Η εκπαίδευση κατά την περίοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου



 των
Χρύσα ΓΟΥΛΗ
Υπ. Δρ. Παν/μίου Αθηνών

Ευαγγελία ΚΑΥΚΟΥΛΑ
Υπ. Δρ.  Παν/μίου Αθηνών



ΠΕΡΙΛΗΨΗ 

          Η παιδεία στις αρχές του 20ου αιώνα εξακολουθεί να είναι αποσπασμένη από την ελληνική πραγματικότητα και τις πνευματικές ανάγκες του έθνους. Η άνοδος της αστικής τάξης στην εξουσία το1909 και η επιτακτική ανάγκη για προσαρμογή της εκπαίδευσης στις κοινωνικο-οικονομικές ανάγκες του τόπου θα οδηγήσουν στη μεταρρύθμιση του 1913. Τα νομοσχέδια του 1913, επισημαίνουν όλα τα υπάρχοντα προβλήματα και αποτελούν μια ολοκληρωμένη πρόταση για τη θεσμοθέτηση του αστικού σχολείου. Μέρος όμως των νομοσχεδίων θα ψηφιστεί, διότι προκάλεσαν εξαιτίας του νέου πνεύματος που διαπνέονταν  αντιδράσεις. Η εκπαιδευτική και γλωσσική μεταρρύθμιση θα πραγματοποιηθεί, με την επαναστατική κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, στη Θεσσαλονίκη το 1917. Η είσοδος στο δημοτικό σχολείο της δημοτικής γλώσσας , τα νέα διδακτικά βιβλία που κυκλοφόρησαν  γραμμένα στη γλώσσα του λαού, ήταν από τα αποτελέσματα αυτής της μεταρρύθμισης. Με την πτώση της κυβέρνησης το Νοέμβριο του 1920  η μεταρρύθμιση ανακόπτεται και το  γλωσσοεκπαιδευτικό  πρόβλημα αντιμετωπίζεται  ως  θέμα  πολιτικό. 
           Η προσπάθεια του 1913 και του 1917 για την ανανέωση της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας θα μείνει «μετέωρη». Η πολιτική αστάθεια της χώρας επηρεάζει αντίστοιχα και την εκπαιδευτική πολιτική. Η απόφαση να καούν τα αναγνωστικά, η Μικρασιατική καταστροφή, τα Μαρασλειακά, η διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου είναι ορισμένα από τα γεγονότα που σηματοδοτούν το κλίμα της εποχής. Ακόμη, «η ελληνική οικονομία παραμένει κυρίως αγροκτηνοτροφική», 200.000 άτομα δεν φοιτούν καθόλου στο σχολείο και η εκπαίδευση δεν μπορεί να ακολουθήσει τις κοινωνικο-οικονομικές, πολιτιστικές ανάγκες της χώρας. Το αδιέξοδο στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Ελλάδας  «θα αναγκάσει ένα μέρος της αστικής ηγεσίας να στραφεί στον Βενιζέλο». Η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων θα αναλάβει και πάλι τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του 1929, με την οποία «μπαίνουν τα θεμέλια του αστικού σχολείου» και αλλάζει η δομή του σχολικού συστήματος, ώστε να ανταποκρίνεται περισσότερο στις απαιτήσεις και εξελίξεις της εποχής.


Η 1Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ:  1910-1920

α) Ο Ελευθέριος  Βενιζέλος και το γλωσσικό ζήτημα


             Η παιδεία στις αρχές του 20ου αιώνα εξακολουθεί να είναι αποσπασμένη από την ελληνική πραγματικότητα και τις πνευματικές ανάγκες του έθνους με χαρακτηριστικά: τον λογιωτατισμό, τον ψευτοκλασσικισμό, τις ελλείψεις σχολείων, την έλλειψη πρακτικού προσανατολισμού, την αδυναμία καθιέρωσης λαϊκής παιδείας, και την υποβάθμιση της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών (Φραγκουδάκη, 1977, σ.28). Η στάση στο Γουδί το1909 είχε σαν αποτέλεσμα την κατάληψη της εξουσίας από την αστική τάξη. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, σαν αρχηγός της κυβέρνησης, ανέλαβε την ανασυγκρότηση και  την  αστικοποίηση της χώρας (Σβορώνος,1985,σσ.110-116). Ανάμεσα στα άλλα θα μεριμνήσει εξαιρετικά και για το εκπαιδευτικό σύστημα. Στο Σύνταγμα του 1911 (25/5 - 1/6/1911) αναφέρεται:
«Άρθρο 16: Η εκπαίδευσις διατελούσα, υπό την ανωτάτην εποπτεία του κράτους, ενεργείται δαπάνη αυτού.Η στοιχειώδης εκπαίδευσις είναι δι’ άπαντας υποχρεωτική παρέχεται δε δωρεάν υπό του κράτους».     
             Το ζήτημα που απασχόλησε τη Β΄ αναθεωρητική Βουλή από τις πρώτες κιόλας συνεδριάσεις ήταν το Γλωσσικό. Στα 1911, ήταν νωπές οι αναμνήσεις της κοινωνικής και εθνικής κρίσης, που είχε ξεσηκώσει το γλωσσικό ζήτημα πριν από 10 χρόνια. Γι’ αυτό και ο Βενιζέλος έπρεπε να τοποθετηθεί απέναντί του. Ο Βενιζέλος δεν ήταν αδιάλλακτος δημοτικιστής. Αγαπούσε τη δημοτική και εκτιμούσε τις υπηρεσίες, εθνικές και πνευματικές, που μπορούσε να προσφέρει, μα δεν περιφρονούσε και την καθαρεύουσα, η οποία στον καιρό του τουλάχιστον αντιπροσώπευε μια πραγματικότητα (Χάρης,1986,σ.1536). Οι γλωσσικές του πεποιθήσεις συνοψίζονται στις παρακάτω γραμμές που τις έγραψε σε επιστολή του στο «Ελεύθερο Βήμα» της 11ης Δεκεμβρίου του 1926:
        ««Βάσιν των σκέψεων μου του γλωσσικού - τονίζει - αποτελούν οι εξής αρχαί: Ότι είναι δυστύχημα εθνικόν, ότι την λαλουμένην γλώσσαν, δεν μεταχειριστήκαμεν, μετά την ανεξαρτησίαν ιδίως, και ως γραφομένην .Ότι είναι ευτύχημα αντιθέτως, ότι από μιας ιδίως γενιάς η δημοτική χρησιμοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικώς εις την ποίησιν, το διήγημα, το μυθιστόρημα, και κατέκτησεν αυτά.Ότι εν τούτοις, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσωμεν από τούδε την δημοτικήν εις όλα τα λοιπά είδη του λόγου, όχι μόνο διότι δεν είναι ακόμη επαρκώς καλλιεργημένη, αλλά και διότι η καθαρεύουσα αποτελεί καθεστώς, το οποίον δεν είναι δυνατόν να ανατραπή από μιας, εις άλλην μέραν, καθόσον εξανίσταται κατά τοιούτης ανατροπής το γλωσσικόν αίσθημα των μορφωμένων.  Ότι επομένως μόνον δια βαθμιαίου καθαρισμού της καθαρευούσης, δια της αποβολής δηλαδή παντός νεκρού τύπου εξ’ αυτής, θα την προσεγγίσωμεν προς την κοινώς λαλουμένην και θα ημπορέσωμεν μίαν ημέραν να φθάσωμεν εις τον επιδιωκόμενον σκοπόν, τον παραμερισμόν δηλαδή της διγλωσίας»   (Στεφάνου,1986,σ.1541).
           Με την αναθεώρηση του Συντάγματος το γλωσσικό ήρθε στο προσκήνιο και όσοι προηγουμένως μέσα στη Βουλή ζητούσαν την εξουδετέρωση των δημοτικιστών, τώρα βρήκαν ευκαιρία να πραγματοποιήσουν τις βλέψεις τους και θα ζητήσουν να μπούνε στο Σύνταγμα διατάξεις που κατοχυρώνουν τη γλώσσα εναντίον των «υπονομευτών» της (Στεφάνου,1981,σ.236). Στις θυελλώδεις συζητήσεις στην Αναθεωρητική Βουλή η μεγάλη πλειοψηφία των Βουλευτών υποστήριξε την προστασία της καθαρεύουσας με το Σύνταγμα και  ο Βενιζέλος δέχτηκε να περιληφθεί στο Σύνταγμα του 1911 το παρακάτω διάταγμα  για την επίσημη  γλώσσα του κράτους (Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 1911) :
«Άρθρο 107:Επίσημος γλώσσα του κράτους είναι εκείνη, εις την οποίαν συντάσσονται το πολίτευμα και της ελληνικής νομοθεσίας τα κείμενα. Πάσα προς παραφθοράν ταύτης επέμβασις απαγορεύεται»( Δημαράς,1974,τ.Β΄,σ.307).     
           Τις απόψεις του για το Γλωσσικό και για το «δεσμευτικό» άρθρο 107 του Συντάγματος, του δόθηκε ευκαιρία να τις ξανασυζητήσει στην Αλεξάνδρεια το 1914 σε κύκλο ομογενών. «Ότε μου επεβάλλετο, είπε, το πρώτον άρθρον του Συντάγματος δια την γλώσσαν, ευρέθην προ διλήμματος: ή να επιμείνω εις τα ιδέας μου και να παραγνωρίσω το πολιτικόν μου πρόγραμμα της αναγεννήσεως της ελληνικής φυλής ή να υποχωρήσω προς στιγμήν και να δεχθώ ένα τοιούτον συμβιβασμόν, ο οποίος δεν θα έβλαπτε τον γλωσσικόν αγώνα» (Τριανταφυλλίδης,τ.Δ΄,1963,σ.286).
            Είναι γεγονός ότι τότε ο Βενιζέλος πίστευε ότι θα κινδύνευε η εφαρμογή των γενικότερων πολιτικών ιδεών του, αν τάσσονταν ανεπιφύλακτα υπέρ της δημοτικής. Τώρα όμως που έχει αποκτήσει σημαντικό κύρος διατυπώνει ανεπιφύλακτα τις ιδέες του (Κριαράς,1986,σ.187). «Η δημοτική γλώσσα, λέει, θα θριαμβεύση. Διότι δι’ αυτής θα γραφή η νεοελληνική φιλολογία, η οποία είναι ο κυριότερος συντελεστής του πολιτισμού μας»(Τριανταφυλλίδης,τ.Δ΄,1963,σ.287). Και ήταν ο ίδιος που δύο χρόνια αργότερα, κράτησε το λόγο του και έφερε τη δημοτική με όλες τις τιμές στο σχολείο.

β) Τα νομοσχέδια του 1913

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μετά την επιτυχή διεξαγωγή των Βαλκανικών πολέμων προχωρεί και στην εφαρμογή μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Γι’  αυτό το σκοπό  κατατέθηκαν στη βουλή  το Νοέμβριο του 1913 από τον Ι. Τσιριμώκο  νομοσχέδια, τα οποία συνέταξε ο Δ. Γληνός (Μπουζάκης,1994,σσ.55-110.Δημαράς,1973,σσ.93-97).Τα νομοσχέδια του 1913 προέβλεπαν κυρίως τα εξής:
·      Υποχρεωτική φοίτηση στα νηπιαγωγεία από 4 ετών (εκεί που θα λειτουργούσαν).
·      Καθιέρωση υποχρεωτικού, αυτόνομου και  εξαετούς δημοτικού σχολείου.
·      Στην Μέση Εκπαίδευση υπάρχουν δύο ανεξάρτητα τύποι σχολείων:
α) Το τρίχρονο Αστικό σχολείο με τεχνικό και πρακτικό χαρακτήρα όπου μπορούν να φοιτήσουν χωρίς εξετάσεις οι απόφοιτοι του δημοτικού σχολείου. Οι απόφοιτοι του αστικού σχολείου μπορούν να εγγραφούν μετά από εισαγωγικές εξετάσεις στο Διδασκαλείο δημοτικής εκπαίδευσης, στη Ναυτική Σχολή Δοκίμων ή σε Εμπορικές Γεωπονικές και άλλες τεχνοεπαγγελματικές σχολές. Έχουν επίσης τη δυνατότητα να μεταπηδήσουν σε μια από τις τρεις τάξεις του γυμνασίου μετά από κατατακτήριες εξετάσεις (Μπουζάκης,1999,σ.64).
β) Το εξάχρονο Γυμνάσιο το οποίο χωρίζεται σε φιλολογικό και πραγματικό. Οι απόφοιτοι του φιλολογικού τμήματος, έχουν δικαίωμα εγγραφής σε μια από τις θεωρητικές σχολές του Πανεπιστημίου (φιλολογία, νομική, θεολογία),ενώ οι απόφοιτοι του πραγματικού τμήματος μπορούν να εγγραφούν σε μία από τις θετικές σχολές του Πανεπιστημίου (Ιατρική, φυσικομαθηματικά κλπ.) και με εισαγωγικές εξετάσεις, μπορούν να εγγραφούν στο Ανώτατο Τεχνικό Εκπαιδευτήριο και στη στρατιωτική σχολή Ευελπίδων (Μπουζάκης,1999,σ.64).
·        Φροντίδα για τη μόρφωση της Ελληνίδας.
·        Δημιουργία του δεύτερου σχολικού δικτύου ,δηλ. της τεχνοεπαγγελματικής εκπαίδευσης ,με σκοπό την προετοιμασία για την κοινωνική και οικονομική ζωή και τη σύνδεση σχολείου με την παραγωγή.
·        Κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο δημοτικό σχολείο και προτείνεται η επαρκής διδασκαλία της «νεωτέρας» γλώσσας. Νεώτερη, εδώ, ο εισηγητής δεν εννοεί τη δημοτική, αλλά την καθαρεύουσα (Φραγκουδάκη, 1977, σ.31).
·         Προσπάθεια για μεταφορά του κέντρου βάρους της διδασκαλίας από τα γλωσσικά μαθήματα, στα πρακτικά και τεχνικά.
·        Μέριμνα για την εξασφάλιση κτιριακής υποδομής.
·        Για την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών ψηφίζεται το Β.Δ. 26/8/1914, το οποίο καταργεί τους τρεις βαθμούς των δασκάλων και αναδιαρθρώνει τα Διδασκαλεία. Ημέρα ελευθερίας για τους δασκάλους χαρακτηρίστηκαν τα νομοσχέδια από τον εισηγητή εφόσον με αυτά επιτυγχάνεται η πνευματική και οικονομική χειραφέτηση του δασκάλου. «Ο δάσκαλος υπήρξε κι αυτός θύμα δουλείας πνευματικής, δουλείας οικονομικής, δουλείας ηθικής»(Γληνός,1925,139).
            Τα νομοσχέδια του 1913, αποτελούν μια ολοκληρωμένη πρόταση για τη θεσμοθέτηση του αστικού σχολείου. Ο Δ. Γληνός στο βιβλίο του «Ένας άταφος νεκρός» γράφει ότι το κεντρικό σημείο της μεταρρύθμισης, το οποίο αποτελεί τη βάση της πυραμίδας είναι το Κοινό Δημοτικό Σχολείο το οποίο «είναι προορισμένο να επαναφέρει την υγείαν εις τον κοινωνικόν οργανισμόν». Αυτό με τις απαιτούμενες βελτιώσεις θα δώσει παιδεία και φως στο λαό και θα πραγματοποιήσει την αρχή του Καποδίστρια «Τίποτε άλλο πριν εξασφαλισθεί το πνευματικό ψωμί του λαού».
             Τελικά όμως μέρος των νομοσχεδίων θα ψηφιστεί, διότι προκάλεσαν εξαιτίας του νέου πνεύματος που διαπνέονταν  αντιδράσεις. Ψηφίστηκε μόνο το νομοσχέδιο που αναφερόταν στη Διοίκηση και έγινε σύνταξη νέων αναλυτικών προγραμμάτων για το δημοτικό σχολείο, που ίσχυσαν περισσότερο από πενήντα χρόνια. Τα προγράμματα, έργο του Παιδαγωγού Δημ. Λάμψα, περιόρισαν τις ώρες διδασκαλίας των γλωσσικών μαθημάτων και αύξησαν τις ώρες των τεχνικών, ικανοποιώντας έτσι το αίτημα της εποχής (Ευαγγελόπουλος,1984,σ.15).
Οι  αντιδράσεις  ήταν πολλές τόσο από τα φεουδαρχικά κατάλοιπα και τους συντηρητικούς αστούς, όσο και από μερικούς φιλελεύθερους  βουλευτές  του  Βενιζέλου. Ο Ελ. Βενιζέλος μπροστά στο θόρυβο και στις αντιδράσεις που προκάλεσαν τα νομοσχέδια, φοβήθηκε ότι κινδυνεύει να χάσει την υποστήριξη του λαού, αλλά και των συνεργατών του. Έτσι λοιπόν, έκανε πίσω αναβάλλοντας την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση «δι’ ευθετώτερον χρόνον».

γ) Η γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917


            Στην Ελλάδα αυτή την περίοδο εξαιτίας των πολεμικών γεγονότων στην περιοχή των Βαλκανίων και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εγκαινιάστηκε μια μακρά περίοδος πολιτικών ανωμαλιών και συγκρούσεων, που έγινε γνωστή ως «Διχασμός» ( Σβορώνος,1985,σσ.121-123). Στο πλαίσιο αυτών των συγκρούσεων, ο  Βενιζέλος  με σκοπό  να θέσει τη χώρα στο πλευρό των συμμάχων, κήρυξε επανάσταση (Τζάνη,Παμουκτσόγλου,1998,σ.113).Η επαναστατική κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη το 1917 ασχολήθηκε και με την εκπαιδευτική και γλωσσική μεταρρύθμιση. Με πρωτοβουλία του Δ. Γληνού, υιοθετήθηκαν όλες οι γλωσσικές αρχές του εκπαιδευτικού ομίλου. Η βασική αλλαγή που θεσμοθέτησε η μεταρρύθμιση του 1917 αφορά τη γλώσσα του Δημοτικού Σχολείου, ενώ η διάρθρωση παραμένει η ίδια με εκείνη της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας του 1913 (Χατζηστεφανίδης,1986,σ.266). Συγκεκριμένα επιτεύχθηκαν τα εξής:
·      Με το Ν.Δ. 2585/1917 ή Ν. 1332/1918 καθιερώνεται η δημοτική γλώσσα σ’ όλες τις τάξεις του δημοτικού σχολείου, με παράλληλη διδασκαλία της καθαρεύουσας στις δύο τελευταίες τάξεις.
·      Ορίστηκε να γραφούν στη δημοτική γλώσσα τα βιβλία των τεσσάρων τάξεων του δημοτικού σχολείου. Αποφασίστηκε να εγκρίνονται από το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο πολλά αναγνωστικά και να ισχύουν για αόριστο χρόνο μετά την έγκρισή τους.
·        Με το Ν. 826/1917 η διοίκηση της εκπαίδευσης συμπληρώνεται με το θεσμό των δύο «Ανωτέρων Εποπτών» της Δημοτικής Εκπαίδευσης.
·        Με το νόμο 2125/1920 το Κράτος αναλαμβάνει όλες τις δαπάνες της στοιχειώδους εκπαίδευσης.
·      Με το νόμο 2243/1920 ιδρύθηκε στην Αθήνα η Παιδαγωγική Ακαδημία μεταπτυχιακή σχολή διετούς φοίτησης. Σ’ αυτήν προσαρτήθηκε με το νόμο 381/1917, το Μαράσλειο Διδασκαλείο, το οποίο θα αποτελούσε το πρότυπο Διδασκαλείο του Κράτους.
·      Τη διετία του 1917 - 1919 θα κυκλοφορήσουν 10 νέα αναγνωστικά γραμμένα στη δημοτική   με βάση την γραμματική του Μ. Τριανταφυλλίδη (Μπουζάκης,1999,σ.86).

δ) Κριτική   θεώρηση


Οι μεταρρυθμίσεις του 1913 και 1917 συμπληρώνουν η μία την άλλη, αφού πρωταγωνιστές τους είναι o Δ. Γληνός , ο  Μ. Τριανταφυλλίδης και ο Α. Δελμούζος ,μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου και έχουν την πολιτική βούληση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Πολύ σημαντικό είναι το γεγονός ,ότι είναι προσανατολισμένες στις σύγχρονες ανάγκες της ζωής, αφού στο σκοπό της εκπαίδευσης προβλέπεται και   «  η προετοιμασία των παιδιών για τη ζωή».Η κυριότερη καινοτομία τους ήταν η καθαρά αστική αντίληψη για την ιδεολογική κοινωνικοπολιτική, εθνική, παιδαγωγική, πολιτιστική και οικονομική  λειτουργία του σχολείου(Μπουζάκης,1999,σ.32).
          Στα νομοσχέδια του1913 παρατηρείται και ένας ταξικός προσανατολισμός στη νέα σχολική δομή, αφού πετυχαίνεται αντιστοίχιση της κοινωνικής με την εκπαιδευτική πυραμίδα. Επιπλέον παρατηρεί κανείς, μια πολύ προχωρημένη και πολύ σύγχρονη αντίληψη  και  μια δομή πιο δημοκρατική ακόμη και από τις μεταρρυθμίσεις του 1964 και 1976 , αφού υπάρχει ελεύθερη οριζόντια και κάθετη κινητικότητα (Δημαράς,1973,σ.93).       
            Εκτός από τις καινοτομίες που αναφέραμε   στα νομοσχέδια του 1913 αξίζει να σταθούμε στο  θαρραλέο διάταγμα  για την εισαγωγή της δημοτικής στα σχολεία, το οποίο αποτελεί αναμφισβήτητο σταθμό στην ιστορία της Ελληνικής Παιδείας. Ο ίδιος ο Βενιζέλος στις 2 Απριλίου του 1918, αναφερόμενος σ’ αυτό το διάταγμα θα πει στη Βουλή:
          «... Όταν εσηκώθηκα απ’ εδώ και έγινα επαναστάτης εναντίον ενός πανίσχυρου Βασιλέως, δια να επιβάλω την πολιτικήν μου, ένα από τα πρώτα τα οποία έκαμα, ήτο να επιβάλω δια νομοθετικού διατάγματος την εισαγωγήν της δημοτικής γλώσσης εις την κατωτέραν εκπαίδευσιν. Τόσην πεποίθησιν είχα ότι είναι και αυτό ένα από τα σοβαρότερα κεφάλαια του προγράμματός μας…Ότι αν αυτό το ζήτημα δεν λυθή, είναι αδύνατον η Ελλάς να πάη μπροστά»( Στεφάνου,1986,σ.1541).
          Το εξαιρετικό ενδιαφέρον του Ελευθερίου Βενιζέλου για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση φαίνεται από το ότι ζήτησε να παρευρίσκεται στο πρώτο μάθημα (28 Φεβρουαρίου 1918) που έκαμε ο Δελμούζος, στη σειρά μαθημάτων για τους δημοδιδασκάλους που οργανώθηκαν τότε ,με ομιλητές τους ανώτερους επόπτες της δημοτικής εκπαίδευσης, Δελμούζο και Τριανταφυλλίδη (Τριανταφυλλίδης,τ.Δ΄,1963,σ.508).
Ακόμη ο Νιρβάνας διηγείται, ότι ο Βενιζέλος ζήτησε να έχει την ευχαρίστηση να είναι ο πρώτος αναγνώστης των νέων αναγνωστικών του δημοτικού σχολείου.«Πρέπει να ξέρετε, έλεγε, ότι την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση τη λογαριάζω σαν τον μεγάλο τίτλο της πρωθυπουργίας μου και σαν την μεγαλύτερη υπηρεσία μου στην πατρίδα»   (Νουμάς τ.16, 1919, σ.16).
              Τα νέα σχολικά βιβλία που κυκλοφόρησαν ήταν γραμμένα στη γλώσσα του λαού, είχαν στο κέντρο το παιδί, κυριαρχούνταν από ένα καινούργιο αντιαυταρχικό πνεύμα και ήταν απαλλαγμένα από ηθικολογικούς και πατριδολογικούς δογματισμούς,  διδακτισμό κ.ά.. Αντίθετα, πρόβαλαν τη συλλογικότητα την κοινωνικότητα, τιμιότητα την  εργατικότητα κ.ά. (Μπουζάκης,1999,σ.70).   
            Οι αντιδράσεις για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση από την αρχή της μεταρρύθμισης ήταν μεγάλες. Η μεταρρύθμιση του 1917  συνδέθηκε με την τύχη του κόμματος των φιλελευθέρων και το γλωσσικό που ήταν ένα ζήτημα επιστημονικής διένεξης μετατοπίστηκε σε πολιτικό επίπεδο με αποτέλεσμα ένα εθνικό αίτημα να κομματικοποιηθεί (Κιτσαράς,1996,σ.57). Ανάμεσα στους διστακτικούς και τους επιφυλακτικούς ήταν και μερικοί δημοτικιστές που πίστευαν ότι, πριν από το κρατικό αυτό μέτρο, έπρεπε να γίνει η κατάλληλη προετοιμασία, τουλάχιστον από τον Εκπαιδευτικό Όμιλο. Ακόμη κι αυτός ο Δελμούζος αργότερα είχε τις αμφιβολίες του και το 1939 χαρακτήρισε τη μεταρρύθμιση του 1917 «άλμα επικίνδυνον». Μεγάλη αντίδραση υπήρχε  και μέσα στο  βενιζελικό κόμμα. Ο Βενιζέλος όμως ήταν  αποφασισμένος για την εφαρμογή της μεταρρύθμισης, γι’ αυτό  εδήλωνε  το 1918 στη Βουλή:  «Δεν θα κάμωμεν συμβιβασμόν... Είπον καθαρά ότι εις το δημοτικό σχολείο θα έχωμε τη δημοτική γλώσσα» (Μπουζάκης,1999,σ.71).
Επικεφαλής των επικριτών είναι ο γλωσσολόγος  Γ. Ν. Χατζηδάκις ο οποίος χαρακτήρισε τους πρωτεργάτες της μεταρρύθμισης «υπονομευτές της ελληνικής γλώσσας» και τον Μ. Τριανταφυλλίδη ότι εισήγαγε «ιδιότευκτον γλώσσαν» και ότι « πάσει δυνάμει υποστηρίζει τας ξένας λέξεις»(Xατζηδάκης,1920,σσ.47-51).
            Η μεταρρύθμιση, είπε το 1921 ο Μ. Τριανταφυλλίδης ,στόχευε στην αναγέννηση της  ελληνικής  παιδείας (Τριανταφυλλίδης,τ.Δ΄,1963). Γι’ αυτό και οι επικριτές της  χτυπάνε όχι μόνο  τη  γλώσσα , αλλά και τις νέες αξίες  και τη νέα ιδεολογία που είναι  εμποτισμένα τα νέα βιβλία(Φραγκουδάκη, 1977, σ.41). 
Με την πτώση της κυβέρνησης το Νοέμβριο του 1920, η μεταρρύθμιση ανακόπηκε και  το  γλωσσοεκπαιδευτικό  πρόβλημα αντιμετωπίστηκε  ως  θέμα  πολιτικό (Ευαγγελόπουλος,1984,σ.17& Μπουζάκης,1994,σ.46). Άλλη  μια  φορά  η πολιτειακή παλινδρόμηση είχε σαν συνέπεια   και  την  εκπαιδευτική. Η  "Επιτροπεία" έκρινε  τα βιβλία  «ως εθνικώς επιλήψιμα    και πρότεινε  «να       καώσι» (Δημαράς,1973,σ.130). Έτσι χάθηκε μια πρώτη μεγάλη προσπάθεια για την οργάνωση ενός εκπαιδευτικού συστήματος,  βασισμένου στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας.

Η 2Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ:  1928-1932

α) Η δεκαετία του 1920: Τα σημαντικότερα  γεγονότα
      Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια του 1913 και 1917 για την ανανέωση της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας, δεν θα ευδοκιμήσει. Η πολιτική αστάθεια της δεκαετίας του '20 ,κάθε άλλο παρά ευνοϊκή θα αποδειχθεί για την εκπαίδευση (Μπουζάκης 1999,σ.74 . Ευαγγελόπουλος 1987,Τχ.Β΄, σ.18).
      Το 1921 με την απόφαση της "Επιτροπείας" , "να καώσι" τα 13 αναγνωστικά των πέντε πρώτων τάξεων του Δημοτικού Σχολείου "ως έργα ψεύδους και κακοβούλου προθέσεως" (Δημαράς 1998, Τ. Β΄,σσ.130-131) , επαναφέρονται  τα προ του 1917 εγκεκριμένα βιβλία και καταργείται η διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας. Την εποχή σηματοδοτούν γεγονότα όπως η Μικρασιατική καταστροφή , η οποία εκτός του τραγικού της αποτελέσματος, επέφερε και πλήθος εσωτερικών οικονομικών και σχετιζόμενων με το προσφυγικό θέμα προβλημάτων.  Από το 1922 ως το 1930, η Ελλάδα δαπάνησε 20.920 εκατ. δρχ. για την περίθαλψη και την αποκατάσταση των προσφύγων («Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», 1980, Τ.ΙΕ΄,σ.5. Χατζηστεφανίδης 1986, σ. 271. Βερέμης, 2000).
      Τα Μαρασλειακά το 1925, με πρωταγωνιστές τους Δελμούζο, Γληνό και  Ιμβριώτη,  μια επανάληψη της  ιστορίας του Βόλου, η δικτατορία του Πάγκαλου , ο οποίος κατήργησε και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το οποίο επαναλειτούργησε με το Διάταγμα της 21/9/1926, η διάσπαση του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» το 1927 και ο διαχωρισμός των θέσεων του Δελμούζου και του Γληνού τόσο στο πολιτικό όσο και στο εκπαιδευτικό κίνημα του τόπου (Μπουζάκης 1999,σσ. 75-76 . Δημαράς 1998, Τ.Β΄, σσ.146-147 . «Μεγάλη Παιδαγωγική Εγκυκλοπαίδεια» 1967, σ.418 . Γέρου 1990,σ.239), επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό την ελληνική κοινωνία.
      Το 1927 θα ψηφισθεί και το 8ο Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, το οποίο ορίζει ότι τα "έτη της υποχρεωτικής φοιτήσεως, … δεν δύνανται να είναι ολιγώτερα των έξ". Το κράτος ή η Τοπική Αυτοδιοίκηση αναλαμβάνουν την εποπτεία και τις δαπάνες της εκπαίδευσης, τα δε προγράμματα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, θα υπόκεινται στον έλεγχο του Υπουργείου Παιδείας.(Δημαράς 1998, Τ.Β΄, σσ.307-309). Το 1928 με τα "Διδασκαλειακά" διώκεται, από το Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης, ο Μίλτος Κουντουράς, από τα ιδρυτικά μέλη της "Φοιτητικής Συντροφιάς" (17/2/1910) (Κουντουράς 1985, Τ. Β΄, σ. 315 κ.ε.).
     Το 1927-1928, η «ελληνική οικονομία παραμένει κύρια αγροκτηνοτροφική». Το 53% των κατοίκων ήταν αγράμματοι , ενώ ο γυναικείος πληθυσμός παρουσιάζει υψηλότερα ποσοστά αναλφαβητισμού (69%).
      Υπολογίστηκε ότι 200.000 άτομα, δεν φοιτούσαν καθόλου στο σχολείο, ένα μικρό ποσοστό παρακολουθούσε τα μαθήματα της Μέσης Εκπαίδευσης, ενώ ένα ελάχιστο συνέχιζε στο Πανεπιστήμιο. Το μεγαλύτερο ποσοστό διοχετευόταν στην παραγωγή, χωρίς καμία απολύτως επαγγελματική προετοιμασία. Ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης βασικά παραμένει θεωρητικός - κλασικιστικός, χωρίς να μπορεί να ακολουθήσει τις κοινωνικο –οικονομικές, πολιτιστικές ανάγκες της χώρας (Μπουζάκης 1999, σσ.74, 80 . Πυργιωτάκης 1998).
      Τα αδιέξοδα που δημιουργεί η επιδείνωση της κοινωνικής πολιτικής αστάθειας που είχε αρχίσει με το τέλος της μικρασιατικής καταστροφής, αναγκάζει ένα τμήμα τουλάχιστον της αστικής τάξης, να στραφεί και πάλι στο Βενιζέλο (Βρυχέα & Γαβρόγλου 1982, σ.31), θεωρώντας ότι για τη συγκεκριμένη στιγμή, θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες και ιδιαιτερότητες της χώρας, όπως αυτές είχαν αρχίσει να διαφαίνονται στην ελληνική κοινωνία .

β) Τα νομοσχέδια του 1929
      Οι εκλογές του 1928 θα δώσουν πρωτοφανή  πλειοψηφία στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Στις 19 Αυγούστου εκλέγεται θριαμβευτικά και παρά την παγκόσμια οικονομική κρίση, το κράτος απευθύνεται στις ξένες αγορές και δανείζεται, προσπαθώντας να χρηματοδοτήσει τα οικονομικά προγράμματά του.
      Την εποχή εκείνη σημειώνεται άνοδος  της ναυτιλίας ,του εμπορίου αλλά και της   βιομηχανίας. Έτσι αυξάνεται και ο πληθυσμός που απασχολούνταν σε αυτούς τους τομείς και καταδεικνύεται επιτακτική η ανάγκη για τεχνική - επαγγελματική εκπαίδευση (Κωστής 1989 . Μπουζάκης 1994, σ.39 . Δοκίμια, Ιστορία 1 1980, σ.XIV).
      Ένα πρώτο μέλημα του Βενιζέλου αποτελεί και η εκπαίδευση. Για το λόγο αυτό, θα κατατεθούν στη Βουλή στις 2 Απριλίου 1929 από τον Υπουργό Παιδείας Κ. Γόντικα , μια σειρά από 13 σχέδια νόμου, ανάμεσα στα οποία τα νομοσχέδια για τη Στοιχειώδη (μετέπειτα Ν. 4397/16-8-1929) και τη Μέση Εκπαίδευση (μετέπειτα Ν. 4373/13-8-1929).Η προσπάθεια αυτή έμεινε γνωστή ως η μεταρρύθμιση του 1929. Στην Εισηγητική Έκθεση, ο εισηγητής και μετέπειτα Υπουργός Παιδείας Γ. Παπανδρέου, θα διατυπώσει με σαφήνεια  τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση αυτή : "…Η εκπαιδευτική μεταρρύθμισις θα έπρεπε να θεραπεύση τα δύο κρίσιμα ελαττώματα του σημερινού εκπαιδευτικού συστήματος, την ολιγαρχικότητα και την μονομέρειαν. Θα έπρεπε να παράσχη αυτοτελή αυτάρκη εκπαίδευσιν και εις τα 95% του ελληνικού λαού, τα οποία σήμερον παραγκωνίζονται, παρά το γεγονός ότι ισχύει δημοκρατικόν πολίτευμα. Θα έπρεπε επίσης να προνοήση ώστε οι πολίται της ελληνικής δημοκρατίας να προπαρασκευάζονται επαρκώς δια τον οικονομικόν βίον, εις τρόπον ώστε αι πλουτοπαραγωγικαί δυνάμεις της χώρας να γίνωνται αφθονώτεραι εις απόδοσιν δια της επαρκούς ειδικής παρασκευής όλων των καλλιεργητών της γης και όλων των επαγγελματιών…" (Μπουζάκης 1994, σσ. 39, 41. Δημαράς 1998,Τ.Β΄, σσ.163-166)
      Η μεταρρύθμιση έγινε με βασικούς στόχους :
·        Την ίδρυση νηπιαγωγείων κατά τόπους. και την επικράτηση του θεσμού της προσχολικής αγωγής. .
·        Το υποχρεωτικό εξάχρονο, μικτό δημοτικό σχολείο, διότι παρέχει το δικαίωμα ενιαίας, ομοιόμορφης και κοινής εκπαίδευσης για όλα τα ελληνόπουλα, χωρίς κοινωνικές διακρίσεις.
·        Την ίδρυση ανώτερου Παρθεναγωγείου και κατώτερων επαγγελματικών σχολείων. Προσπάθεια στροφής της εκπαίδευσης από τον κλασικισμό στην κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, δηλαδή σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή. Η πρόθεση αυτή διαφαίνεται και με την ίδρυση πρακτικών λυκείων καθώς και με το πρόγραμμα μαθημάτων του γυμνασίου.
·        Την ίδρυση των νυκτερινών σχολείων για τα άτομα εκείνα που είχαν υπερβεί τη νόμιμη ηλικία για φοίτηση στο δημοτικό, ώστε να καταπολεμηθεί ο αναλφαβητισμός.
·        Τις κυρώσεις για την ελλιπή φοίτηση και τη διαρροή των μαθητών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, ιδιαίτερα στις υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας.
·        Τα ενιαία Πεντατάξια Διδασκαλεία.
·        Τη δημιουργία "Παιδαγωγικής Ακαδημίας" για την κατάρτιση (ψυχοπαιδαγωγική και καλλιέργεια διδακτικής ικανότητας - μεταπτυχιακού επιπέδου) αυτών που θα στελέχωναν τα Διδασκαλεία κατά βαθμίδα και ειδικότητα. (Χατζηστεφανίδης 1986,σσ . 276-277 . Δημαράς 1998, Τ.Β΄,σ.172 .  Τζάνη & Παμουκτσόγλου 1998, σσ. 128-129).
·        Την πρόβλεψη μέτρων για την ίδρυση  ειδικών τάξεων ή ξεχωριστών σχολείων για νοητικά καθυστερημένα παιδιά, καθώς και την ίδρυση υπαίθριων σχολείων για ασθενικά παιδιά (Ευαγγελόπουλος 1987, Τχ.Β΄, σσ.21-23).
·        Επίσης αντικαθίσταται η παλιά από τους Βαυαρούς διάρθρωση των σχολικών βαθμίδων , δημοτικό - ελληνικό - γυμνάσιο, 4+3+4, με τη νέα ,δημοτικό - γυμνάσιο, 6+6.

      Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δόθηκε νέος ιδεολογικός προσανατολισμός στους εκπαιδευτικούς, όταν ο Γ. Παπανδρέου είπε ότι : "Η μεγάλη Ιδέα δεν είναι μόνο πολεμική, γεωγραφική, ποσοτική έννοια (…). Η μεγάλη Ιδέα παραμένει αθάνατος. Απλώς μόνο μεταβάλλει περιεχόμενο. Από την αύξησιν του εδάφους μετατοπίζεται εις την ανύψωσιν του πολιτισμού". Και θα γίνει αναφορά για μια «Λαϊκή Παιδεία που αποτελεί το περιεχόμενο της Λαϊκής Δημοκρατίας» (Παπανδρέου, Τ.Α΄, σσ.186,196 κ.ε. . Μπουζάκης 1999, σ.87). Από τότε δε, καθιερώνεται και η μονιμότητα των εκπαιδευτικών - των δημοσίων υπαλλήλων-, ενώ με τη δωρεάν και υποχρεωτική στοιχειώδη εκπαίδευση, το δημοτικό «έπαυσε να θεωρείται ο προθάλαμος του Γυμνασίου και απέκτησε δικό του κύρος και οντότητα» (Ευαγγελόπουλος 1998,σ.16 . Πυργιωτάκης 1992, σ.153).
     
γ) Κριτική  θεώρηση 
     Τα νομοσχέδια  θεωρήθηκαν «προοδευτικά» για τα ελληνικά δεδομένα και η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών αντέδρασε τόσο, ώστε να θεωρεί ότι"….ουδέν σημείον του εκπαιδευτικού ημών συστήματος καταλείπουσι ταύτα άθικτον". Για το λόγο αυτό, θα πρέπει η Κυβέρνηση "…. όπως μη επιδείξει σπουδήν προς επιψήφισην και άμεσον γενικήν εφαρμογήν των υπ’ αυτής προτεινομένων εκπαιδευτικών μέτρων…." ( Δημαράς 1998, Τ.Β΄, σσ. 166-168)
      Από εντελώς αντίθετη θέση με τη Φιλοσοφική Σχολή, ο Γληνός σε άρθρο του στην εφημερίδα «Ακρόπολι» ( Ιούνιος 1929), θα ασκήσει  αυστηρή κριτική στα νομοσχέδια, διότι "ό,τι περιέχουν καλό δεν είναι νέο, ό,τι περιέχουν νέο δεν είναι καλό" και θα τα χαρακτηρίσει "ως ιλαροτραγωδία".
      Γεγονός είναι ότι οι ελλείψεις της ελληνικής εκπαίδευσης πριν τη μεταρρύθμιση του 1929, δεν άφηναν πολλά περιθώρια στο λαό να φοιτήσει στο δημοτικό σχολείο.
      Με την εκπαιδευτική πολιτική του 1929 "μπαίνουν τα θεμέλια του αστικού σχολείου" (Φραγκουδάκη 1977, σελ.66), εισάγεται ο θεσμός των παράλληλων σχολείων και διαμορφώνεται το διπλό εκπαιδευτικό δίκτυο με επιλεκτικό χαρακτήρα. (Πυργιωτάκης 1998). Σημαντική  καινοτομία αποτελεί και η ίδρυση του ανώτερου Παρθεναγωγείου και των κατώτερων επαγγελματικών σχολείων . Ωστόσο η διάρθρωση των εκπαιδευτικών βαθμίδων του 1929,   σε σχέση με εκείνη του 1913, παρουσιάζει "ταξικότερη" μορφή. Το 1913 από το αστικό σχολείο μπορούσαν οι απόφοιτοι να κατευθυνθούν προς το Γυμνάσιο (οριζόντια διέξοδος), ή προς τα διδασκαλεία, τις ναυτικές και τεχνικές - επαγγελματικές σχολές (κάθετη διέξοδος), κάτι που δεν συμβαίνει στη μεταρρύθμιση του 1929 (Μπουζάκης 1999, σσ.85-86).         Παρόλα αυτά διαφαίνεται  η προσπάθεια για αλλαγή στο πνεύμα του συστήματος  με την αύξηση των ετών φοίτησης στο δημοτικό, το εξάχρονο γυμνάσιο που διακλαδώνεται μετά τη δεύτερη τάξη σε κλασική, πρακτική και γεωργική κατεύθυνση, τη μέριμνα για την προσχολική αγωγή, την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, τη μόρφωση του διδακτικού προσωπικού, τη σωματική αγωγή και την εκπαίδευση κοριτσιών, την επαγγελματική εκπαίδευση (Δημαράς 1998. Τ.Β΄, σ. μζ ).
      Η αναγκαιότητα αυτού του είδους εκπαίδευσης τονίζεται και στις τοποθετήσεις άλλων βουλευτών - εισηγητών. Ο Ρ. Λιβαθινόπουλος θα πει ότι το κράτος πρέπει "να δώση εις τον Ελληνικόν λαόν εκπαίδευσιν αρτίαν, ήτις και μόνη εξυψώνει τας ηθικάς και υλικάς δυνάμεις του λαού" και "υπάρχει απόλυτος ανάγκη να δοθώσιν νέαι κατευθύνσεις και δη να ενισχυθή η επαγγελματική μόρφωσις ". Ο δε Παπαναστασίου : "…. Οι μαθηταί …. να αποκτούν γνώσεις αι οποίαι είναι σπουδαιόταται δια τον πρακτικόν βίον". Αλλά "… αντί "νέας Ελληνικής γλώσσης", να βάλετε "δημοτική γλώσσα". Ορθόν είναι η διδασκαλία να γίνεται εις την δημοτικήν γλώσσαν"(Μπουζάκης 1994, σελ. 43). Για το λόγο αυτό σε μια προσπάθεια επίλυσης του γλωσσικού ζητήματος, με το Νόμο 5045 του 1930 «Περί σχολικών βιβλίων», καθιερώνεται η διδασκαλία της δημοτικής σε όλες τις τάξεις του δημοτικού, αν και στις δύο τελευταίες τάξεις διδάσκεται παράλληλα με την καθαρεύουσα.. Τα βιβλία διαιρούνται σε τρεις κατηγορίες: Τα διδακτικά -αναγνωστικά και εγχειρίδια διαφόρων μαθημάτων-, τα βοηθήματα και τα ελεύθερα αναγνώσματα στη δημοτική γλώσσα, σύμφωνα όμως με την προβλεπόμενη διδακτική ύλη. Επίσης, γενικεύτηκε ο τύπος του Πεντατάξιου  Διδασκαλείου, ώστε να υπάρξει ριζική αναδιάρθρωση των Διδασκαλείων (Ευαγγελόπουλος 1987, Τχ. Β΄,σ.24 . Τζάνη & Παμουκτσόγλου 1998, σ.127).
      Ο Βενιζέλος πίστευε ότι το δημοτικό σχολείο αποτελούσε «τις ρίζες και την ελπίδα του έθνους»  και θέλησε να το ανανεώσει με άτομα που θα διέθεταν την κατάλληλη εκπαίδευση μέσα από τα Ενιαία Πεντατάξια Διδασκαλεία. ( Χάρης 1986). Τα Διδασκαλεία του τύπου αυτού, καταργούνται με το Ν. 5802/1933 και ιδρύονται οι Παιδαγωγικές Ακαδημίες, μεταγυμνασιακές σχολές διάρκειας δύο ετών (Ευαγγελόπουλος 1987, Τχ.Β΄, σ. 79).
      Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και «ως ορόσημο για την προσχολική αγωγή» στην Ελλάδα. Το τρίτο από τα 13 νομοσχέδια που κατατίθενται στη Βουλή προς ψήφιση, αφορά στην προσχολική αγωγή (Κιτσαράς 2001, σ.63). Η πρόθεση για την ίδρυση των νηπιαγωγείων, φανερώνει τη συνειδητοποίηση των αναγκών της εποχής και γίνεται αναφορά σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, ιδιαίτερα στα κατώτερα ( εργατικά) (Χαρίτος 1996, σ.219). Έτσι το νηπιαγωγείο εντάσσεται οριστικά στη στοιχειώδη εκπαίδευση, ενώ για πρώτη φορά διατυπώνεται ο σκοπός του, σκοπός «σχολειοπροετοιμαστικός» (Χαρίτος 1996, σ.122 . Κιτσαράς 2001, σ.74). Από τότε επικρατεί ο θεσμός της Προσχολικής Αγωγής και αρχίζει ή ίδρυση νηπιαγωγείων κατά τόπους, ενώ με το Ν.4376/1929, αναπτύσσεται ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να λειτουργούν τα Διδασκαλεία Νηπιαγωγών –Τετρατάξια Διδασκαλεία στα οποία υπήχθηκε και το Διδασκαλείο Νηπιαγωγών Καλλιθέας, το οποίο το 1922 είχε αναγνωριστεί ως δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα.(ΦΕΚ 309/24.8.1929, Άρθρο2 . Σιφναίος 1929, σσ. 1746-1747,1889).
      Με Υπουργό Παιδείας τον Γ. Παπανδρέου, θα χτιστούν 145 καινούργια σχολικά κτήρια  και θα  συνταχθεί νέο πρόγραμμα για το γυμνάσιο. Θα συσταθεί και το "Εκπαιδευτικό Συμβούλιο", για το σχεδιασμό ενιαίας πολιτικής (Ν. 4653/1930), το  οποίο καταργείται το 1933. Ακόμη όμως και αυτή , η μάλλον συμβιβαστική εκπαιδευτική πολιτική, δεν θα έχει διάρκεια..1200 κτήρια θα μείνουν ημιτελή, πολλά παιδιά δεν θα μπορέσουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους και το κλασικό γυμνάσιο θα συνεχίσει να είναι εκείνο που οδηγεί στο Πανεπιστήμιο ( Λέφας 1942, σ. 496 . Δημαράς 1998, σ. μη΄).
      Ο Βενιζέλος θα παραιτηθεί από την κυβέρνηση το 1932. Στην εξουσία ανεβαίνει το Λαϊκό Κόμμα και ο Κονδύλης. Επανέρχεται η διδασκαλία της καθαρεύουσας και η δημοτική γλώσσα περιορίζεται στις δύο πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου.
      Η Ελλάδα μέσα από δύσκολες ιστορικά συνθήκες θα  μείνει ,για πολλά χρόνια, πίσω στα θέματα της Παιδείας. Προσπάθεια ανανέωσης των ελληνικών σχολείων θα επιχειρηθεί το 1964, με τους Γ. Παπανδρέου, Λ. Ακρίτα και Ε. Παπανούτσο.
      Ωστόσο η εκπαιδευτική πολιτική που ακολουθήθηκε το 1929, αν και δεν πρόφθασε να επιφέρει αποτελέσματα, φάνηκε να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να ακολουθεί, έως ένα βαθμό, τις ανάγκες  της κοινωνίας  –πολιτιστικές, οικονομικές-, όπως διαμορφώνονται ή μετασχηματίζονται με την πάροδο των ετών. Και αν η θεωρία από την πράξη διαφέρει, η προσπάθεια αυτή δεν αναιρείται και έως σήμερα αποτελεί αντικείμενο μελέτης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αιτιολογική  έκθεσις του νομοσχεδίου (1913 Ι. Τσιριμώκου) «Περί Δημοτικής εκπαίδευσης».
Βρυχέα, Α. & Γαβρόγλου, Κ.:   Απόπειρες    μεταρρύθμισης   της   Ανωτάτης   Εκπαίδευσης
      (1911- 1981). Εκδ. Σύγχρονα Θέματα, Θεσσαλονίκη, 1982
Βερέμης, Θ.:  «Ελευθέριος  Βενιζέλος.  Μετά   θάνατον  γνώρισε  τη  γενική  αποδοχή.  Στο
     Παναγιωτόπουλος, Β.(επιμ.):Πρόσωπα του 20ού αιώνα. Εκδ. "Νέα Σύνορα", Αθήνα 2000,
     σελ. 64.
Γέρου, Θ.: Η Ελληνική Παιδεία. Εκδ. Μάλλιαρης- Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1990
Γληνός Δ.: Ένας άταφος νεκρός. Εκδ. εταιρία «Αθηνά», Αθήνα 1925.
Γληνός, Δ.:   « Τα  εκπαιδευτικά  νομοσχέδια :  η  νέα   παράσταση  της  παλιάς  κωμωδίας».
    Εφημ. «Ακρόπολις».9 /6/ 1929
Δημαράς, Α.: Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε. Τ. Β΄, Εκδ. Εστία, Αθήνα 1998
Δοκίμια, Ιστορία I.: «Μελετήματα γύρω από το Βενιζέλο και την Εποχή του». Αθήνα 1980
Ευαγγελόπουλος, Σ.:  Ιστορία  της  Νεοελληνικής  Εκπαίδευσης.  Τχ. Β΄,Εκδ.Δανιά, Αθήνα,
     1987
 Ευαγγελόπουλος, Σ.: Οι Παιδαγωγικές Ακαδημίες.  Ελληνικά  Γράμματα, Αθήνα, 1998
«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Τ. ΙΕ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1980
Κριαράς Ε.: Πρόσωπα και θέματα από την Ιστορία του δημοτικισμού» τ. Α΄. Εκδόσεις Καστανιώτη.
Κιτσαράς Γ.: Το Νεοελληνικό Εκπαιδευτικό Σύστημα, Πανεπιστήμιο Πατρών, Eκτυπωτικό κέντρο, Πάτρα, 1996
Κιτσαράς, Γ.: Προσχολική Παιδαγωγική. Αθήνα 2001
Κουντουράς, Μ.: Κλείστε τα σχολεία. Τ. Β΄,Εκδ. Γνώση, Αθήνα 1985
Κωστής, Κ.: «Ελληνική οικονομία  στα χρόνια  της κρίσης, 1929-1932». Στο Βερέμης, Θ. &
     Γουλιμή, Γ.(επιμ.) :  Ελευθέριος  Βενιζέλος, Κοινωνία- Οικονομία- Πολιτική  στην Εποχή
     του. Εκδ. Γνώση, Αθήνα 1989, σελ. 194, 213
Λέφας, Χ.: Ιστορία της Εκπαιδεύσεως. ΟΕΔΒ, Αθήνα 1942
«Μεγάλη   Παιδαγωγική  Εγκυκλοπαίδεια».   Τ.2,   Ελληνικά   Γράμματα- Herder,  Αθήνα
      1967
Μπουζάκης,  Σ.:  Νεοελληνική Εκπαίδευση( 8121-1999). Gutenberg,Αθήνα 1999
Μπουζάκης,  Σ.:  Εκπαιδευτικές   μεταρρυθμίσεις   στην    Ελλάδα. .   Τόμ.   Α΄  1913-1929,
     Gutenberg, Αθήνα 1994
Νουμάς: τόμoς 16, Αθήνα 1919
Παπανδρέου, Γ.: Πολιτικά κείμενα. Τ.Α΄
Πρακτικά Βουλής: Εφημερίς των συζητήσεων της Βουλής Συνεδριάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1911 και της 3ης Νοεμβρίου 1911.
Πυργιωτάκης, Ι.:   Η    Οδύσσεια     του     διδασκαλικού   επαγγέλματος.  Αφοί  Κυριακίδη,
     Θεσσαλονίκη 1992
Πυργιωτάκης, Ι.:  «Η  Ελληνική  Εκπαίδευση  από  την   Ανασύσταση του  Νέου Ελληνικού
     Κράτους  ως  τον  Μεσοπόλεμο».  Στο   ΕΛΛΑΣ,   Τόμ.Β΄,  Εκδ.  Πάπυρος,  Αθήνα 1998,
     σελ. 456-457
Σβορώνος Ν.: Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας. Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1985.
Σιφναίου, Κ.: Πανδέκται Νέων Νόμων και Διαταγμάτων. Τόμ. Δ΄, έτος 1929
Στεφάνου Σ.: «Ελ. Βενιζέλου - Κείμενα», Τ.Α΄, Αθήνα 1981.
Στεφάνου Σ.: «Πολιτικαί Υποθήκαι», Αθήνα 1965.
Στεφάνου Σ.: «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος για το Γλωσσικό Ζήτημα». Νέα Εστία, έτος Ξ΄, τόμος 120 τευχ. 1426.
Τζάνη, Μ. & Παμουκτσόγλου, Α.:   Το   Ελληνικό    Εκπαιδευτικό   Σύστημα,   Ταυτόν  και
     Αλλοτριομορφοδίαιτον. Αθήνα, 1998
ΦΕΚ 188/5-9-1917.Νόμος 827/2-9-1917 «Περί διδακτικών βιβλίων»
ΦΕΚ 309/1929. Νόμος 4397 «Περί στοιχειώδους εκπαιδεύσεως». Τεύχ. Α΄, Αθήνα 1929
Φραγκουδάκη, Α.:  Εκπαιδευτική  μεταρρύθμιση  και  φιλελεύθεροι   διανοούμενοι:  Άγονοι
     αγώνες και ιδεολογικά αδιέξοδα στο μεσοπόλεμο. Αθήνα 1977
Τριανταφυλλίδη Μ.: «Άπαντα», τόμος Δ΄, Θεσσαλονίκη 1963.
Χαρίτος, Χ.: Το Ελληνικό Νηπιαγωγείο και οι ρίζες του.Gutenberg 1996
Χάρης,Π.: « Ο  Βενιζέλος  και  ο  Δημοτικισμός». Νέα  Εστία,  Έτος  Ξ,  Τόμ. 120, Τχ.1426,
     1/12/1986, σελ.1537
Χατζηδάκις Γ.: Γεννηθήτω φως. Ο μαλλιαρισμός εις τα δημοτικά σχολεία. Εν Αθήναις,1920.
Χατζηστεφανίδης, Ι.:  Ιστορία  της   Νεοελληνικής   Εκπαίδευσης.  Εκδ.  Παπαδήμα, Αθήνα
    1986


DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. Φιλόλογος Ερμής has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him