

− Ἇ! μπᾶ! σὲ πέντ' ἓξ 'μέρες θἄχουν φύγει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἀπ' αὐτὸ τὸ τμῆμα.

Κάθομαι καὶ γράφω ἕνα σπαραξικάρδιο γράμμα στὸ θεῖο μου, τοῦ ἐξιστορῶ τὰ ἱεραρχικὰ βάσανα τοῦ πιστοποιητικοῦ καὶ τὸν ἐξορκίζω νὰ κρατήσῃ ὅσο μπορεῖ σφικτά, μὲ τὰ 'δόντια, τὴ θέσι καὶ τὴν προῖκα, καὶ ὅτι σὲ δυὸ−τρεῖς βδομάδες τὸ πολὺ θὰ εἶμαι ἐκεῖ ἐξάπαντος! Ἔγραψα καὶ στὴ θεία μου ξεχωριστὰ: νὰ καταφέρῃ μὲ τρόπο τὸ θεῖο νὰ μοῦ ξαναστείλῃ τὰ ναῦλα…

Εἰς τὸ ἀναμεταξὺ τρέχω 'ςτὸ Ὑπουργεῖο. Ἀλλὰ τὴ φορὰ αὐτὴ χάνω τὰ ἴχνη τῆς ἀναφορᾶς… Ὤ, διάολε! Καὶ ἀρχίζω νὰ τὴν κυνηγῶ ἀπὸ γραφεῖο σὲ γραφεῖο καὶ ἀπὸ τμῆμα σὲ τμῆμα!

Τέλος πάντων, τὴν ἀνακαλύπτω. Ἡ ἀναφορά, μὲ τὸ συνημμένον "σχέδιον διαταγῆς", ἀφοῦ ἐμονογραφήθη δεόντως, παρεδόθη εἰς τὸν διεκπεραιωτὴν τοῦ τμήματος διὰ τὴν … "ἔξοδον".

Τρέχω κ' ἐκεῖ, ὅπου μὲ διαφωτίζουν ὅτι τώρα πρόκειται νὰ συνταχθῇ ἡ "κύρια διαταγὴ" ἐκ τοῦ σχεδίου καὶ θὰ δοθῇ εἰς τὸν γραμματέα, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν παραβολήν! Καὶ νὰ περάσω, λέει, πάλι σὲ λίγες μέρες! Ἀλλά, πρὶν ξαναπεράσω, ἔλαβα ἕνα γράμμα τῆς θείας μου, ποὺ μοῦ ἔγραφε:

"Ἀνηψιέ μου,
Ὁ θεῖος σου ἔγινε ἔξω φρενῶν μὲ τὴς ψευτιὲς ποῦ τοῦ γράφεις γιὰ τὴν ἀργοπορία τάχα τοῦ πιστοποιητικοῦ. Κάθεσαι, λέει, καὶ γλεντοκοπᾷς στὴν Ἀθήνα, καὶ μᾶς κοροϊδεύεις. Ἐννοεῖς, δὲν εἶχα μοῦτρα νὰ τοῦ ζητήσω ξανὰ τὰ ναῦλα σου. Ἀπὸ τὸ δικό μου τὸ κομπόδεμα σοῦ στέλνω κρυφὰ ἄλλα 100 φράγκα καὶ τσακίσου νὰ ἦσαι 'δῶ τὴν ἄλλη 'βδομάδα. Ἀλλοιώτικα, θὰ εἶσαι ἕνας βλάκας καὶ χαμένος.
Ἡ θεία σου Μαριωρῆ"

Πέρασαν λίγες 'μέρες καὶ τραβῶ στὸ Ὑπουργεῖο, ὅπου μὲ πληροφοροῦν ὅτι ὁ "ἀντιπαραβολεὺς" ἐπέστρεψε τὸ σχέδιον εἰς τὸν ἀξιωματικόν, ὅτι τὸ παρουσίασε πρὸς "προσυπογραφὴν" εἰς τὸν διεκπεραιωτήν, ὅτι αὐτὸς κατόπιν θὰ προσάγῃ τὴν "κύριαν διαταγὴν" εἰς τὸν ὑπουργόν, καὶ ὅτι… δὲν θὰ κάνω ἄσχημα νὰ … ξαναγυρίσω ἀπὸ Δευτέρα καὶ ἴσως νὰ ἔχῃ τελειώσῃ ἡ δουλειά!…

Ἀλλὰ ἐγὼ ἤμουν πλιὰ ἀποτελειωμένος. Σὲ λίγες μέρες λαβαίνω ἀπὸ τὸ θεῖο μου τὸ οὔλτιμο τάγιο, τὴν τελειωτικὴ μαχαιριά. Μοῦ ἔγραφε:

Ἀνηψιέ μου, ἤσουν πάντα κατεργάρης καὶ παραλυμένος. Σοὖρθε ἡ τύχη σὰν στραβὴ καὶ τὴν κλώτσησες. Πολὺ γρήγορα θὰ χτυπᾷς τὸ κεφάλι σου στὸν τοῖχο, μὰ θἆναι ἀργά. Τώρα κάτσε ἐκεῖ ποῦ κάθεσαι. Εἶναι περιττὸ νὰ ξεκουμπιστῇς ἐδῶ. Οὔτε θέσι θαὕρῃς, οὔτε προῖκα. Ἄειντε χάσου, τενεκέ!
Ὁ θεῖος σου Ἀλέξης

Δὲν ἔμαθα τί ἀπέγινε ἡ ἀναφορά. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι θὰ μπαινοβγαίνεῃ ἀκόμα ἀπὸ γραφεῖο σὲ γραφεῖο χάριν τῆς ἱεραρχίας!…

(1912)

Κ. Σκόκος,
Τα Παράξενα της ζωής (Σελίδες ημερολογίου),
Αθήνα, Κολλάρος, 1921, σσ. 9−13





Το Αντικείμενον εις την Αρχαίαν Ελληνικήν










του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικής φιλολογίας
Πανεπιστημίου Αθηνών





Αντικείμενον λέγεται το ουσιαστικόν ή πάσα λέξις και φράσις θεωρουμένη ως ουσιαστικόν, εις το οποίον μεταβαίνει η ενέργεια του υποκειμένου του ρήματος.

Πχ.

1.    Κλέαρχος ἐκέλευσε τους στρατιώτας
2.    Κορίνθιοι εἰρήνης ἐπεθύμουν
3.    Λακεδαιμόνιοι ἐπέστειλαν Ἀγησιλάῳ βοηθεῖν τῇ πατρίδι
4.    Τούς πολεμίους οἰ πελτασταί ἔβαλλον
5.    Τούς παρανομοῦντας οἱ Ἀθηναίοι ἐκόλαζον
6.    Ἐκείνους ἐξήλασαν
7.    Ἀπέκτειναν ἀμφί τους τριάκοντα
8.    Ἀθηναῖοι ἐβούλοντο Ὀλυνθίοις βοηθεῖν
9.    Ἄγγελος ἦλθεν και ἔλεγεν, ὄτι Κῦρος τέθνηκε

Κατά ταύτα αντικείμενον δέχονται μόνον τα μεταβατικά ρήματα. Μεταβατικά δε λέγονται τα ρήματα, τα οποία φανερώνουν μετάβασιν της ενεργείας του υποκειμένου εις άλλο πρόσωπον, ζώον ή πράγμα ή αφηρημένην έννοιαν.

Αμετάβατα δε λέγονται, όσα δεν φανερώνουν μετάβασιν ενεργείας, αλλ’ ότι αύτη παραμένει εις αυτό το Υποκείμενον.

Το Αντικείμενον επί κλιτών μερών του λόγου τίθεται εις μίαν των πλαγίων πτώσεων, είναι δε τεσσάρων ειδών:

Α. ΆΜΕΣΟΝ Αντικείμενον λέγεται το αντικείμενον, το οποίον τίθεται αμέσως και είναι αναγκαίον δια να συμπληρώση την εννοίαν του ρήματος.

Πχ. 

1.    Σωκράτης ἔκρουε την θύραν
2.    Οἰ νέοι παιδείας δέονται
3.    Ἀθηναῖοι Κερκυραίοις ἐβοήθουν

Β. ΕΜΜΕΣΟΝ Αντικείμενον λέγεται το αντικείμενον, το οποίον δεν τίθεται αμέσως, αλλ’ εμμέσως, ήτοι μετά το άμεσον και δεν είναι τόσον αναγκαίον, όσο το άμεσον

Πχ. 

1.    Ἀρίστιππος ὁπλίτας αἰτεῖ Κῦρον
2.    Κύρῳ Ἐπύαξα ἔδωκε χρήματα πολλά
3.    Οἱ στρατιῶται ἐπλήρωσαν τας ὑδρίας ὕδατος

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:
Η διάκρισις του αμέσου και του εμμέσου αντικειμένου επιτυγχάνεται ως εξής:
«Αφαιρούμεν το έν εκ των δύο αντικειμένων και εάν με το έτερον αποδίδεται μετά του ρήματος πληρέστερον νόημα, τούτο είναι το άμεσον, άλλως τούτο είναι το έμμεσον.»

Πχ. 

Ἀθηναῖοι Σωκράτους κατέγνωσαν θάνατον = Ἀθηναῖοι κατέγνωσαν θάνατον (άμεσον), ενώ
Ἀθηναῖοι κατέγνωσαν Σωκράτους(έμμεσον)

Ένας άλλος τρόπος να διακρίνωμε το άμεσον από το έμμεσον είναι να τρέψωμε την σύνταξιν εις παθητικήν και τότε το άμεσον αντικείμενον του ενεργητικού ρήματος καθίσταται υποκείμενον του παθητικού, εν ώ το έμμεσον μένει αμετάβλητον

Πχ. 

Διδάσκω τον παίδα (άμεσον) γράμματα (έμμεσον)
→ (παθητική σύνταξις) Ὁ παῖς διδάσκεται ὑπ' ἐμοῦ γράμματα




ΠΡΟΣΟΧΗ! Πολλά μεταβατικά ρήματα δέχονται δύο αιτιατικάς προς συμπλήρωσιν της εννοίας αυτών, μίαν του προσώπου και ετέραν του πράγματος.
Στα ρήματα που συντάσσονται με δύο αιτιατικές, άμεσο αντικείμενον είναι κατά κανόνα (κατά κανόνα λέμε όχι πάντα) (θα δούμε κατωτέρω παραδείγματα, ένθα τούτο δεν ισχύει) η αιτιατική του προσώπου.

*(Τα απαρέμφατα και οι δευτερεύουσες προτάσεις θεωρούνται αιτιατικές του πράγματος)(αλλά τούτο θα το δούμε ουχί εις τα συντασσόμενα ρήματα με αιτιατικήν αλλά με δοτικήν κυρίως)

Πχ.

1.    Οὗτος διδάσκει με (άμεσον) την στρατηγίαν (έμμεσον) → ἐγώ διδάσκομαι ὑπό τούτου την στρατηγίαν

Τα ρήματα αυτά που συντάσσονται με δύο Αιτιατικές είναι:

Α) Τα παιδευτικά και τα αναμνηστικά

Πχ.
1.    Οἱ Πέρσαι ἐδίδασκον τους παῖδας (άμεσον) σωφροσύνην (έμμεσον)
2.     Ἀναμνήσω ὑμᾶς (άμεσον) τους τῶν ὑμετέρων προγόνων κινδύνους(έμμεσον)

Β) Τα ενδύσεως και εκδύσεως

Πχ.
1.    Ὁ πάππος τον Κῦρον (άμεσον) καλήν στολήν (έμμεσον) ενέδυσε

Γ) τα αιτῶ, ἀπαιτῶ, ἱκετεύω, ἐρωτῶ, ἐξετάζω

Πχ.
1.    Ἡμᾶς (έμμεσον) βασιλεύς τα ὅπλα (άμεσον)ἀπαιτεῖ

(ΠΡΟΣΟΧΗ! Ενθάδε δεν είναι η Αιτιατική του προσώπου που λέει ο κανόνας το άμεσον αντικείμενον. Τούτο είναι εμφανές αν εφαρμόσωμε τους δύο χρηστικούς κανόνας που μάθαμε, ήτοι…. Πρώτον αφαιρούμε το «ημάς» και τότε βλέπομε ότι «βασιλεύς τα ὅπλα (άμεσον) ἀπαιτεῖ». Δεύτερον αν τρέψωμε την σύνταξιν εις παθητικήν τότε θα έχωμε «Τα ὅπλα  ἀπαιτοῦνται ὑπό τοῦ βασιλέως ἐξ ἡμῶν»

2.     Ταῦτα (έμμεσον) ἠρόμεθα αὐτούς (άμεσον)
3.    Οἱ Ἕλληνες ᾔτουν τους Ἡρακλεώτας (έμμεσον) τρισχιλίους Κιζικηνούς (άμεσον) (ισχύει ό,τι και εις το παράδειγμα 1)

Δ) τα αποστερῶ, ἀφαιροῦμαι, κρύπτω, ἀποκρύπτομαι, πράττομαι, εἰσπράττω

Πχ.

1.    Διογείτων την θυγατέραν (έμμεσον) ἔκρυπτε τον θάνατον (άμεσον) τοῦ ἄνδρός (ισχύει ό,τι και εις το παράδειγμα Γ1)
2.    Την τιμήν (άμεσον) ἀποστερεῖ με (έμμεσον) (ισχύει ό,τι και εις το παράδειγμα Γ1)
3.    Σωκράτης τους αὑτοῦ ἐπιθυμοῦντας (έμμεσον) οὐκ ἐπράττετο χρήματα (άμεσον) (ισχύει ό,τι και εις το παράδειγμα Γ1)

Τα κλητικά, τα δοξαστικά, και τα εκλογής σημαντικά συντάσσονται εις την  ενεργητικήν φωνήν με δύο αιτιατικάς, εκ των οποίων η μια είναι άμεσον αντικείμενον, η δε ετέρα (ΠΡΟΣΟΧΗ! Όχι έμμεσον αντικείμενον αλλά) κατηγορούμενον του αντικειμένου

Πχ.

1.    Νόμιζε την μεν πατρίδα (αντικ) οἶκον (κατηγ. στο «πατρίδα»), τους δε πολίτας (αντικ) ἑταίρους (κατηγ. στο «πολίτας»)
2.    Ἀντισθένην (αντικ.) Ἀθηναῖοι εἵλοντο στρατηγόν (κατηγ.)

Μετά διπλής Αιτιατικής συντάσσονται και τα ρήματα ποιῶ τινά τι, δρῶ τινά τι, ἐργάζομαι τινά τι, λέγω τινά τι, ἀγορεύω τινά τι

1.    Πολλ' ἀγαθά (άμεσον) την πόλιν (έμμεσον) ἐποίησα
2.    Πολλά καλά (άμεσον) εἰργάσαντο την Ἕλλάδαν (έμμεσον)
3.    Πᾶς τις πολλά κακά (άμεσον) ἀγορεύει αὐτούς (έμμεσον)

***



Σε δίπτωτα ρήματα που συντάσσονται με πλάγιαν πτώσιν προσώπου και Απαρέμφατον, το πρόσωπον είναι συγχρόνως και υποκείμενον του Απαρεμφάτου.
Δηλαδή εις την ετεροπροσωπείαν Υποκείμενον του Απρμφ είναι συνήθως το Αντικείμενον του Ρήματος, απ’ το οποίον εξαρτάται το απαρέμφατον. Το αντικείμενον αυτό, εάν είναι εις πτώσιν Αιτιατικήν δεν επαναλαμβάνεται ως υποκείμενον του Απρμφ διότι εννοείται. Όταν όμως Υποκείμενον του Απαρμφ. Είναι το αντικείμενον του ρήματος το οποίον συντάσσεται με γενικήν ή δοτικήν τότε, το Αντικείμενον τούτο (δηλ. η Γεν. ή Δοτ.) ή δεν επαναλαμβάνεται ως Υποκ. του Απρμφ. αλλά εννοείται εις πτώσιν Αιτιατικήν ή Υποκ. του Απρμφ. είναι η ίδια η Γεν. ή Δοτ.
Το δε Απαρέμφατον είναι πάντοτε το έμμεσον αντικείμενον. Διατί τούτο; Διότι τα ρήματα ταύτα και δή αυτά τα οποία συντάσσονται με γενικήν ή δοτικήν λαμβάνουν πρωτίστως το αντικείμενον εις αυτήν την πτώσιν και υστέρως έρχεται το Απρμφ, να συμπληρώση.

Α) Όταν η πλάγια πτώσις προσώπου είναι Αιτιατική:

Πρόξενον (άμεσον) δέ τόν Βοιώτιον... ἐκέλευσε... παραγενέσθαι, (έμμεσον) ὡς εἰς Πισίδας βουλόμενος στρατεύεσθαι

·        Δηλαδή ενθάδε το Υποκ. του Απρμφ. είναι το «Πρόξενον»

Β) Όταν η πλάγια πτώσις προσώπου είναι Γενική:

Δέομαι ὑμῶν, (άμεσον) ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἐθελῆσαι ( έμμεσον) μετ' εὐνοίας ἀκοῦσαί μου λέγοντος

·        Δηλαδή ενθάδε το Υποκ. του Απρμφ. είναι το «ὑμᾶς» που εξάγεται εκ της γενικής «ὑμῶν»

Γ) Όταν η πλάγια πτώσις προσώπου είναι Δοτική

Σωκράτης συμβουλεύει τῷ Ξενοφῶντι  (άμεσον) ἐλθόντι εις Δελφούς ἀνακοινῶσαι  (έμμεσον) τῷ θεῷ

·        Δηλαδή ενθάδε το Υποκ. του Απρμφ. είναι το «Ξενοφῶντα» που εξάγεται εκ της δοτικής «Ξενοφῶντι».
Ας δούμε αν ισχύουν οι δύο γενικοί μας κανόνες. Στο τελευταίο μας παράδειγμα. Το μεταφράζω εις τα νεοελληνικά…

«Ο Σωκράτης συμβουλεύει τον Ξενοφώντα, σαν πάη στους Δελφούς, να το ειπή εις τον θεόν»

Α’ ΚΑΝΩΝ: αφαιρώ ένα αντικείμενον. Έστω το «να το ειπή». Άρα τι μένει; «Ο Σωκράτης συμβουλεύει τον Ξενοφώντα». Δεν είναι αυτό το ισχυρό μας νόημα; Αν λέγαμε «Ο Σωκράτης να ειπή…» θα καταλαβαίναμε τίποτα; Άρα το άμεσον αντικείμενον το «τον Ξενοφώντα»

Β’ ΚΑΝΩΝ: μετατρέπω την ενεργητικήν σύνταξιν εις παθητικήν. «Ο Ξενοφών εσυμβουλέυθη υπό του Σωκράτους, σαν πάη στους Δελφούς, να το ειπή εις τον θεόν». Βλέπουμε ποιο έγινε Υποκείμενο εις την παθητικήν σύνταξιν; Ο «Ξενοφών», διότι τούτο είναι το κύριον, το άμεσον αντικείμενον.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Εφαρμόζουμε παντού τους χρυσούς τούτους δύο κανόνες και έχουμε ξεμπερδέψει μια και καλή από τα ψευτοδιλήμματα δια το ποιο είναι άμεσον ή έμμεσον Αντικείμενον





Η ανάρτησις θα συνεχισθή …