Η ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου


επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-

«Ύμνος άπας ηττάται
συνεκτείνεσθαι σπεύδων
τω πλήθει των πολλών οικτιρμών σου.
ισαρίθμους γαρ τη ψάμμω ωδάς
αν προσφέρωμέν σοι, βασιλεύ άγιε,
ουδέν τελούμεν άξιον
ων δέδωκας τοις σοι βοώσιν,
αλληλούια»

Ο καθηγητής μου Αθανάσιος Κομίνης, της Βυζαντινής Φιλολογίας στο πανεπιστήμιον της Αθήνας, είχε ειπεί το εξής: «θα έλεγα ότι αν απ’ ολόκληρην την υμνογραφία μας είχεν σωθή μόνον ο παραπάνω οίκος του Ακαθίστου Ύμνου, θα ήταν δυνατόν να εκτιμήσωμεν την λογοτεχνικήν δύναμιν της εκκλησιαστικής ποιήσεως και κατ’ ακολουθίαν, να επιβεβαιώσωμεν την αξίαν της και προσδιωρίσωμεν την σημασίαν της μέσ’ την παγκόσμιαν λογοτεχνία».
Η ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου είναι μια ειδική ακολουθία της Εκκλησίας μας και η διαμόρφωσίς της δεν έγινε σε συγκεκριμένην εποχή, αλλά συνετελέσθη δια μέσου των αιώνων. Εις αυτήν κύρια ποιητικά κείμενα είναι δύο: α) ο Ακάθιστος Ύμνος και β) ο κανών του Ιωσήφ του Υμνογράφου, που συνετέθη ειδικώς για αυτήν την ακολουθίαν. Τα προβλήματα που παρουσιάζει ιδίως ο Ακάθιστος Ύμνος είναι πολλά. Συμβαίνει δηλαδή και εδώ, ό,τι και με τα μεγάλα, αμφισβητούμενα έργα, π.χ τα ομηρικά έπη: Ποίος είναι ο ποιητής; Πότε συνετέθη το έργον; Για ποιόν λόγο εγράφη και εψάλη; Το πασίγνωστο προοίμιον «τη υπερμάχω» φαίνεται να έχη κάποια σχέσι με την λύτρωσι της Κων/πόλεως τω 626 από την πολιορκία των Αβάρων, όμως ο Ακάθιστος αποκλείεται να συνετέθη τότε. Προϋπήρχεν αναμφισβήτητα και ψαλλόταν προς τιμήν της θεοτόκου σε συγκεκριμένη εορτήν «των πιστών ισταμένων ορθίων» «και μη καθημένων» γι’ αυτό και Ακάθιστος Ύμνος ωνομάσθη.
Άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφθη
Ειπείν τη θεοτόκω το «χαίρε»
Και συν τη ασωμάτω φωνή
Σωματούμενόν σε θεωρών, κύριε,
Εξίστατο και ίστατο κραυγάζων προς αυτήν τοιαύτα:
Χαίρε, δι’ ής η χαρά εκλάμψει.
Ύμνος είναι το πρώτο ωλοκληρωμένον ποιητικόν σύστημα στο Βυζάντιον και Κανών το δεύτερον ποιητικόν εκκλησιαστικόν είδος, μεταγενέστερον από τον ύμνον και πιο σύνθετον απ’ αυτόν. Και τα δύο αυτά ποιητικά και μελικά ταυτοχρόνως είδη έχουν τα εξής χαρακτηριστικά: α) είναι γραμμένα σε ρυθμοτονικά μέτρα β) έχουν επενδύσει τον ρυθμικόν λόγον με μουσικόν μέλος ούτως ώστε να αποτελούν ένα αδιάσπαστο αρμονικόν σύνολον.
Χαίρε, δι’ ής η αρά εκλείψει.
Χαίρε, του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις.
Χαίρε, των δακρύων της Εύας η λύτρωσις.
Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς
Χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς
Χαίρε, ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα.
Πρέπει να σημειωθή μιλώντας δια τον Ακάθιστον Ύμνον και γενικά δια τους ύμνους, ότι έχομεν σχεδόν χάσει την μουσικήν των, κυρίως γιατί δεν μπορούμε να διαβάσωμεν τα παλαιά βυζαντινά μουσικά σύμβολα, με εξαίρεσιν τον Ακάθιστον. Κι ενώ κανείς ύμνος δεν σώζεται ολόκληρος –αφ’ ού από τον Ζ’ αι. και μετά άρχισε να παρακμάζη το είδος και να αντικαθίσταται από τον κανόνα- ο Ακάθιστος όχι μόνον σώθηκε αλλά και αγαπήθηκε από τους πιστούς όσο κανένα άλλο χριστιανικόν ποιητικόν κείμενον και ακούγεται κοντά 15 αιώνες τώρα και το σιγοψέλνουν εκατομμύρια επί εκατομμυρίων χείλη πιστών. Δεν ξέρομεν ούτε πότε εγράφη, ούτε πότε μπήκε στην λειτουργικήν πράξιν, ούτε σε ποια εορτή πρωτοχρησιμοποιήθηκε. Το πιθανότερον είναι να είναι ύμνος γραμμένος που να εψάλλετο την ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που την παλαιάν εποχήν εωρτάζετο με τα Χριστούγεννα.
Χαίρε, ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα τα πάντα.
Χαίρε, αστήρ εμφαίνων τον ήλιον.
Χαίρε, γαστήρ ενθέου σαρκώσεως.
Χαίρε, δι’ ής νεουργείται η κτίσις.
Χαίρε, δι ής προσκυνείται ο πλάστης.
Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε.
Από την άλλην ο Ιωσήφ ο υμνογράφος ζεί στον Θ’ αι και είναι ο πολυγραφώτερος απ’ όσους γνωρίζομεν. Ετίμησεν με την ποίησιν του όλους τους μέχρι της εποχής του αγίους και τις εορτές μς έναν ή περισσότερους κανόνες. Όμως Ο ίδιος δεν ήταν μελωδός, δεν είχε το χάρισμα της μουσικής εμπνεύσεως και γι’ αυτό εδανείζετο τα μέλη από τους μεγάλους μελωδούς των κανόνων. Ανάμεσα στις άλλες εορτές εποίησεν και κανόνα για να τιμήση την εορτήν κατά την οποίαν εψάλλετο ο Ακάθιστος Ύμνος.
Χριστού βίβλον έμψυχον εσφραγισμένην σε πνεύματι
Ο μέγας αρχάγγελος, αγνή, θεώμενος
Επεφώνει σοι. «Χαίρε, χαράς δοχείον,
Δι’ ής της προμήτορος αρά λυθήσεται».

Αδάμ επανόρθωσις, χαίρε, παρθένε θεόνυμφε,
Του άδου η νέκρωσις, χαίρε, πανάμωμε,
Το παλάτιον του πάντων βασιλέως.
Χαίρε, θρόνε πύρινε του παντοκράτορος.
Ο Ιωσήφ έκανε μιαν νέαν ποιητικήν δημιουργίαν, ισάξια του Ύμνου, που σήμερα μας επιβάλλεται πιο πολύ με την ποικιλίαν της μελωδίας της. Διότι εν ώ ο Ακάθιστος απώλεσεν την μελωδίαν και σήμερον μόνον ραψωδείται υπό των ιερέων, αυτός αν και δανεισθείς το μέλος υμνεί και ψάλλει με απερίγραπτον τρόπον και κάλλος τους χαιρετισμούς και τον ενθουσιασμόν που αποπνέει ο Ακάθιστος Ύμνος.
Ρόδον το αμάραντον, χαίρε, η μόνη βλαστήσασα.
Το μήλον το εύοσμον, χαίρε, η τέξασα.
Το οσφράδιον του μόνου βασιλέως.
Χαίρε, απειρόγαμε, κόσμου διάσωσμα.

Αγνείας θησαύρισμα, χαίρε, δι’ ής εκ του πτώματος
Ημών εξανέστημεν. Χαίρε, ηδύπνοον
Κρίνον, δέσποινα, πιστούς ευωδιάζον,
Θυμίαμα εύοσμον, μύρον πολύτιμον.




Στα παλάτια του Πρωτέα


ποίημα του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-



-το παρόν αφιερούται εις όλους εκείνους
τους αυτόχειρες της πατρίδας μας, που
απονενοημένοι, προτίμησαν να
αναλάβουν το κόστος της αμαρτίας αυτής,
λόγω του ότι δεν αντέξαν να βλέπουν τον
αργό θάνατό τους, που κάποιοι τους
επιδαψιλεύσαν στανικώς.

Σαν βούτηξε εκεί στα καθαρά νερά
με μια πέτρα στο λαιμό του,
έκλεισε επώδυνα τα μάτια του
κι άρχισε να ζή το όνειρό του.

Νεράιδες της θάλασσας πολλές
αμέσως γλυκά τον εσηκώσαν
και τραγουδιστά, ονειρικά
μ’ ένα μαγικό φιλί τον εσώσαν.

Κι όλες μαζί μεσ’ τα μπουγάζια
άρχίσαν να τον οδηγουν στον Πρωτέα,
στα παλάτια του εκεί στα βάθη,
στων ωκεανών των, τον αρχιερέα.

Κολώνες αρχαίων ολυμπίων ρυθμών
και γυμνόστηθες σειρήνες,
με χαμόγελα εσώτερα τον σπρώχναν,
στου παλατιού των τους πυρήνες.

Ο Πρωτέας σαν εκείνον είδε,
τον έβαλε να καθίση δίπλα του,
φωνάζοντας πλάσματα του βυθού
να υπακούν σε κάθε ρήτρα του.

Και καθότανε και χαιρότανε εκεί
δίχως έγνοια του τον ανύπαρκτο χρόνο
σαν άλλοτε ο βασιλιάς Δυσσέας
στου Φαίακ’ Αλκινόου το θρόνο.

Και μέσ’ την απέραντη παραζάλη
και τα ονειρικά τοπία του βυθού
ένοιωθε πως εκεί του ήρμοζε
να ζή κάλλιο από γεννησιμιού

Το τραγούδι:



Παθολογία πολιτευμάτων (ΜΕΡΟΣ Ε’)

επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-

Ι. ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ

Εις το Ε΄ βιβλίον των «πολιτικών» του ο Αριστοτέλης ομιλεί δια τας πολιτειακάς αλλαγάς, από ποία πολιτεύματα δηλαδή εκπηδούμε εις άλλα ή το ζήτημα του αιτήματος δια ισότητα, η φυσική εντολή, η τάσις δια διάκρισιν, η πολιτική διακήρυξις της ισότητος, το ίσον κατέχειν και ποίες οι αναλογίες αυτού. Η πόλις είναι διαρκώς εις πόλωσιν και ούτως υπάρχουν πάντοτε οι ζητούντες την ισότηταν και οι εναντίοι αυτών. Στην Σπάρτην υπήρχαν ως «όμοιοι» αλλά υπήρχεν και ομοιοκρατία;
Εις τηνουσίαν υπάρχουν οι γνώριμοι και οι αγνώτες, αυτοί που διακρίνονται, οι γνωστοί και οι άσημοι. Όπως εις τα άτομα υπάρχουν και οι δυο τύποι ανθρώπων απ’ αυτούς έτσι και εις τας πολιτείας. Υπάρχουν οι ίσοι αλλά και οι περισσότερο ίσοι μεταξύ των πολιτών. Εάν έλθη σύγκρουσις και υπάρχει το όντι ισοσθένεια τότε η πόλις θα καταστραφή. Όμως είτε οι ολίγοι νικήσουν και καταστή ολιγαρχία είτε οι πολλοί  και γίνει δημοκρατία η ισορροπία θραύει και η concordia ordinum παυεί να υφίσταται. Ωστόσο μια μορφή πολιτεύματος και εις τοιαύτην περίπτωσιν, ως μορφή παρεμβάσεως θα υφίσταται και τότε.
Η αταξία , ήτοι η αταξική κοινωνία είναι τι το αδιανόητον. Οι σοσιαλιστές δεν ανεγνώρισαν τον πρώτον εξ αυτών τον Πλάτωνα ως πρόγονό των. Με τον Αριστοτέλη έχομεν πραγματισμόν ως απομυθοποίησιν του μύθου. Η ιστορία διδάσκει ότι κάθε εποχή αναγνωρίζει διαφορετικόν «τίμιον», καθ’ ό υπερέχουν οι εκάστοτε γνώριμοι, άλλοτε δηλαδή έχομεν τον πλούτον, άλλοτε και σπανίως την αρετή. «Τίμιον» είναι ότι ο Νούς ένειμεν ως πλέον πολύτιμον δια μιαν συγκεκριμένην εποχή και άρα τούτο , αφ’ ού ο νούς τίει, εκτιμά, το τίμιον καθιερώνεται, αποδίδεται υπό των εκάστοτε αρχόντων.
Εις την πολιτείαν συνήθως οι έχοντες κάπως αρετήν δεν επιθυμούν την αρχήν. Εν τέλει δυνάμεθα να έχομεν 36 δυνατάς μεταβάσεις από τα 6 βασικά πολιτεύματα. Οι περιπτώσεις αυξάνονται διότι εκτός των βασικών πολιτειακών μορφών υπάρχουν και οι παραλλαγές. Θα έφταναν αυτές τελικώς τας 158, όσες περιγραφές πολιτευμάτων έγραψεν και ο Αριστοτέλης; Άγνωστον. Η παθολογία του Αριστοτέλους ομοιάζει με ένα ισοσκελές τρίγωνον ένθα η «Πολιτεία» είναι ένα τραπέζιον εν τω μέσω αυτού. Προς τα άνω έχομεν μορφάς ολιγαρχίας εν ώ προς τα κάτω δημοκρατίας.
Προκειμένου λοιπόν να μην έλθωμεν εις ημαρτημένας μορφάς δέον να λαμβάνωμεν υπόψη την αριθμητικήν ισότητα, την αρχήν της πλειοψηφίας αλλά και την αξία των ανθρώπων. Οι άνθρωποι είναι άνισοι μεταξύ των και απαιτείται υποχώρησις των υπερεχόντων και ανύψωσις των υποδεεστέρων. Αύτη είναι η εκ των μέσων συγκείμενη «Πολιτεία». Παραδείγματα της κατά μόριον αλλαγής των πολιτευμάτων δυνάμεθα να αναλογισθώμεν την Σπάρτην πως ήτο επί εποχής ένθα εβασίλευεν ο Παυσανίας και πως επί εποχής Λυσσάνδρου ή την ύπαρξιν βουλής εις την Επίδαμνον κάτι ως μέσον μεταξύ ενός άρχοντος και του πλήθους.

ΙΑ. ΕΚ ΤΙΝΩΝ ΑΙ ΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΙ ΜΕΤΑΒΟΛΑΙ

Εναντίωσις εις τι το νόμιμον αποτελεί στάσιν. Απαιτείται η ψυχική προετοιμασία, η έφεσις δια να προχωρήση τις εις τι τοιούτον. Στασιάζουν οι εφιέμενοι, επειδή νομίζουν ότι έχουν λιγότερα απ’ άλλους αλλά και εκείνοι οι οποίοι νομίζουν τους εαυτούς των υπέρτερους και όμως είναι ίσοι ή έλαττοι  των άλλων.
Σύγκρουσις επέρχεται τότε βάσει του «πλεονεκτείν» πέραν του νομίμου, τι όπερ δίδει υπεροχήν και εξούσιαν ανηθίκως. Οι πλέον αδικαιολόγητοι είναι οι δεύτεροι εκτός κι αν διακρίνονται τω όντι εξ αρετής. Εις τας συγκρούσεις αι επιδιώξεις είναι το κέρδος, η τιμή και τα αντίθετα αι συνέπειαι δια τους ηττημένους, ήτοι η ατιμία και η ζημία. Άπαντα συμπτύσσονται εις τον όρον «τίμιον». Εις τούτο ως όρον συγκλίνουν το κέρδος, η τιμή, η ύβρις, ο φόβος, η υπεροχή, η καταφρόνησις και η αύξησις παρά το ανάλογον (παράλογον κέρδος). Το «τίμιον» είναι το ηθικόν, το πνευματικόν, το οικονομικόν, το πολιτικόν ενάρετον μέγεθος.

ΙΒ. ΑΝΑΛΥΣΙΣ ΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ

Αι στάσεις απορρέουν εκ του υβρισμού των αρχόντων, των αρχών και των πλεονεκτούντων, εκ της κλοπής εκ των κοινών. Εκ της διογκώσεως της δυνάμεως κάποιου πάνω απ’ τα όρια τα ανεκτά της πόλεως, διότι ασφαλώς εκάστη πόλις και πολιτεία επιτρέπει μέχρις ενός ορίου την «τιμήν» των πολιτών της. Η υπεροχή τινών επιτρέπει την ανάπτυξιν της μοναρχίας ή της δυναστείας. Δια τούτο και μερικοί συνηθίζουν να «οστρακίζουν», όπως η Αθήνα και το Άργος. Καλύτερον όμως κατά τον Αριστοτέλην του οστρακισμού ει΄ναι η εποπτεία και η πρόβλεψις ώστε αν υπάρξη υπεροχή κάπου να επέλθη ταχέως η ίασις.
Έχομεν από την μια κάποτε τους αδικηκότας και από την άλλην τους φοβουμένους να μην αδικηθούν οι οποίοι και στασιάζουν βουλόμενοι να προφθάσουν την αδικίαν και να μην αδικηθούν εν τέλει. Η τόλμη τελικώς νικά τον φόβον και επισωρρεύεται εις άλλους…

(συνεχίζεται)


Ὁ «ἀφορισμὸς» τοῦ Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντη





Τὸ δεύτερο βιβλίο τοῦ Πέτρου Γεωργαντζῆ φέρει τὸν τίτλο “ἀφορισμὸς” τοῦ ἈλεξάνδρουὙψηλάντη, (σελίδες 310), καὶ ἀσχολεῖται μὲ τὸν «ἀφορισμὸ», ποὺ ἐξέδωσε τὸ Πατριαρχεῖο, γιὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ κατηγοροῦν τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Γρηγόριο Ε´. Τὸ σημαντικὸ αὐτὸ βιβλίο διαιρεῖται σὲ δύο μέρη. Τὸ πρῶτο ἔχει τίτλο: «ἱστορικὴ διερεύνηση τοῦ “ἀφορισμοῦ” τοῦ  Μαρτίου 1821», καὶ τὸ δεύτερο μέρος τιτλοφορεῖται «ἐκκλησιαστικὸκανονικὴ διερεύνηση τοῦ “ἀφορισμοῦ”». Στὰ δύο αὐτὰ μέρη τοῦ βιβλίου ὑπάρχουν διάφορα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δίνουν πολλὲς πληροφορίες καὶ προσφέρουν πολύτιμο ὑλικὸ γιὰ τὴν κατανόηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ παρατηρηθῆ εἶναι ὅτι ὁ συγγραφεὺς τοῦ ἀξιόλογου αὐτοῦ βιβλίου θέτει πάντοτε τὴν λέξη «ἀφορισμὸς» μέσα σὲ εἰσαγωγικά, γιατί δὲν ἀποδέχεται ὅτι τὸ κείμενο ποὺ ἐξεδόθη ἦταν ἀφοριστικό, γιὰ τοὺς λόγους ποὺ θὰ ἐκτεθοῦν ἐν συντομία. Στὸ βιβλίο αὐτὸ δίνονται  πάρα πολλὰ στοιχεῖα γύρω ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα ὁδήγησαν στὴν ἔκδοση αὐτοῦ το«ἀφορισμοῦ». Εἶναι δὲ ἀπαραίτητο νὰ διερευνῶνται τὰ δεδομένα αὐτά, γιατί διαφορετικὰ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἑρμηνεύση παρόμοια φαινόμενα καὶ γεγονότα. Εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ τίτλοι τῶν κεφαλαίων τοῦ α´ μέρους, ἤτοι: «χαρακτηρισμὸς τοῦ "ἀφορισμοῦ"», «πρῶτες διερευνήσεις περὶ τοῦ"ἀφορισμοῦ"», «συνθῆκες γραφῆς τοῦ "ἀφορισμοῦ"», «συγγραφέας τοῦ "ἀφορισμοῦ"», «οἱ δοκιμασίες τῶν Ἀρχιερέων πρὸ τοῦ "ἀφορισμοῦ"», «οἱ ἀποδέκτες τῶν κειμένων», «χρόνος ὑπογραφῆς τοῦ"ἀφορισμοῦ"», «γιατί ἔγιναν δύο"ἀφοριστικὰ" κείμενα», «κομιστὲς τῶν κειμένων», «ἡ τύχη καὶ ἡ συμπεριφορὰ τῶν Συνοδικῶν μετὰ τὸν"ἀφορισμό"», «οἱ Συνοδικοὶ ἀρχιερεῖς καὶ ἡ Φιλικὴ Ἑταιρεία». Καὶ μόνον οἱ τίτλοι τῶν κεφαλαίων δείχνουν τὴν σπουδαιότητα τοῦ βιβλίου καὶ τῶν ἐπὶ μέρους ἀναλύσεων. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ δοῦμε, ἔστω σύντομα, μερικὰ ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικότερα στοιχεῖα, ποὺ συνδέονται μὲ τὸν «ἀφορισμό», καὶ τὰ ὁποῖα δείχνουν τὰ πραγματικὰ δεδομένα κάτω ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐγράφη καὶ ὑπεγράφη ὁ «ἀφορισμός». Τὸ πρῶτο σημεῖο εἶναι ὅτι ὁ «ἀφορισμὸς» δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς βουλήσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄ , οὔτε κν τῶν Συνοδικῶν Ἀρχιερέων, ἀλλὰ ἦταν ἀπόφαση μιᾶς μεγάλης Κληρικολαϊκῆς Συνελεύσεως, ποὺ ἀποτελεῖτο ἀπὸ 72 ἐγκρίτους Ρωμηοὺς τῆς Πόλης, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 49 ἦταν λαϊκοὶ καὶ οἱ 23 Κληρικοὶ - Ἀρχιερεῖς. Στὴν Κληρικολαϊκὴ αὐτὴ σύναξη ἀποφασίστηκε,  οἱ μὲν λαϊκοὶ νὰ ὑποβάλλουν ἀναφορὰ ἀποκηρύξεως τῆς  ἐπαναστάσεως  καὶ δήλωση ὑποταγῆς, οἱ δὲ Κληρικοὶ νὰ συνθέσουν τὴν  πράξη τοῦ  ἀφορισμοῦ, ποὺ τοὺς ζητήθηκε ἀπὸ τὴν Ὑψηλὴ Πύλη, καὶ αὐτό, βέβαια, γιὰ νὰ καθησυχάσουν τοὺς Τούρκους, ἐπειδὴ  οἱ συνθῆκες ἦταν τραγικὲς γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ ἀπειλοῦντο μὲ σφαγή. Στοὺς 49 λαϊκοὺς ποὺ ἦταν παρόντες, συμμετεῖχαν ὁ πρώην ἡγεμόνας τῆς  Βλαχίας, ὁ μεγάλος διερμηνέας τῆς Πύλης, ὁ διερμηνέας τοῦ στόλου, ὅλοι οἱ ἔγκριτοι «πολιτικοί», δηλαδὴ «ἐπίτροποι τοῦ κοινοῦ», οἱ Ἕλληνες μεγαλέμποροι τῆς Πόλεως, οἱ ἀρχιτεχνίτες, οἱ προ-ϊστάμενοι τῶν συντεχνιῶν κλπ. Καὶ στοὺς 23 Κληρικοὺς συγκαταλέγονται 2 Πατριάρχες καὶ 21 Ἀρχιερεῖς. Ὅλοι αὐτοὶ βρίσκονταν κάτω ἀπὸ ἀσφυκτικὴ πίεση, ζοῦσαν τὸ δράμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Πόλης καὶ ἔπρεπε νὰ πάρουν μιὰ ἀπόφαση γιὰ νὰ διασώσουν τοὺς Ρωμηοὺς τῆς Πόλης ἀπὸ βέβαιη σφαγή.Τὸ δεύτερο σημεῖο εἶναι ὅτι ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος ἀνέλαβε τὸ χρέος νὰ συντάξη ἕνα «ἀφοριστικὸ» κείμενο, μὲ τρόπο ὅμως ποὺ νὰ μὴ προκαλέση κακὸ στὸ Ἔθνος. Αὐτὸ ἐπιτεύχθηκε μὲ πολλοὺς τρόπους.Κατ᾽ ἀρχάς κωλυσιεργοῦσαν οἱ Πατριαρχικοὶ στὴν σύνταξη τοῦ «ἀφοριστικοῦ» ἐγγράφου. Ἡ κήρυξη τῆς Ἐπαναστάσεως ἔγινε ἀπὸ τὸν Ὑψηλάντη στὸ Ἰάσιο τῆς Μολδαβίας τὴν 24η Φεβρουαρίου 1821.Τὸ πρῶτο «ἀφοριστικὸ» ἔγγραφο ἔγινε μετὰ ἀπὸ ἕνα μήνα, ἤτοι τὴν 23η Μαρτίου 1821, καί, βέβαια, ἔφθασε στὸν προορισμὸ του μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ὅταν ἡ Ἐπανά-σταση ἄρχισε στὴν Πελοπόννησο.Ἔπειτα χρειάστηκε νὰ γίνουν δύο «ἀφοριστικὰ» ἔγγραφα, καὶ αὐτὸ ἦταν μέσα στὸν διπλωματικὸ τρόπο, μὲ  τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦσαν οἱ Πατριαρχικοί. Τὸ πρῶτο ἐστάλη σὲ ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς (23 Μαρτίου) καὶ ἦταν γραμμένο κατὰ τέτοιον τρόπο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῆ ἀφορισμὸς «φ ὅσον δὲν εἶχε οὔτε κν τὶς τυπικὰ συνηθισμένες ἀφοριστικὲς ἐκφράσεις», καὶ τὸ δεύτερο ἐγράφη μετὰ ἀπὸ 4 ἡμέρες, ἤτοι τὴν 27η Μαρτίου, ὅταν οἱ Τοῦρκοι κατάλαβαν τὴν πλεκτάνη καὶ τὴν ἀπάτη, καὶ στὴν οὐσία ἀπεστάλη μόνο σὲ ἕναν Μητροπολίτη,τὸν Μητροπολίτη Οὐγγροβλαχίας. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ τὰ δύο αὐτὰ «ἀφοριστικὰ» κείμενα δὲν ἐξετέλεσαν τὸν προορισμό τους. Τὸ τρίτο σημεῖο εἶναι ὅτι οἱ Πα-τριαρχικοὶ πλήρωσαν πολὺ ἀκριβὰ τὴν ἐνέργειά τους αὐτή, ἀκριβῶς γιατί ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οἱ Τοῦρκοι ἀντελήφθησαν τὴν πλεκτάνη τους. Ἀπὸ τοὺς 23 Ἀρχιερεῖς ποὺ ὑπέγραψαν τὸ «ἀφοριστικὸ» κείμενο, τὸ ἕνα τρίτο (1/3), συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε ΄, πλήρωσαν μὲτὴν ζωὴ τους τὴν «ἀπιστία» τους πρὸς τὸν Σουλτάνο, τὸ ἄλλο 1/3 δοκιμάστηκε σκληρὰ μὲ φυλακίσεις, ἐξορίες καὶ περιορισμούς. Ἐπίσης, πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι τὸ 1/5 ἀπὸ τοὺς Συνοδικοὺς Ἀρχιερεῖς ἔλαβε μέρος στὴν Ἐπανάσταση.  Ἀκόμη εἶναι σημαντικὸ νὰ λεχθῆ ὅτι τὸ 1/3 τῶν Συνοδικῶν Ἀρχιερέων ἦταν «πλεγμένοι στὶς μηχανορραφίες» τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, καίτοι στὰ «ἀφοριστικὰ» κείμενα γράφουν ὅτι  πρώτη φορὰ λάμβαναν γνώση γιὰ τὴν σύσταση καὶ τοὺς σκοποὺς τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας.Χάρη τῆς ἱστορίας πρέπει νὰἀναφερθῆ ὅτι τὸ πρῶτο «ἀφοριστικὸ» κείμενο, τὴν λεγομένη «ἀπανταχοσα», ὑπέγραψε  καὶ  ὁ τότε εὑρισκόμενος στὴν Πόλη Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ ρτης Ἄνθιμος. Ὅμως καὶ ἐκεῖνος, ὅπως καὶ ἄλλοι, ὅταν ἐπέστρεψαν στὶς Ἐπαρχίες τους, ἐξεδήλωσαν τὰ πραγματικά τους αἰσθήματα καὶ ἀναδείχθηκαν μεγάλοι ἀγωνιστές. Οἱ Τοῦρκοι συνέλαβαν τὸν Ναυπάκτου καὶ ρτης Ἄνθιμο, ἐπειδὴ τὸν θεώρησαν «συνένοχο καὶ κύ-ριο ὑπεύθυνο τῆς ἐξεγέρσεως τῶνΡουμελιωτῶν κατὰ τῆς σουλτανικῆς αὐτοκρατορίας» καὶ χωρὶς δίκη καὶ ἀπολογία τὸν ἔκλεισαν στὶς φυλακὲς τοῦ Φρουρίου τῆς Ἄρτας, «ὅπου βασάνους πολλάς καὶ τυραννίας ὑπέμεινεν γενναίως καὶ καθείρξεις παρὰ τῶν Ὀθωμανῶν, ἐμπαιγμοὺς τὲ καὶ κολαφισμοὺς καὶ πλεῖστα ἄλλα δεινά».Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του, συνελήφθηκε ἐκ νέου καὶ ἐξορίστηκε στὰ Μετέωρα καί, ὅταν ἀργότερα τὸ 1825 ἐλευθερώθηκε, κατέφυγε στὴν Ν. Ἑλλάδα, γιὰ νὰ συμμετάσχη ἐνεργὰ στὶς μετέπειτα φάσεις τοῦ ἀγώνα. Ὀνομάστηκε μάλιστα γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ βασανιστήρια ποὺ πέρασε «πολύαθλος».Εἶναι σημαντικό το βιβλίο αὐτό, γιατί δείχνει τὶς θυσίες, στὶς ὁποῖες ὑποβλήθηκε τὸ ἔθνος ὁλόκληρο, γιὰ νὰ ἐπιτευχθῆ ἡ ἐλευθερία, καθὼς ἐπίσης καὶ τὶς θυσίες καὶ τὴν διπλωματικότητα, ποὺ ἐπεδείκνυετὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Ἄλλοτε ἀντιμετώπιζε μὲ ἐπιτυχία τὰ ρεύματα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ διαφωτισμοῦ, ὁ ὁποῖος στρεφόταν ἐναντίον τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, καὶ ἄλλοτε ἀντιμετώπιζε μὲ διακριτικότητα καὶ ὡριμότητα τὴν βαρβαρότητα τῶν Ὀθωμανῶν. Ἡ σημαντικότερη συμβολὴ τοῦ κ. Πέτρου Γεωργαντζῆ στὸ θέμα αὐτὸ εἶναι ὅτι μὲ ἰσχυρὰ κανονικὰ ἐπιχειρήματα ἀποδεικνύει ὅτι τὸ λεγόμενο «ἀφοριστικὸ» αὐτὸ κείμενο, ἀπὸ πλευρᾶς κανονικότητος, δὲν μπορεῖ νὰ ὀνομασθῆ ἀφορισμός, καὶ μάλιστα αὐτὸ ἔγινε ἐν γνώσει τοῦ συντάκτου τοκειμένου καὶ τῶν ὑπογραψάντων αὐτό. Πολλὰ ἐπιχειρήματα χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ στηρίξη τὴν ἄποψη ὅτι ὁ «ἀφορισμὸς» δὲν ἐξεδόθη μὲ τὶς ἀπαραίτητες κανονικὲς προϋποθέσεις. Ἐπίσης, σημειώνεται ὅτι γιὰ νὰ εἶναι ὁ ἀφορισμὸς «ἐνεργείᾳ» καὶ «τελεστός», θὰ  πρέπει τὸ κείμενό του «νὰ εἶναι ὁπωσδήποτε διατυπωμένο σὲ ἔγκλιση ὁριστικὴ ἁπλὴ καὶ ὄχι δυνητικὴ εὐχετική, χρόνο δὲ ἐνεστώτα παροντικὸ ἄχρονο καὶ ὄχι ἀποπειρατικό, καὶ σὲ β´ πρόσωπο». Τὸ «ἀφοριστικὸ» κείμενο γιὰ τὸν Ὑψηλάντη δὲν εἶχε ὅλες αὐτὲς τὶςπροϋποθέσεις. Ἐκτός τοῦ ὅτι δὲν ἐξεδόθη μὲ τὶς ἀπαραίτητες κανονικὲς προ-ϋποθέσεις, συγχρόνως τὸ πρῶτο κείμενο τοῦ «ἀφορισμοῦ» εἶναι διατυπωμένο σὲ ἔγκλιση εὐχετικὴ εὐκτικὴ («ἀφωρισμένοι ὑπάρχειεν»), στὸ δὲ δεύτερο «ἀφοριστικὸ» κείμενο ἀπὸ τοὺς 12 ρηματικοὺς τύπους, οἱ 8 εἶναι σὲ ἔγκλιση εὐχετικὴ εὐκτική, οἱ 3 σὲ ἔγκλιση προστακτικὴ καὶ μόνο 1 σὲ ἔγκλιση ὁριστική, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση δὲν εἶναι διατυπωμένο σὲ δεύτερο πρόσωπο ἑνικοῦ πληθυντικοῦ ἀριθμοῦ. Διαβάζοντας κανεὶς τὰ δύο αὐτὰ βιβλία, διαπιστώνει ὅτι ἡ μελέτη τῆς ἱστορίας ἀπαιτεῖ σοβαρότητα, ὑπευθυνότητα, γνώση ὅλου τοἀρχειακοῦ ὑλικοῦ, καὶ πρὸ παντὸς ἀποδέσμευση ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν δια-φόρων ἰδεολογικῶν ἀντιλήψεων. Ἐπίσης, στενοχωρεῖται γιὰ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον ἀναλύουν τὰ θέματα αὐτὰ ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι προκατειλημμένοι, ὅπως γίνεται,δυστυχῶς, πρόσφατα. Ἐπικαλοῦνται τὴν ἔρευνα, ἀλλὰ δυστυχῶς η «ἔρευνα» εἶναι ἐπιλεκτική.

«Οι αρχιερείς και η επανάστασις του 1821»
Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου




Ο εθνικός χαρακτήρας της ελληνικής επαναστάσεως (ΜΕΡΟΣ Ε’)

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-


Από το Πατριαρχείο άρχισε, η αργή αλλά σταθερή οργάνωσις του ελληνισμού. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί, στη συνοικία Φανάρι της Κων/πόλεως, όπου ευρίσκετο το Πατριαρχείο, πολλοί από τους παλαιούς βυζαντινούς άρχοντες, που δεν είχαν φύγει στην Δύση και εκεί πρωτοσχηματίσθηκε η κοινωνική ομάδα των αρχόντων, που είναι γνωστοί με το όνομα «Φαναριώτες». Μέσα από το Πατριαρχείο, που είχε και δικαστικές αρμοδιότητες, για ωρισμένες από τις διαφορές των Ελλήνων, εκπορεύτηκαν οι πρώτες ελληνικές ελπίδες για προστασία απέναντι στην αυθαιρεσία των Τούρκων, για να σταματήση το παιδομάζωμα, για να προστατευθή το δικαίωμα των υποδούλων να ζήσουν. Μέσα από την κοινωνικήν ομάδα των φαναριωτών πρωτοεξεπήδησαν κάποιες εμπορικές δραστηριότητες, η παιδεία και κυρίως η πρόσβασις στον τουρκικόν κρατικόν μηχανισμόν.

Η ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΥΛΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Μεγάλη σημασία για την επιβίωσιν του ελληνισμού και για την διατήρησιν της εθνικής του ταυτότητος ήταν οι κοινότητες, ένας θεσμός που υπήρχεν από την βυζαντινήν εποχήν. Οι Τούρκοι δεν κατάργησαν τον θεσμόν αυτόν και για τον λόγον ότι τους εξυπηρετούσε στην συλλογή των φόρων. Κάθε ελληνικό χωριό ή κάθε ελληνική κοινότητα σε χωριά και πόλεις με μεικτόν πληθυσμόν έπρεπε να πληρώνη έναν ετήσιον προκαθορισμένον φόρον. Η κατανομή του στους κατοίκους ήταν εσωτερική υπόθεσις της κοινότητος. Απ’ αυτήν την ανάγκη, οι Τούρκοι είχαν συμφέρον να υπάρχουν καλώς οργανωμένες κοινότητες. Οι Έλληνες είχαν έτσι την δυνατότητα να επιλύουν πολλά προβλήματά τους δίχως την παρέμβασιν του κατακτητού και κυρίως να οργανώνονται ως χωριστή εθνική-θρησκευτική ομάδα. Επικεφαλής των ελληνικών κοινοτήτων ήταν οι δημογέροντες, οι πιο πλούσιοι του τόπου, που εκλέγονταν από τους άλλους ευκατάστατους του ιδίου τόπου. Σύντομα αυτοί οι κοινοτικοί άρχοντες απέκτησαν μεγάλην δύναμιν και απετέλεσαν μιαν ισχυρήν κοινωνικήν ομάδαν

Η ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

«Μέλη εκάστης κοινότητος ηδύναντο να είναι μόνον εντόπιοι, μονίμως κατοικούντες εις αυτάς και όντες ραγιάδες της Υψηλής Πόρτας. Την ιδιότητα δε του ραγιά προσέδιδεν η πληρωμή του «κεφαλοχαρατζίου»…Οι διοικούντες τας κοινότητας ονομαζόμενοι κοτζαμπάσηδες, δημογέροντες, γέροντες, επίτροποι ή προεστοί δεν διωρίζοντο παρά της τουρκικής αρχής, αλλ’ εξελέγοντο υπό των κατοίκων. Η εκλογή δε αυτών συνήθως επεκυρούτο υπό ταύτης… Οι κοινοτικοί άρχοντες εξελέγοντο δι έν έτος, ηδύναντο δε να επανεκλέγονται. Η εκλογή τούτων ήτο κατά κανόναν άμεσος και εγίνετο εν κοινή συνελεύσει των κατοίκων δια βοής…Εκλέξιμοι δεν ήσαν πάντες οι κάτοικοι. Εις τας πλείστας των ελληνικών περιοχών ούτοι διηρούντο εις τάξεις… Συνήθως η διαίρεσις εις τάξεις αφεώρα το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, εκλεγομένων ως δημογερόντων μόνο των ανηκόντων εις την ανωτέραν τάξιν… Η απονομή του δικαιώματος του εκλέγεσθαι εις τους επιφανεστέρους λόγω καταγωγής και πλούτου κατοίκους απετέλει μέχρι τινός ανάγκην και εδικαιολογείτο καθόσον μεταξύ αυτών ευρίσκοντο οι πλέον μορφωμένοι και οι παρέχοντες τα περισσότερα εχέγγυα καλής διοικήσεως, δεδομένου μάλιστα ότι ούτοι συνήθως δεν εξήσκουν βιοποριστικόν επάγγελμα και είχον ούτως εις την διάθεσίν των όλον τον απαιτούμενον χρόνον προς διοίκησιν των κοινών… Αντιθέτως το δικαίωμα του εκλέγειν ανήκεν εις όλους τους κατοίκους αδιακρίτως κοινωνικής τάξεως… Οι κοινοτικοί άρχοντες ημείβοντο… Και αλλαχού μεν αυτή η αμοιβή ήτο μόνον χρηματική, εις άλλα όμως μέρη οι δημογέροντες ελάμβανον ωρισμένα εκ των εσόδων της κοινότητος… Οι δημογέροντες εξεπροσώπουν την κοινότητα εις τας μετά των Τούρκων σχέσεις και είχον υποχρέωσιν να εμφανίζονται ενώπιον οιασδήποτε τουρκικής αρχής. Τούτο όχι μόνον τους υπέβαλλεν εις δαπάνας, διότι αι επισκέψεις και υποδοχαί των Τούρκων υπαλλήλων συνωδεύοντο συνήθως με δώρα, αλλ’ ήτο ενίοτε και επικίνδυνον. Δια τους λόγους αυτούς αι διδόμεναι εις τους δημογέροντας αμοιβαί ήσαν δικαιολογημέναι…» (Ι. Τ. Βισβίζη «Η κοινοτική διοίκησις των Ελλήνων κατά την τουρκοκρατίαν»).

Ο ΑΓΩΝ ΔΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΙΝ

Η συγκρότησις εξουσίας –τοπικής πρώτα, περιφερειακής και κεντρικής ύστερα- ήταν ανάγκη επιτακτική δια την διεξαγωγή του αγώνος, δια την στρατολόγησιν δυνάμεων, δια την συντήρησίν των, δια τον σχεδιασμόν των επιχειρήσεων. Πυρήνες πολιτικής εξουσίας προϋπήρχαν  και ήταν οι πρόκριτοι που διεχειρίζονταν την εξουσίαν, εισέπρατταν φόρους, συντηρούσαν ή είχαν την δυνατότητα να συντηρήσουν για λογαριασμόν τους ένοπλα τμήματα. Στην πορείαν όμως του αγώνα αναδείχτηκαν και νέοι ηγέτες, καταξιωμένοι εις τα πεδία των μαχών, οι κλεφτοκαπεταναίοι, που ήταν εμπειροπόλεμοι. Οι πρόκριτοι ένοιωθαν την εξουσίαν των να αμφισβητείται. Οι νέοι, οι πολεμικοί ηγέτες δεν ανέχονταν τον παραγκωνισμόν των, γιατί εθεώρουν αυτονόητον ότι αυτοί έπρεπε να διευθύνουν ουσιαστιά τις επιχειρήσεις, διαφορετικά θα ήσαν μονίμως εξηρτημένοι, δια στρατιωτικά θέματα από τους προκρίτους. Όταν λοπόν διώχτηκαν οι Τούρκοι, το κενό εξουσίας επεδίωξαν να το καλύψουν οι παλιοί πρόκριτοι και οι νέοι πολεμικοί ηγέτες. Οι πρώτοι είχαν πείρα, χρήματα και πολιτικήν μεθοδολογία, οι δεύτεροι είχαν αίγλη. Στα πρώτα τοπικά συμβούλια όπως το Αχαϊκό Διευθυντήριον, την Μεσσηνιακήν Γερουσίαν, την Καγκελαρίαν του Άργους κα. Επικράτησαν με την παρουσία των οι προεστοί και οι αρχιερείς. Αυτοί πρώτοι κινήθηκαν για την δημιουργίαν κεντρικής εξουσίας εις την Πελοπόννησον. Ο σκοπός των ήταν να κατοχυρώσουν, δηλαδή να συνεχίσουν, αδιαφιλονίκητα την εξουσίαν των, να εισπράττουν τα δημόσια έσοδα, όπως και πρίν και να διευθύνουν τον αγώνα.

(συνεχίζεται)

-το παρόν άρθρον εδημοσιεύθη
εις δύο μέρη στην εφημερίδα «Ελεύθερος» την Παρασκευή 25 Μαρτίου
και την Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011



Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΩΝ

ποίημα του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-




Κάποιο σκυλί μακρυά μεσ’ το σκότος
Με πόνο και παράπον’ αλυχτούσε.
Ο αγέρας δυνατός, αγέρωχος
Ψυχρός κι αδυσώπητος λυσσομανούσε.

Σε κάθε δένδρο ψηλό και αεικοίμητο
Μια ψυχή χανότανε πικρά.
Γέμισαν οι συνοικίες κ’ η πολιτεία
Όλη, κορμιά κρεμασμένα οικτρά.

Ο θάνατος ως ήχος αηδιαστικός σφύριζε
Μέσα απ’ τα ντουβάρια των σπιτιών.
Το δρεπάνι του Χάρου θέριζε φοβερά
Κεφάλια αθώα, αθώων πολιτών.

Και καθώς ο αποκρουστικός αγέρας
Συνέχιζε να γδέρνει αιματοβαμμένες καρδιές
Οι κρεμασμένοι πηγαινοέρχονταν
Απάνω στις ξεφτισμένες απ’ όνειρα θηλιές.


Το τραγούδι:



Ο εθνικός χαρακτήρας της ελληνικής επαναστάσεως (ΜΕΡΟΣ Δ’)

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-

«Οι Έλληνες εξεγειρόμενοι μαζικά εναντίον του καταπιεστή τους –του σουλτάνου- θα ήταν δυνατόν να συγκριθούν με τους καρβονάρους, με τους Ιταλούς συνωμότες, που ο τσάρος Αλέξανδρος μισούσε το «ιακωβίνικο» τους πνεύμα και ζητούσε την συντριβή τους στις συνεδριάσεις του Λάυμπαχ; Κανένας δεσμός δεν είχε υπάρξει ποτέ μεταξύ των τριών χερσονήσων της Μεσογείου. Οι Έλληνες δεν είχαν κανέναν πράκτορα στην Ιταλία, ούτε στην Ισπανία. Το δημοκρατικόν πνεύμα δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτούς. Αν αποκτούσαν την ελευθερία, θα ζητούσαν πιθανόν από την Ευρώπη έναν βασιλιά. Σ’ αυτούς το θρησκευτικό και εθνικόν ζήτημα είχεν την πρώτη θέσιν»
(Ιω. Καποδίστριας)

Ξεκινώντας την επανάστασιν οι Έλληνες ένοιωθαν πολύ περισσότερο την ανάγκη να διαλύσουν κάθε υπόνοια ότι η δική τους κίνησις έχει οποιαδήποτε σχέσιν με γιακωβίνους, καρμπονάρους, ανατρεπτικούς, κοινωνικούς ταραξίες και να δημιουργήσουν την εντύπωσιν ότι η επανάστασις είναι εθνική μόνο.
Αυτός ίσως να είναι και ένας λόγος που εξηγεί τον παραμερισμόν και του ονόματος και του εμβλήματος της Φιλικής, που από τα μέλη της «Ιερά Συμμαχίας» μπορούσε κι αυτή να χαρακτηριστή μια στασιαστική οργάνωσις. Σαφείς δηλώσεις δια την καθαρά εθνική –και όχι κοινωνική- ιδεολογία της Επανάστασης βρίσκουμε σε όλα τα πρώτα κείμενα διακηρύξεων, στην προκήρυξιν του Υψηλάντη, στην διακήρυξιν της Μεσσηνιακής Γερουσίας, του Αχαϊκού Διευθυντηρίου, της πρώτης Εθνοσυνελεύσεως. Την ίδια προσπάθεια διακρίνουμε στην «δημηγορία» του Κολοκοτρώνη στα Τρίκορφα, όπου προσπάθησε να αποτρέψη αιματοχυσία –σύγκρουσιν στρατού και προεστών- «για να μην μας πούν οι Ευρωπαίοι καρμπονάρους». Το αυτό, ήτοι προσπάθεια απορρίψεως των υπονοιών δια καρμποναρισμόν κλπ. Βρίσκουμε στην αλληλογραφία του Μαυροκορδάτου κ.α.

Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ (15Ος-17Ος ΑΙ.)

Ο τρόμος και ο θρήνος κυριαρχούσαν στις ψυχές και στα σώματα των Ελλήνων, στο πέρασμα των Τούρκων. Συχνά η αγριότης ξεπερνούσε τα γνωστά ανθρώπινα όρια. Ο κατακτητής ενδιαφερόταν να καταστείλη κάθε αντίστασιν και αδιαφορούσε δια το μέγεθος της καταστροφής ήν επροκάλει κάθε φορά. Ο Έλληνας έβλεπε να χάνει τα πάντα, από τους ανθρώπους του και τα πράγματά του, ως και το ηθικό του. Πράγματι η κατακτητική ορμή και η μανία των Τούρκων προκάλεσε τεράστιες υλικές καταστροφές που είχαν και μακροχρόνιες συνέπειες και άλλαξαν την μορφήν και τον χαρακτήρα του χώρου. Η πρώτη καταστροφή αφορά γενικώς την οικονομία. Στο τέλος της βυζαντινής περιόδου είχαν αρχίσει ν’ αναφαίνονται τα σημάδια μιας εμπορικής και βιοτεχνικής άνθησης και στις ελληνικές περιοχές, όπως είχε συμβεί και σε ευρωπαϊκές. Η τουρκική κοινωνία και οικονομία ευρίσκετο στο στάδιον της φεουδαρχικής οργάνωσης και έτσι η κατάκτησις περιοχών από τους Οθωμανούς ανέκοπτε την ανάπτυξιν του εμπορίου και της βιοτεχνικής παραγωγής. Ο ελληνικός χώρος ενετάχθη στο οθωμανικό φεουδαρχικό σύστημα και αυτό ήταν μια σημαντική οπισθοδρόμησις. Για δυο τουλάχιστον αιώνες ο ελληνισμός ανακόπηκε εμπορικώς από την Ευρώπη. Μια άλλη τεράστια αλλαγή ήταν αυτή που αφορούσε την αγροτικήν παραγωγή και οικονομία. Στον τομέα αυτόν η κυριοτέρα αλλαγή δεν ήταν η καταστροφή της παραγωγής που πάντοτε συμβαίνει στους πολέμους, αλλά η μεταβολή στην ιδιοκτησίαν γής. Σύμφωνα  με το ισλαμικό δίκαιον –ιερός νόμος του ισλάμ- η γή που κατακτάται με πόλεμον, όταν δηλαδή οι κάτοικοι μιας περιοχής προβάλλουν αντίστασιν, ανήκει στον θεό και την ελέγχει και την διαθέτει ο Σουλτάνος που είναι ο εκπρόσωπος του θεού στην γή. Έτσι ο Σουλτάνος παραχωρούσε κατακτημένες περιοχές στους αξιωματικούς του στρατού ως βραβείο δια την επέκτασιν και διάδοσιν του μωαμεθανισμού. Με τον τρόπον αυτόν διαμορφωνόταν μια τουρκική στρατιωτική αριστοκρατία της γής, η οποία πήρε την θέσιν της βυζαντινής αριστοκρατίας. Πέρα όμως από τις υλικές καταστροφές, ιδιαίτερη σημασία είχε για τους Έλληνες η ηθική μείωσις. Οι Τούρκοι ήταν ιδιαίτερα σκληροί και οι εκτεταμένες κατακτήσεις τους, που έδειχναν αναμφισβήτητες και καθόλου πρόσκαιρες, έμοιαζαν να αποδεικνύουν την υπεροχήν του μωαμεθανισμού απέναντι στον χριστιανισμό. Η αίσθησις μιας τέτοιας ήττας έκαμψε το ηθικόν του ελληνισμού και απετέλεσεν στην αρχήν τουλάχιστον της τουρκοκρατίας, τον μεγαλύτερον κίνδυνον που απείλησεν την ίδια την υπόστασιν του, την ύπαρξιν του ως ιδιαιτέρας εθνικής ομάδος.

ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΚΥΤΤΑΡΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ

Από τον 11ον αι. ο βυζαντινός ελληνισμός είχεν αρχίσει να δημιουργή μιαν λαϊκήν πάράδοσιν με το δημοτικό- ακριτικό τραγούδι που διαμόρφωνε μιαν λαϊκήν εθνικήν συνείδησιν, κάπως ανεξάρτητην από την επίσημην ιδεολογία, απ’ αυτήν δηλαδή του κράτους και των ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτό ήταν μια παράδοσις με μεγάλη αξία, γιατί όταν με την τουρκικήν κατάκτησιν το κράτος καταλύθηκε και οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις έπαψαν να έχουν αυτήν την ιδιότητα και να μπορούν να επιβάλλουν την ιδεολογία των, η λαϊκή –εθνική- θρησκευτική συνείδησις έθρεψεν την αντίθεσιν του ελληνισμού προς τον αλλόθρησκον κατακτητή. Βέβαια με την τουρκική κατάκτησιν το κύριο στοιχείο εθνικής συσπείρωσης ήταν η πίστη. Στις δύσκολες στιγμές για τον ελληνισμό η χριστιανική πίστη και η Εκκλησία συνέβαλαν σε σημαντικόν βαθμόν στην εθνική συσπείρωσιν. Ο «θρήνος» που ακολούθησεν την κατάκτησιν των ελληνικών περιοχών θεωρούσε την απώλεια της ελευθερίας ως ένα μεγάλο κακό για την πίστη και την θρησκεία. Έτσι, το κέντρο της χριστιανικής θρησκείας, το Πατριαρχείο, έγινε και εθνικό κέντρο, αφ’ ού θρησκεία και εθνική υπόστασις είχαν ταυτισθεί στην συνείδησιν του υποδούλου Έλληνος. Δεν υπήρχαν στην συνείδησίν του λαού Έλληνες και Τούρκοι, αλλά χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Βέβαια στην διάκρισιν αυτή συνέβαλεν και ο ισλαμικός νόμος που κατέτασσεν τους λαούς σύμφωνα με την θρησκεία των και μάλιστα προστάτευε δυο απ’ αυτούς, τους χριστιανούς και τους ιουδαίους. Επομένως η αναγνώρισις και προστασία του Πατριαρχείου, καθώς και η παραχώρησις προνομίων από το τουρκικό κράτος ήταν επιταγή του νόμου.

 (συνεχίζεται)

-το παρόν άρθρον εδημοσιεύθη
εις δύο μέρη στην εφημερίδα «Ελεύθερος» την Παρασκευή 25 Μαρτίου
και την Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011



Η ιδέα της απελευθερώσεως

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-


Οι πρόγονοί μας και κατά τους πλέον σκοτεινούς χρόνους της δουλείας ποτέ δεν έστερξαν την τύχην των ούτε και επίστευσαν ότι η σκλαβιά των θα είναι παντοτινή. Αντιθέτως ευθύς μετά την πτώσιν της Βασιλευούσης, η ιστορική μνήμη του έθνους, που είχεν διαποτισθή δια της συνεχούς παραδόσεως 3.000 ετών –αφ’ ού ενισχύθη και από τους σχετικούς με την Άλωσιν θρύλους- εγέννησεν την ελπίδαν της Αναστάσεως, όπως πολύ ζωηρώς την εκφράζει ο λαϊκός θρηνωδός με την πασίγνωστον δέησιν του:
«Σώπασε, Κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζης.
Πάλι με χρόνια, με καιρούς, πάλι δικά μας θάναι»
Οι υπόδουλοι είχον σαφή συνείδησιν περί της κοινής των καταγωγής, θρησκείας και γλώσσης, αλλά και περί της ιδεαλιστικής υπεροχής της Ορθοδοξίας απέναντι του Ισλάμ. Αυταί αι παραδόσεις από γενεάς εις γενεάν εσφυρηλάτησαν ενιαίον το εθνικόν φρόνημα και εγαλβάνισαν την ψυχήν του Γένους με τον πόθον της ώρας του Λυτρωμού.
Και ήτο τόσον δυνατός ο πόθος εκείνος και τόσον άσβεστον το μίσος εναντίον του κατακτητού, ώστε και όταν απετύγχανον αι κατά καιρούς εξεγέρσεις, όχι μόνον δεν κατελάμβανε τους υποδούλους προγόνους ημών απογοήτευσις, αλλά η πίστις της ελευθερώσεως εστάλαζεν εις την τραυματισμένην ψυχήν των γλυκύ το βάλσαμον της προσδοκίας και της υπομονής.
Ο θάνατος του τελευταίου αυτοκράτορος έμεινε ζωντανή παράδοσις εις το στόμα του λαού μας. Ο «μαρμαρωμένος βασιλιάς», ο οποίος δεν απέθανεν, αλλά εκοιμάτο, θα εξύπνα την ημέραν της αναστάσεως του Έθνους και «με το σπαθί στο χέρι» θα εξεδίωκεν τους μισητούς τυράννους έως τα βάθη της Ασίας, την Κόκκινην Μηλιάν.
Έτσι το Γένος κατά τους ζοφερούς αιώνας της δουλείας εγαλουχείτο με την «Μεγάλην Ιδέαν», ότι δηλαδή η πτώσις της Κων/λεως δεν ήτο το τέλος της Ιστορίας του, αλλά η απαρχή νέων αγώνων προς επανίδρυσιν της Ελληνικής Αυτοκρατορίας εις όλην της την δόξαν.


Η ανάμνησις της θυσίας του Αβραάμ

(Τη Κυριακή της Δ’ Εβδομάδος των Νηστειών)
Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-
  
«Ξύπνα και γροίκησε, Αβραάμ, εκείνο
Όπου θέλει, Αφέντης οπού προσκυνού
Και τρέμουν οι αγγέλλοι. Θυσίαν άξαι
Και καλήν την σήμερον ημέρα.
Θέλει ο θεός και πεθυμά εκ τη δική σου
Χέρα. Δεν θέλει πλιό θυσίες αρνιώ ουδέ
Πράματα σφαγμένα, μα μια θυσία
Πεθυμά μεγάλην από σένα»
(Βιτσέντζου Κορνάρου, η θυσία του Αβραάμ, 5-10)

«Λάβε τον θιόν σου τον αγαπητόν, όν ηγάπησας, τον Ισαάκ και ανένεγκέ μοι αυτόν εις ολοκάρπωσιν εφ’ έν των ορέων, ών αν σοι είπω…Και λαβών ο Αβραάμ τον Ισαάκ απήει». Η υπόθεσις είναι γνωστή εκ της Γενέσεως και εκ του κρητικού θεατρικού έργου του Κορνάρου, το οποίον και αποκαλούμεν ημείς οι φιλόλογοι «μυστήριον». Μεταξύ όμως της Γραφής και του Κρητός ποιητού του ιζ αι. παρεμβάλλεται ο κατά τον στ’ αι. γραφείς ύμνος του Ρωμανού του μελωδού και συν αυτώ εμμέσως μια ολόκληρη αυτοκρατορία με βαθιά ποτισμένον εντός της του αισθήματος της πίστεως. Ο Αβραάμ πριν ανέλθη εις το όρος αλλά και κατά την ώραν της θυσίας, ζεί ένα δράμα.
Έν αρχή ο Αβραάμ βασανίζεται με την ανθρώπινην αδυναμίαν της υστεριφημίας που θα αφήση φονέως και ουχί πατρός, ανισορρόπου ανδρός, εκστάντος των φρενών, λόγω γήρατος. Κατόπιν τον παίρνει το παράπονον πως θα σκοτώση το παιδί που εσπαργάνωσεν, την ελπίδα των γηρατείων του, αυτόν που θα του έκλεινε κατά τον θάνατον τα βλέφαρα. Και μέσα σ’ όλα αυτά έρχεται και ο φόβος της αντιδράσεως της συζύγου. Ποια μάνα θ’ αφήση το παιδί της να σφαγιασθή; Ο Αβραάμ φέρεται συγκινούμενος και σχηματίζων εν εαυτώ τας αντιρρήσεις της Σάρρας, τας οποίας εν τούτοις δεν αφίει να κάμψουν την ευσεβήν καρδιάν του. Στην Γένεσιν ουδείς ρόλος ανετέθη εις την μητέρα Σάρρα. Αλλά ήτο δυνατόν ένας ποιητής σαν τον Ρωμανό να μην συμβιβάση την πιστότητα της ιεράς παραδόσεως με την ανθρώπινην ψυχολογίαν και να μην αποδώση το δράμα μιας μητέρας; Το μοιρολόι και το ξέσπασμα της Σάρρας δια τον Ισαάκ εις τον ύμνον του Ρωμανού, φανταστικώς ούτως όπως ο Αβραάμ εφαντάσθη τας αντιρρήσεις της είναι από τα πλέον συγκινητικά της εξάρσεως των μητρικών αισθημάτων του ανθρωπίνου πόνου.
Ιδού τι φαντάζεται ο γέρος Αβραάμ να του λέγη, ικετεύουσα να σφάξη αυτήν πρώτα και ύστερα το παιδί των: «Μη λείπη με και λύπη κτείνη με, σου αιτώμαι. Ροπήν εμού απόστηθι! Τούτον αγκάλαις λαμβάνω εγώ, πόνον γαστρός μου, κορεσθήναι γαρ ζητώ. Ει χρήζει θυσιών ο καλέσας σε, λάβη πρόβατον. Οίμοι τέκνον Ισαάκ, ει κατίδω σου επί γής αίμα εκχυνόμενον. Μη γένοιτο. Φονεύση με πρώτον, είθ’ ούτως σε φονεύσει. Πρό σου την τεκούσαν, μετ’ αυτήν σε τον τόκον».
Μήπως όμως το παιδί ηταν μόνον ιδικόν της; Ήτο και του Αβραάμ, αλλά ο θεός είναι ο ισχυρότερος των όλων. Τα υπόλοιπα μας τα παρουσιάζει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος εναργέστερα. «Και έθηκεν τα ξύλα επί τους ώμους του Ισαάκ και λαβών πύρ και μαχαίραν ανέβη επί το όρος…ο σοφός πρεσβύτης ποιεί βαστάζειν το θύμα τα ξύλα, ίνα το τύπον έχη του τον σταυρόν βασταζόντος Σωτήρος». Όπως ο Ισαάκ εφορτώθη τα ξύλα και εβάδισεν προς την θυσίαν εν γνώσει του πατρός Αβραάμ, ούτως και ο Σωτήρ Ιησούς Χριστός έλαβεν τον σταυρόν του κατ’ εντολήν του Πατρός Αυτού. Και ιδού όλον το νόημα έμπροσθεν των οφθαλμών ημών. Όλοι, και οι πατέρες της εκκλησίας και οι υμνογράφοι και οι νεώτεροι ποιηταί εβάλθησαν να δείξουν τον ανθρώπινον πόνον, την βαρείαν ψυχικήν καταρράκωσιν των γονέων που τους εδόθη εντολή να σφαγιάσουν οι ίδιοι τον μονάκριβον υιόν των. Και τω όντι πονά κανείς αντικρύζων τον πόνον του Αβραάμ και της Σάρρας. Ας συλλόγισθή όμως κανείς τον πόνον του ιδίου του Πατρός και Θεού ημών να θυσιάση τον μονάκριβόν υιόν του, τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν δια την σωτηρίαν μας. Ας ιδή τον πόνον του Αβραάμ και ας αναλογισθή την θυσίαν του ιδίου του θεού, πόσον απέραντος και άνευ ανθρωπίνου λογικής είναι εν συγκρίσει μεταξύ των. Διότι και ο Αβραάμ εν τέλει δεν επροχώρησεν εις την θυσίαν του, διότι ο Θεός φιλεύσπλαχνος ών δεν τον άφησεν αλλά ο ίδιος εθυσίασεν τον υιόν Του στον σταυρόν αν και μπορούσε απείρως να μην το πράξη ποτέ. Τοσούτως μας ηγάπησεν.Ταύτην την ευαγγελίαν τυγχάνει να εορτάζωμεν την σήμερον ομού, την αναγγελίαν ότι ο Θεός συγκατατέθη να γίνη άνθρωπος, και την άπειρον αγάπη του Πατρός και Θεού να άρη τας αμαρτίας του κόσμου ημών.
Και προχωρούσαν ο Αβραάμ και ο Ισαάκ μόνοι προς τον τόπον του μαρτυρίου και λέγει ο παίς τω πατρί αυτού: «Πάτερ ιδού το πύρ και τα ξύλα. Πού εστι το πρόβατον το εις ολοκάρπωσιν;» δια να του απαντήση εκείνος «Ο Θεός όψεται εαυτώ πρόβατον». Λέγει δια τούτο ο ιερός Χρυσόστομος: «Φαντάσου τι έπαθεν εσωτερικώς ο Αβραάμ. Πως δεν του εκόπησαν τα γόνατα; Πώς δεν του διελύθησαν τα μέλη; Παρ’ όλα αυτά «έλαβεν την μάχαιραν τη δεξιά χερί, ίνα σφάξη τον υιόν αυτού».
Δεν υπάρχουν λόγια με τα οποία να μπορεί κανείς να ειπή τα γεγενημένα ταύτα. Πού βρήκε δύναμη αυτό το χέρι να υψωθή, πώς δεν έπεσε αυτόχρημα κάτω ως μη δυνάμενο να πράξη ουδέν, ή πώς δεν έπεσε κάτω το μαχαίρι; Πώς δεν συνετρίβη όλος και δεν κατέρρευσεν ο Αβραάμ; Πώς ηύρεν δύναμιν να ιδή τον Ισαάκ δεδεμένον σαν αρνί; Πώς δεν έπεσεν κάτω νεκρός αίφνης; Πώς τα νεύρα του τον υπηρέτησαν; Υπάρχει άρα γε κανείς να φαντασθή την σκηνήν και να εξηγήση που ηύρεν την δύναμιν αυτήν ο Αβραάμ ή να περιγράψη τα όσα εσωτερικώς εβίωνε; Ας φαντασθή λοιπόν κανείς και τον ίδιον τον Θεόν να βλέπη τον πολυαγαπημένον του υιόν και θεόν και αυτόν, να πάσχη επί του σταυρού χάριν της ανθρωπότητος. Ασύλληπτον το αισθάνεσθαι το πρώτον πόσον μάλλον το δεύτερον. Φρίττει ο νούς!
 Ο Αβραάμ κατώρθωσε και νέκρωσεν τον άνθρωπον μέσα του. Διεκαίγετο από θείον πύρ. Επεθύμησεν να είναι αρεστός εις τον θεόν με κάθε κόστος ως δούλος αυτού παρά να απολαύση την όποιαν πρόσκαιρην ανθρώπινη ευδαιμονίαν του κόσμου τούτου του πρόσκαιρου. Η πληρωμή του; «Ήλθεν άνωθεν φωνή ελέου και φιλανθρωπίας γεμούσα και επέχει τον πατριάρχην όλον εγκείμενον όντα και έτοιμον προς την σφαγήν και φησί : Αβραάμ, Αβραάμ μη επιβάλης την χείρα σου επί το παιδάριον». Η φωνή του θεού η γεμούσα θείου ελέους και φιλανθρωπίας.
Ο στίχος του ποιητού της κρητικής αναγεννήσεως Βιτσέντζου Κορνάρου εις την προμετωπίδα είναι καθ’ όλα αποκαλυπτικός. Δεν θέλει πλέον ο Θεός θυσίες αρνίων ούτε πράγματα εσφαγμένα, μα επιθυμεί θυσίες μεγάλες από εμάς. Και ποιες είναι αυτές; Το να απαρνηθώμεν τον πεπτωκότα άνθρωπον εντός μας. Εφ’ όσον τούτο δεν πραγματοποιείται δεν πρόκειται να έλθη και το θείον έλεος εφ’ ημάς. Δεν θυσιάζομεν τίποτα την σήμερον παρά μηδαμινά. Και νομίζομεν ούτως, ότι αξίζομεν τα καλύτερα δια να διάγη το ανθρώπινον σαρκίον μας ευτυχές. Είθε ο φιλεύσπλαχνος θεός να μην αξιώση, απαιτήση κατ’ εντολήν Του μεγάλην θυσίαν και είθε να μακροθυμήση σπλαχνισθείς την αδυναμίαν μας μέχρις ότου αναζητήσομεν αφ’ εαυτού ημείς το έλεος Του.


Ο εθνικός χαρακτήρας της ελληνικής επαναστάσεως (ΜΕΡΟΣ Γ’)

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΑΣ

«Δεκαοκτώ μήνες παρήλθον αφ’ ού η Ελλάς μάχεται κατά των εχθρών του χριστιανικού ονόματος. Όλαι αι δυνάμεις των μωαμεθανών κατηυθύνθησαν εναντίον της και η Ευρωπαϊκή Τουρκία, η Ασία και η Αφρική εξοπλίζονται αμιλλώμενοι προς αλλήλας δια να υποστηρίξωσι την σιδηράν χείραν την καταπιέσασαν τοσούτον χρόνον το ελληνικόν έθνος και τείνουσαν όλης εις το να το εξολοθρεύση. Αφ’ ής ήρχισεν ο πόλεμος, ύψωσεν την φωνήν η Ελλάς δια των νομίμων αντιπροσώπων της εξαιτουμένη την βοήθειαν, ή τουλάχιστον την ουδετερότητα των χριστιανικών δυνάμεων. Την σήμερον δε ότε συνέρχονται εις την ιταλικήν χερσόνησον οι δυνατοί δια να βάλωσιν εις τάξιν τα της Ευρώπης και συμβουλευθώσι πασιφανώς δια τα μεγάλα συμφέροντα της ανθρωπότητος και ότε όλα τα έθνη προσμένουσι απ’ αυτούς την διατήρησιν της ειρήνης, την εγγύησιν του δικαίου των εθνών και την διανομήν της δικαιοσύνης, η ελληνική κυβέρνησις ήθελε να παραβή το χρέος της, αν δεν εξέθετε και αύθις εις τους αυγούστους συμμάχους μονάρχας την κατάστασιν της Ελλάδος, τα δίκαιά της και τας νομίμους επιθυμίας της, καθώς και την σταθεράν απόφασιν όλων των πολιτών της του να τύχωσι δικαιοσύνης από τας ανθρωπίνους δυνάμεις, καθώς εύρον χάριν ενώπιον του ουρανίου βασιλέως του διέποντος τα βασίλεια του κόσμου ή να αποθάνωσιν όλοι χριστιανοί και ελεύθεροι… είναι πασίδηλον εις όλους τους έχοντας γνώσιν της Τουρκίας ότι οι Ελληνες δεν ημπορούσι ν’ αφήσωσι τα όπλα πριν κατακτήσωσι ή πριν απολαύσωσι τας εγγυήσεις υπάρξεως χωριστής, ανεξαρτήτου και εθνικής, εις την οποίαν και μόνην θα εύρωσιν την ασφαλείαν της λατρείας, της ζωής, της ιδιοκτησίας και της τιμής των… Αν δεν εγκαταλειφθώσι οι Έλληνες, όντες μεν αδύναμοι, θα ελπίσωσιν εις τον θεόν των δυνάμεων, αλλά καταρτιζόμενοι με την παντοδύναμον χείραν του δεν θέλουσι κλίνει τον αυχένα ενωπίον της τυραννίας, όντες χριστιανοί και καταδιωκόμενοι, διότι εμείναμεν πιστοί εις τον Σωτήρα μας και Βασιλέαν και Κύριόν μας. Θέλωμεν δε υπερασπίσει έως ενός την Εκκλησίαν του, τας εστίας μας και τους τάφους μας. Είναι δε ευτυχίαμας ή να καταβώμεν εις αυτούς ελεύθεροι και χριστιανοί ή να νικήσωμεν καθώς άχρι τούδε ενικήσαμεν δια μόνης της θείας δυνάμεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και δια της θείας Του βοηθείας».

Η ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΑΣ

«Μέγα πολιτικόν γεγονός εξερράγη περί τα τέλη του τελευταίου συνεδρίου –του Λάυμπαχ. Ό,τι ανατρεπτικόν, των κοινωνιών πνεύμα ήρχισεν εις την δυτικήν χερσόνησον, ό,τι εδοκίμασεν να πράξη εις την Ιταλίαν, το κατώρθωσεν εις τας ανατολικάς εσχατιάς της Ευρώπης. Καθ’ όν χρόνον κατηυνάσθησαν αι εις τα βασίλεια της Νεαπόλεως και της Σαρδηνίας στρατιωτικαί επαναστάσεις δια της βίας, ερρίφθη ο επαναστατικός δαυλός ανά μέσω της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η σύμπτωσις των γεγονότων απέδειξεν ότι μία και η αυτή ήτο η αρχή των. Το αυτό κακόν αναφαινόμενον εις πολλά μέρη, αλλά πάντοτε υπό τους αυτούς τύπους, αν και υπό διάφορα προσχήματα, επρόδιδε την κοινήν εστίαν οπόθεν προήλθεν. Οι διευθύνοντες, τα περί ών ο λόγος, ήλπιζαν να εύρουν την ευκαιρίαν να διασπείρουν την διχόνοιαν εις τα συμβούλια των δυνάμεων και να εξουδετερώσουν αυτάς, εν ώ νέοι κίνδυνοι τας εκάλουν προς άλλα μέρη της Ευρώπης αλλ’ ηπατήθησαν. Οι άνακτες έχοντες σταθεράν απόφασιν ν’ απωθήσωσι την αρχήν της επαναστάσεως εις οποιοδήποτε μέρος και υφ’ οιανδήποτε μορφήν και αν εφαίνετο, έσπευσαν να την καταδικάσουν από συμφώνου. Ασχολούμενοι δε απαρεγκλίτως εις το έργον της κοινής φροντίδος των αντέκρουσαν πάν ό,τι ηδύνατο να τους εκτρέψη της οδού των…»

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ

Η αντίδρασις της Αυστρίας υπήρξεν άγρια και σταθερώς αδιάλλακτη σ’ όλην την διαρκείαν του αγώνος. Η ίδια ως υπερδύναμη της εποχής καταδυνάστευε ξένους λαούς. Είχε στην κατοχή της την Ουγγαρία καθώς επίσης ιταλικά και σλαβικά εδάφη. Η επανάσταση των Ελλήνων αποτελούσε επικίνδυνο παράδειγμα. Θα μπορούσε να προκαλέση εξεγέρσεις στους λαούς που τυραννούσε. Ο στενός συνεργάτης  του Μέτερνιχ, Φον Γκέντς επιβεβαιώνει αυτήν την πολιτικήν: «Ας γίνη ο,τιδήποτε στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην βόρεια και νότια Αμερική. Μπορούμε να περιμένουμε με ηρεμία. Εντελώς διαφορετικά είναι τα πράγματα σε ό,τι αφορά την πορεία και τις τύχες των ανατολικών γειτονικών μας κρατών. Εδώ πρόκειται για την διατήρησιν ή την καταστροφήν του πολιτικού μας συστήματος. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου». Αλήθεια υπάρχουν ακόμη και σήμερα Ελληνοκτόνοι και μέσα στους κόλπους της πατρίδος Ελλάδος, που υιοθετούν ακρίτως τις απόψεις των Αυστριακών τύπου Μέτερνιχ και Σία ή τας ανακοινώσεις της Ιεράς Συμμαχίας και πιστεύουν ότι η επανάστασις των Ελλήνων τότε ήταν πράγματι ένα κίνημα γιακωβινικό ή απόρροια καρμποναρισμού δηλαδή κοινωνικοανατρεπτικό; Κι όμως υπάρχουν!!!
Θα συνεχίσωμεν με τι έκαμαν οι Έλληνες της επαναστάσεως δια να καταρρίψουν αυτόν τον αντεθνικόν λόγον.

(συνεχίζεται)

-το παρόν άρθρον εδημοσιεύθη
εις δύο μέρη στην εφημερίδα «Ελεύθερος» την Παρασκευή 25 Μαρτίου
και την Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011



Ο εθνικός χαρακτήρας της ελληνικής επαναστάσεως (ΜΕΡΟΣ Β’)

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-

ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΟΥ ΛΑΥΜΠΑΧ

«Χρήσιμοι ή αναγκαίαι μεταβολαί εν τη νομοθεσία ή εν τη διοικήσει των επικρατειών πρέπον είναι να πηγάζωσιν εκ της ελευθέρας θελήσεως και της πλήρους πεποιθήσεως των θέοθεν την εξουσίαν εμπεπιστευμένων. Πάν ό,τι παρεκτρέπεται της αρχής ταύτης φέρει εξ ανάγκης τους λαούς εις αταξίαν, εις κλονισμούς και εις δεινά βαρύτερα παρ’ όσα προτίθεται να θεραπεύση. Οι άνακτες αισθανόμενοι βαθέως την αναλλοίωτον ταύτην αληθείαν, δεν εδίστασαν να κηρύξωσι παρρησία ότι σεβόμενοι τα δίκαια και την ανεξαρτησίαν όλων των νομίμων εξουσιών εθεώρησαν ως νομίμως μη υπάρχουσαν και ως μη συνάδουσαν προς τας αρχάς του δημοσίου δικαίου της Ευρώπης πάσαν λεγομένην μεταρρύθμισιν ενεργουμένην δι’ αποστασίας και δι’ όπλων. Ως τοιαύτης φύσεως εθεώρησαν όχι μόνον όσα συνέβησαν εν τοις βασιλείοις της Νεαπόλεως και Σαρδηνίας αλλά κι όσα –ήτοι τα της Ελλάδος- λαβόντα αρχήν εκ μηχανορραφίας επίσης εγκληματικής, αν και υπό πολλά διαφορετικάς περιστάσεις, κατέστησαν εσχάτως το ανατολικόν μέρος της Ευρώπης θέατρον απεράντων κακών».

ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΑΣ (ΟΚΤΩΒΡΗΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 1822)

Ύστερα από το συνέδριον στο Λάυμπαχ, οι ηγεμόνες της Ευρώπης και οι υπουργοί τους πίστεψαν ότι είχε τακτοποιηθεί το θέμα των εξεγέρσεων, τόσο στην Ισπανία και την Ιταλίαν, όσο και στην Ελλάδα. Είχε τότε υπογραφεί αυτοκρατορικόν διάταγμα του τσάρου που διέγραψεν τον Υψηλάντη από τας τάξεις του ρωσικού στρατού, κατεδίκαζε το κίνημά του, διαβεβαίωνε δε την Τουρκίαν δια τας αγαθάς ρώσικας διαθέσεις και τηρούσε την ουδετερότητα. Είχε όμως περάσει ένας χρόνος και το πρόβλημα παρέμενε. Μια σειρά νίκες των Ελλήνων κατά των Τούρκων το φανέρωνε πολύ πειστικά. Στα μέσα λοιπόν του 1822 απεφασίσθη να συνέλθη στην Βερόνα το συνέδριον των δυνατών της Ευρώπης, για να ξανασυζητηθούν τα φλέγοντα ζητήματα. Το πιο σπουδαίο ασφαλώς ήτο το ελληνικόν ζήτημα, με την επιπλοκή που προκάλεσε στο μεταξύ στις ρωσοτουρκικές σχέσεις ήτοι την διακοπή διπλωματικών σχέσεων ύστερα από τις βιαιοπραγίες των Τούρκων σε βάρος των Ελλήνων στην Κων/πολιν και άλλες πόλεις την άνοιξιν του 1821. Την σύγκλησιν του συνεδρίου της Βερόνας άκουσαν στην Ελλάδα με αισιοδοξία. Η ελληνική επαναστατική κυβέρνησις, που είχε σχηματιστεί ύστερα από την συνέλευσιν της Επιδαύρου ετοίμασε τρεις εκκλήσεις, την πρώτη δια τους αντιπροσώπους της Ευρώπης στο συνέδριον, την δεύτερη προς τον ρώσον αυτοκράτορα Αλέξανδρο και την Τρίτη προς τον Πάπα. Αντιπρόσωποι της ελληνικής επαναστατικής κυβερνήσεως ωρίσθησαν ο Κεφαλλονίτης Ανδρέας Μεταξάς και ο Γάλλος φιλέλλην πλοίαρχος Ζουρνταίν. Έφτασαν στην Αγκόνα στις 12 Οκτωβρίου και από το λοιμοκαθαρτήριο στείλανε στον Πάπα τις εκκλήσεις της ελληνικής κυβερνήσεως, για να τις διαβιβάση στο συνέδριον, παρακαλώντας τον να τους βοηθήση να παρουσιαστούν αυτοπροσώπως σ’ αυτό δια να εκθέσουν τα δίκαια της Ελλάδος. Ο Πάπας με την ελπίδα πως ίσως κάτι θα πετύχαινε, προς ενίσχυσιν του γοήτρου της παπικής εκκλησίας, έδειξε πρόθυμος να τους εξυπηρετήση και έστειλε τα έγγραφα στο συνέδριον. Όταν όμως οι δυνατοί της Ευρώπης διάβασαν τα έγγραφα εξοργίστηκαν και τα εθεώρησαν ως «άτοπα και αυθάδη» και προσκάλεσαν τον Πάπα να διώξη τον Μεταξά από την Αγκόνα. Ύστερα απ’ αυτό οι Έλληνες αντιπρόσωποι ειδοποιήθησαν να εγκαταλείψουν την Ιταλία. Ο Μεταξάς και οι άλλοι διεμαρτυρήθησαν με έγγραφα, τόσον στο συνέδριον, όσον και στον Πάπα. Κρίθηκε τότε χρήσιμον ν’ αποσταλή στην Ιταλίαν επιφανής Έλλην ιεράρχης. Διάλεξαν γι’ αυτό τον επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό, για να μεταβή στον Πάπα τον Πίο Ζ’ και κάνοντας «δελεαστικάς προτάσεις περί ενώσεως της ελληνικής εκκλησίας μετά της ρωμαϊκής» να τον ενισχύση στην απόφασίν του να βοηθήση τους Έλληνες. Δυστυχώς όμως ούτε κι αυτοί οι αντιπρόσωποι κατόρθωσαν να φτάσουν στην Ρώμη. Ο Μέτερνιχ δεν θα επέτρεπε ποτέ να δεχθή ο Πάπας απεσταλμένους μιας επαναστατικής κυβερνήσεως, που δεν την αναγνώριζαν τα ανακτοβούλια της Ευρώπης. Το συνέδριον τελείωσε τις εργασίες του στις 2 Δεκεμβρίου και εξέδωσεν διακήρυξιν των αποφάσεών και των αντιλήψεών του. Σύμφωνα μ’ αυτές η ελληνική επανάστασις καταδικαζόταν ως ενέργεια ασύνετη και εγκληματική και εκπορευομένη από την ίδιαν ανατρεπτικήν πηγήν του καρμποναρισμού. Έτσι η επίσημη ευρωπαϊκή διπλωματία εθελοτυφλούσε μπροστά σε ένα πρόβλημα υπαρκτό, αλλά και παρέβλεπε με τρόπον κυνικόν τιε επίμονες διακηρύξεις των Ελλήνων, που τόνιζαν ότι ο αγώνας των είναι απελευθερωτικός και όχι κοινωνικοανατρεπτικός.

(συνεχίζεται)

-το παρόν άρθρον εδημοσιεύθη
εις δύο μέρη στην εφημερίδα «Ελεύθερος» την Παρασκευή 25 Μαρτίου
και την Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011



Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού


Απεστάλη Άγγελος Γαβριήλ, ουρανόθεν εκ θεού, προς παρθένον
αμόλυντον, εις πόλιν της Γαλιλαίας Ναζαρέτ, ευαγγελίσασθαι
αυτή του ξένου τρόπου την σύλληψιν. Απεστάλη δούλος ασώματος,
προς έμψυχον πόλιν και πύλην νοεράν, μηνύσαι Δεσποτικής παρουσίας
την συγκατάβασιν. Απεστάλη στρατιώτης ουράνιος, προς το έμψυχον
της δόξης Παλάτιον, προετοιμάσαι τω Κτίστη κατοικίαν άληκτον, και
προσελθών προς αυτήν εκραύγαζε. Χαίρε θρόνε πυρίμορφε, των τε-
τραμόρφων υπερενδοξοτέρα, Χαίρε καθέδρα, Βασιλική ουράνιε, χαίρε
όρος αλατόμητον, δοχείον πανέντιμον. Εν σοί γαρ πάν το πλήρωμα
κατώκησε, της θεότητος σωματικώς, ευδοκία Πατρός αϊδίου, και συ-
νεργεία του Αγίου Πνεύματος, Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά
Σού.


Ο εθνικός χαρακτήρας της ελληνικής επαναστάσεως (ΜΕΡΟΣ Α’)

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-

«Η ιστορία, ω Έλληνες, εις ημάς είναι ως η όρασις
εις τους οφθαλμούς… Η ιστορία είναι ένας καθρέπτης αψευδής
των ανθρωπίνων πραγμάτων, δι’ αυτής φωτίζεται ο αμαθής
και ο στοχαστικός, δι’ αυτής προβλέπει σχεδόν τα
μέλλοντα…Η ιστορία είναι ο πλέον σοφός δάσκαλος εις
τους ανθρώπους οπού αγαπώσι να μάθωσι την αληθείαν
και μάλιστα οι νύν Έλληνες οπού τοσαύτην έχουν
χρείαν…»
«Ελληνική Νόμαρχία» Ανωνύμου Έλληνος

Το συνέδριον της Βιέννης (Σεπ. 1814- Ιουν. 1815) συγκέντρωσε όλους τους ευρωπαίους ηγεμόνες νικητές του Ναπολέοντος. Αυτοί έπρεπε να οργανώσουν την νέαν ευρωπαϊκήν τάξιν, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα που προέκυψαν από την Γαλλικήν Επανάστασιν και τους πολέμους και την ήττα του Βοναπάρτη. Με εξαίρεσιν την Αγγλία, που ενδιαφερόταν δια την ενίσχυσιν της θέσεώς της εις το θαλάσσιον εμπόριον, οι ισχυροί του Συνεδρίου ήταν εκφραστές της αντεπανάστασης. Ο τσάρος της Ρωσίας, ο βασιλεύς της Πρωσίας και ο αυτοκράτορας της Αυστρίας.
Κυρίαρχη διπλωματική μορφή ο καγκελάριος της Αυστρίας Μέτερνιχ. Οι εργασίες του συνεδρίου ήταν πολύ δύσκολες, γιατί έπρεπε να επιλυθούν τρία πολύ λεπτά και σοβαρά ζητήματα: α) η ρύθμισις των νέων συνόρων και η οργάνωσις μιας βιώσιμης ισορροπίας β) η ενίσχυσις των απολυταρχικών καθεστώτων και γ) η πρόβλεψις δια την κατάπνιξιν των μελλοντικών επαναστάσεων. Οι λαοί φυσικά δεν ρωτήθηκαν δια την υπογραφήν της συνθήκης της Βιέννης (1815). Ρωσία, Πρωσία, Αυστρία και Αγγλία βγήκαν ενισχυμένες πολιτικώς, οικονομικώς ή εδαφικώς. Οι ρυθμίσεις που έγιναν στην υπόλοιπη Ευρώπη –ιταλικά κράτη, κάτω χώρες κτλ- προκάλεσαν την δυσαρέσκεια ή και τις αντιδράσεις των λαών. Όταν νικήθηκε οριστικά ο Ναπολέων λοιπόν, οι νικητές, οι μονάρχες της Ευρώπης και όλες οι συντηρητικές δυνάμεις, επικαλούμενες την αρχήν της νομιμότητος, ξαναέφεραν στους θρόνους των όλους τους έκπτωτους βασιλείς και βοήθησαν δια να επιβληθούν παντού απολυταρχικά, συντηρητικά και αντιδραστικά καθεστώτα. Έγινε η Παλινόρθωσις. Οι δυνάμεις που επικράτησαν –η παλαιά φεουδαρχία και τα ανώτερα αστικά στρώματα- συμφωνούσαν απολύτως εις ένα σημείον, στην δίωξιν των φιλελευθέρων ιδεών.

ΙΕΡΑ ΣΥΜΜΑΧΙΑ

Οι φιλελεύθερες ιδέες δια την Παλινόρθωσιν εθεωρούντο απειλή δια την κοινωνικήν γαλήνη, ακόμα και όταν εκδηλώνονταν ως αίτημα εθνικής απελευθερώσεως. Όσοι ενώνονταν δια να διεκδικήσουν ελευθερίαν εθνική, όπως οι Καρμπονάροι στην Ιταλία ή κοινωνική δικαιοσύνη, αυτοί απετέλουν κοινωνικήν απειλή, ήταν «γιακωβίνοι». Καρμποναρισμός και Γιακωβινισμός ήταν ιδέες μιάσματα που τις κατεδίωκαν αμείλικτα όλες οι συντηρητικές και αντιδραστικές κυβερνήσεις. Για να εξασφαλίσουν μάλιστα και για το μέλλον κοινωνικήν γαλήνη –στασιμότητα- οι μονάρχες της Ευρώπης σύμπηξαν τω 1815 την «Ιερά Συμμαχία» που βασική επιδίωξιν είχε την κατάπνιξιν –με ένοπλην επέμβασιν- κάθε φιλελεύθερου κινήματος οπουδήποτε κι αν εκδηλωνόταν. Και συμφώνησαν ακόμη να συναντώνται περιοδικώς δια να ανταλλάσουν σκέψεις δια την κατάστασιν στην Ευρώπη. Ψυχή όλης αυτής της αντιδραστικής ιδεολογίας, εκφραστής και οργανωτής της υπήρξε για πολλά χρόνια ο καγκελάριος της Αυστρίας, Μέτερνιχ, γι’ αυτό και το όλον σύστημα και η εποχή αυτή συχνά αναφέρεται ή στενά συνδέεται με το όνομά του. Ο Μέτερνιχ διατύπωνε με ωμότητα την πολιτικήν του φιλοσοφία: «Μόνον οι μονάρχες έχουν δικαίωμα να καθορίζουν τις τύχες των λαών, οι ηγεμόνες ευθύνονται δια τις πράξεις των μόνο απέναντι στον θεό». Σύμφωνα με τις αρχές της Ιεράς Συμμαχίας, η σκλαβιά κάτω από ξένον δυνάστη –στην περίπτωσι των Ελλήνων, τον Σουλτάνο- ήταν ευλογημένη από τον θεό κι ο αγώνας δια την ελευθερία έργον του Σατανά.

ΙΑΚΩΒΙΝΟΙ ΚΑΙ ΚΑΡΜΠΟΝΑΡΟΙ

Οι Ιακωβίνοι ήταν πολιτική οργάνωσις στην Γαλλία κατά την περίοδον της επαναστάσεως. Το όνομά της το έλαβε από το γεγονός ότι τα μέλη της είχαν την λέσχην των στην μονή του Αγίου Ιακώβ στο Παρίσι. Ο πραγματικός τίτλος της οργανώσεως ήταν «Εταιρεία Φίλων του Συντάγματος». Ο ρόλος τους υπήρξεν αποφασιστικός σε πολλές κρίσιμες στιγμές της γαλλικής επαναστάσεως. Οι Ιακωβίνοι ήταν από τους πρώτους που αποφάσισαν την θανάτωσιν του βασιλέως και υπεστήριξαν την επιτροπήν κοινής σωτηρίας και τον Ροβεσπιέρο στην τρομοκρατία. Ήτοι τα χρόνια 1793 και 1794 οι βασιλόφρονες εκμεταλλεύτηκαν εσωτερικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η επανάστασις, όπως την ακρίβεια του ψωμιού, την απόκρυψιν ειδών πρώτης ανάγκης από τους εμπόρους και τους παραγωγούς και τις νέες εξεγέρσεις στο Παρίσι και έστρεψαν τους χωρικούς εναντίον της επαναστάσεως. Πόλεις όπως η Μασσαλία, η Λυών και η Τουλούζη κατελήφθησαν απ’ αυτούς. Έτσι τον έλεγχο της Συμβατικής συνελεύσεως της επαναστάσεως έλαβαν οι αριστεροί, Ορεινοί που προχώρησαν στην λήψη αποφασιστικών μέτρων δια την έξοδον απ’ την γενική κρίσιν και από τον κίνδυνο του θανάτου της επαναστάσεως. Το πιο σημαντικό, δια να προστατεύσουν τον λαϊκό στρατό και τα άλλα κυβερνητικά μέτρα οργάνωσαν την «τρομοκρατία». Πολλοί από τους αντιπάλους της εξουσίας των Ορεινών στάλθηκαν στην λαιμητόμο. Ο Ροβεσπιέρος δε που ήταν η ψυχή της νέας εξουσίας προχώρησε ακόμα παραπέρα και στις 10 Ιουνίου 1794 άρχισε την «μεγάλη τρομοκρατία», όταν και στους προσαγομένους εις δίκην δια αντεπαναστατική δράσιν αφηρέθη το δικαίωμα της υπερασπίσεως. Μέσα σε 40 ημέρες μόνον στο Παρίσι 1.346 άτομα ωδηγήθησαν στην λαιμητόμο. Την ίδια περίοδον –τέλη του 18ου αι.- ιδρύεται στην Νεάπολιν της Ιταλίας και εξαπλώνεται ραγδαία η πολιτική εταιρεία των Καρμπονάρων, μια μυστική εταιρεία που σκοπός της ήταν η επικράτησις των φιλελευθέρων ιδεών, όπως τις διετύπωσε η γαλλική επανάστασις, πρωτίστως αλλά και δευτερευόντως η ένωσις της Ιταλίας.

ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Είδαμε ότι η Ιερά Συμμαχία που εσυστάθη με πρωτοβουλία του τσάρου Αλεξάνδρου της Ρωσίας με σκοπόν τάχα να κυβερνηθή η Ευρώπη σύμφωνα με την ηθικήν του Χριστού διδασκαλία, δεν ήταν τίποτα άλλο από μια στυγνή τυραννία, που άπλωσε τον ίσκιον της πάνω σ’ όλην την Ευρώπη. Οι δυνάμεις αυτές της αντίδρασης βρίσκονταν σε μιαν έντονη ανησυχίαν, όταν ξέσπασε η ελληνική επανάστασις. Τα φιλελεύθερα κινήματα των Ιακωβίνων και των Καρμπονάρων απειλούσαν με ανατροπή το καθεστώς της απολυταρχίας που με τόσες θυσίες είχαν επιβάλλει. Βλέποντας τα επαναστατικά νέφη να πυκνώνουν πάνω από τον πολιτικόν ορίζοντα της Ευρώπης, η Ιερά Συμμαχία συνεδρίασε δια πρώτην φορά στο Τροππάου (20/12/1820), όπου ο Μέτερνιχ ανήσυχος δια την εξάπλωσιν του κινήματος των Καρμπονάρων στην Ιταλία πέτυχε δια πρώτην φορά να εκτελεστή η «αρχή της επεμβάσεως». Στο μεταξύ, επειδή όμως το κίνημα της Ιταλίας ελάμβανε διαστάσεις ξεσηκωμού, ειδικά στην Νεάπολιν και στην Σαρδηνία, οι ηγεμόνες συνέχισαν τις εργασίες τους στο Λάιμπαχ. Εδώ σαν κεραυνός έπεσεν η είδησις ότι νέο κίνημα μ’ επικεφαλής τον Υψηλάντη ξέσπασε στις ηγεμονίες. Όπως ήτο φυσικόν, είδαν το κίνημα αυτό σε συσχετισμόν με τα άλλα. Πίστεψαν ότι μια σκοτεινή δύναμις δημιουργεί και κατευθύνει τα κινήματα αυτά, που απειλούσαν να τινάξουν στον αέρα το οικοδόμημα της απολυταρχίας, που ευφημιστικά ονόμαζαν καθεστώς της «νομιμότητος» και της «τάξεως». Έτσι τήρησαν από την αρχήν μια στάσιν δυσμενή απέναντι στον ελληνικό ξεσηκωμό (συνέδριο Λάιμπαχ Ιαν.-Μαρ 1821).

(συνεχίζεται)

-το παρόν άρθρον εδημοσιεύθη
εις δύο μέρη στην εφημερίδα «Ελεύθερος» την Παρασκευή 25 Μαρτίου
και την Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...