Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα (μέρος Ε’)- Η λαγνεία

επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-

Στην εποχή του παραδείσου,
ο διάβολος έκανε τη γυναίκα να ντυθεί,
 σήμερα την κάνει να γυμνώνεται...
Αλίμονο! Κι αυτός ο διάβολος διεφθάρη από τότε.
(Πολύβιος Δημητρακόπουλος, 1864-1922)

Όλα έχω εξουσίαν να τα πράττω, δεν συμφέρουν όμως όλα. Όλα είναι εις την εξουσίαν μου, αλλ’ εγώ δεν θα εξουσιασθώ και δεν θα γίνω δούλος εις τίποτε. Με την γενετήσιον επιθυμία το πράγμα έχει ως εξής: ούτε το σώμα έχει γίνει δια εκείνην ούτε αυτή δια το σώμα. Διότι το σώμα δεν έχει γίνει δια την πορνείαν, αλλά δια τον Κύριον, δια να του ανήκη ως μέλος του. Και ο Κύριος είναι δια το σώμα δια να κατοική εις αυτό. Το ότι το σώμα δια του θανάτου διαλύεται δεν έχει σημασίαν. Ο θεός και τον Κύριον ανέστησε κι ημάς όλους θα ανστήση δια της δυνάμεώς του. Ναι! Το σώμα δεν έγινε δια την πορνείαν, αλλά δια τον Κύριον. Δεν ξέρετε, ότι τα σώματά σας είναι μέλη του Χριστού; Να αποσπάσω λοιπόν τα μέλη του Χριστού και να τα κάμω πόρνης μέλη; Μη γένοιτο ποτέ να το κάμω. Ή δεν ξέρετε ότι εκείνος που συνδέεται στενώς και προσκολλάται προς την πόρνην είναι ένα σώμα με αυτήν; Διότι λέγει η Γραφή: «έσονται γάρ οι δύο εις σάρκαν μίαν».
Εκείνος όμως, που προσκολλάται εις τον Κύριον, γεμίζει ολόκληρος και διευθύνεται όλος από το Πνεύμα του Κυριού και γίνεται έν πνεύμα με αυτόν. Φεύγετε μακράν από την πορνείαν. Κάθε αμάρτημα, που θα κάμη τυχόν ο άνθρωπος, δεν βλάπτει τόσον αμέσως και κατ’ ευθείαν το σώμα. Εκείνος όμως που πορνεύει, αμαρτάνει εις το ίδιον του το σώμα, διότι με την παράνομον μίξιν μολύνει αμέσως και πληγώνει αυτήν την ρίζαν του πολλαπλασιασμού των ανθρώπων και συντελεί εις την διάλυσιν της οικογενείας. Ή δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος, το οποίον κατοικεί μέσα σας και το έχετε λάβει από τον θεόν, και συνεπώς δεν ανήκετε εις τον εαυτόν σας; Ναι! Δεν ορίζετε τον εαυτόν σας.
Διότι εξαγορασθήκατε με τίμημα βαρύ, με το ατίμητον αίμα του Χριστού. Αποφεύγετε λοιπόν κάθε αισχράν πράξιν, που γίνεται με το σώμα και αποδιώκετε κάθε πονηράν σκέψιν και επιθυμίαν από το πνεύμα σας. Κι έτσι δοξάσατε τον θεόν με το σώμα σας και με το πνεύμα σας, τα οποία ανήκουν στον θεόν.
(Α’ ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ, στ’, 12-20)

Τα έργα εις τα οποία μας παρασύρει η διεφθαρμένη σαρκική προαίρεσίς μας είναι φανερά. Είναι δε αυτά μοιχεία, πορνεία, κάθε πράξις ακατονόμαστος που κάνει τον άνθρωπον ακάθαρτον, ακολασία και αχόρταστος μανία προς απόλαυσιν της ηδονής, ειδωλολατρεία, μαγεία, διάφοροι εκδηλώσεις έχθρας, φιλονικειών, ζηλοτυπίας, θυμοί, φατριασμοί, διχόνοιαι, διαφωνίαι, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, άσεμνα γλέντια και τα όμοια προς αυτά, δια τα οποία σας προλέγω και τώρα, όπως και άλλοτε, όταν σας εκήρυξα το Ευαγγέλλιον, σας προείπα, ότι όσοι επιμένουν να πράττουν τέτοια αμαρτήματα, χωρίς να δείξουν ειλικρινήν μετάνοιαν δι’ αυτά, δεν θα κληρονομήσουν την βασιλείαν του θεού.
(ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ, ε,19-21)

Είναι εις όλους γνωστόν και διαδεδομένον, ότι επικρατεί μεταξύ σας πορνείαν και τοιούτου είδους πορνεία, που ούτε μεταξύ των ειδωλολατρών δεν αναφέρεται, ώστε κάποιος από σας να έχη την γυναίκα του πατέρα του, την μητρυϊάν του δηλαδή. Κι εσείς αντί να ντρέπεσθε δι’ αυτό εξακολουθείτε να είσθε φαντασμένοι και φουσκωμένοι δια την σοφίαν σας και δεν εκηρύξατε μάλλον πένθος επίσημον και γενικόν δια να εκδιωχθή υπό του θεού από την κοινωνίαν σας εκείνος που έπραξε την πράξιν ταύτην. Η ευθύνη πίπτει ολόκληρος επάνω σας…. Τώρα δε αφού συναχθώμεν εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού…ας παραδώσωμεν τον τοιούτον εις τον σατανά αποκόπτοντες αυτόν από την Εκκλησίαν δια να τιμωρηθή και κολασθή σκληρά το σώμα του και σωφρονισθή με την παιδαγωγίαν ταύτην, ώστε να σωθή έτσι η ψυχή του κατά την ημέραν της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου Ιησού.
(Α’ ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ, ε, 1-5)

Η λύσις:
«εάν δεν εγκρατεύονται, ας έλθουν εις γάμον.
Διότι προτιμότερον είναι να έλθη κανείς εις γάμον,
Παρά να καίεται από
Την φλόγα της επιθυμίας»



Εκκλησιαστική περιουσία

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-
                         


Εκρηκτικάς διαστάσεις λαμβάνει εκάστοτε η αντιπαράθεσις Εκκλησίας και Πολιτείας δια το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Υποστηρίζουν μερικοί ότι αδίκως η Πολιτεία επιχειρεί να στερήση την Εκκλησίαν από την περιουσίαν της, όχι μόνον διότι της ανήκει από παλαιά, αλλά και διότι έχει να επιτελέση σοβαρόν κοινωνικόν έργον και πρέπει να διαθέτη δια τούτο σημαντικούς πόρους. Άλλοι ωστόσο αντιπαρατηρούν ότι επειδή η περιουσία αυτή παραμένει αναξιοποίητη τόσα χρόνια και μερικές φορές μάλιστα εκποιείται με τρόπους όχι νομίμους, και δεδομένου επίσης ότι η Πολιτεία χορηγεί αρκετά δισεκατομμύρια στην Εκκλησίαν δια τους μισθούς των κληρικών, αποτελεί καθήκον στην Πολιτεία να παρέμβη νομοθετικώς και να παραχωρήση την περιουσίαν αυτήν σε ακτήμονες αγρότες προς αξιοποίησιν.
Η Εκκλησία προερχομένη ως λέξις από το «έκκλητος» κι αυτή με την σειράν της απ’ το ρήμα «εκκαλώ», δεν είναι τίποτα άλλο από την σύναξιν, μάζωξιν των προσκεκλημένων του θεού, των πιστών αυτού, προκειμένου να τον λατρεύσουν και να τον δοξάσουν. Είναι το ποίμνιον του θεού, όστις είναι και ο ποιμήν αυτής. Η βουλή του Κυρίου καθορίζει και τις δικές της επιθυμίες και αποφάσεις. Το σώμα των πιστών, που συγκροτείται και είναι το ποίμνιον ομοιάζει με αυτήν την Εκκλησίαν του Δήμου. Και οι δυο εκκλησίες συγκροτούνται εις σώμα με διαφορετικόν σκοπόν. Η μεν Εκκλησία του θεού, ίνα δοξολογήση τούτον και να πορευθή κατά το θέλημά Του, η δε Εκκλησία του Δήμου όπως αποφασίση δια την μελλοντικήν πορείαν αυτού. Είναι εμφανές ότι και τα δύο σώματα –η δε Εκκλησία του Δήμου ευλόγως- έχουν αποκτήσει κοσμικές, υλικές, ανθρώπινες συνθήκες, απαραίτητες δια την εύρυθμη λειτουργία των. Δηλαδή η οικονομική υπόστασις τους είναι απαραίτητη ανθρώπινη συνθήκη δια να λειτουργήσουν εύρυθμα. Έτσι όπως η Βουλή των Αντιπροσώπων του λαού, προκειμένου να συγκροτείται και να νομοθετή απερισπάστως απαιτείται να διαθέτη κάποια κονδύλια-πόρους αφ’ ού έχει έξοδα η σύγκλισίς της, έτσι και η Εκκλησία των πιστών του θεού, με βάση και την «νομοθεσία», τον «καταστατικόν» αυτής χάρτην περί αμοιβαιότητος και αλληλεγγύης των μελών της, έχει χρείαν των πόρων.

ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΝ

Κατά τις πρώτες περιόδους της ζωής της η Εκκλησία ως σώμα πιστών ενπόθεσε τις όποιες οικονομικές της –απαραίτητες τονίζεται, αν θεωρείται και η εξεύρεσις οικονομικών πηγών απαραίτητη προϋπόθεσις και για ένα κοινοβούλιον- απολαβές απ’ την εκάστοτε συνδρομή των πιστών, μελών της, αναλόγως της θελήσεως τους και της ευρωστίας τους. Όσον κι αν αυτή εγιγαντώθη κι απετέλεσεν θεσμικόν –αν μπορεί κανείς να το πή- παράγοντα κατά την Βυζαντινήν περίοδον, η συνεισφορά των πιστών της στο οικονομικόν, απετέλεσε και αποτελεί ακόμη και σήμερα τον βασικόν της παράγοντα εξοικονόμησης χρημάτων. Βέβαια δια να σχηματισθή μία περιουσία, η εισροή οικονομικών απολαβών πρέπει κάποια στιγμή να υπερβαίνη απλώς και μόνον το απαραίτητον δια την συντήρησίν της. Η επιθυμία των μελών της δια μετά τον θάνατό τους, η όποια περιουσία των να αποδίδεται σ’ αυτήν ήταν εν πολλοίς ο ένας πόλος έλξης οικονομικής, επιπλέον του δέοντος, υπεροχής. Ουδόλως κατακριτέον, αφού η εσχάτη επιθυμία εκάστου πρέπει να είναι σεβαστή, όπως είναι κι όταν είναι εν ζωή. Ας μην λησμονείται ότι μεγάλοι ευεργέτες του έθνους εδώρησαν την περιουσίαν των στο δύσμοιρον έθνος σε εποχές μαύρες προς ανακούφισιν και ανάκαμψιν του και τούτο τω όντι επωφελήθη πολύ, δίχως να καταφέρεται κανείς εναντίον τους, ως πράττοντες επαίσχυντην πράξιν, αλλά τουναντίον άπαντες τους σέβονται και τους ευγνωμονούν. Προς τι αντιστοίχως μερικοί να δυστροπούν προς εκείνους, οι οποίοι με σκοπόν, κατά την κρίσιν των, ίνα σώσουν την ψυχήν των, έπραξαν το ίδιο αποδίδοντας τα υλικά αγαθά τους εις την Εκκλησίαν; Δεύτερος δε πόλος και πηγή εσόδων της του θεού Εκκλησίας δύναται να χαρακτηρισθή η μισθοδοσία των κληρικών εκ της Πολιτείας. Τούτο εγένετο προς αντικατάστασιν του παλαιού τρόπου επιβίωσης αυτών, από τις συνεισφορές των πιστών, όταν κι ένας ιερέας περίμενε την εισφοράν του πιστού σε τρόφιμα κυρίως άρτον και λάδι, ίνα λειτουργήση τον ναόν, όπου κι εφημέρευε, αλλά και δια να ζήση αυτός και η οικογένειά του, γιγνόμενος κατά τρόπον τίνα από διάκονος, διακονιάρης δια τον επιούσιόν του. Επίσης εγένετο και ως αποδοχή εκ μέρους της Πολιτείας της προσφοράς αυτών στην ηθικήν κυρίως αρωγήν αυτών προς τον κοινωνικόν ιστόν. Δεδομένου ότι ο Χριστιανισμός αποτελεί θρησκείαν αγάπης κι όχι μίσους και ως επί των πλείστων επιζητεί την ηθικήν ύψωσιν από τον σκοταδισμόν των παθών του ανθρώπου αλλά και δεδομένου ότι πολλάκις η Εκκλησία εστάθη στο πλευρόν της σε δύσκολους καιρούς εξωτερικών εχθρών, εθεώρησεν συμφέρον της να μισθοδοτήση τους λειτουργούς της, αφού συνάμα έκρινε, πως αυτοί προς δικόν της όφελος –προς εμπέδωσιν της κοινωνικής γαλήνης κιαι αρετής- εργάζονται ή και ακόμα πως δεν έπρεπε να υπάρχουν στην επικράτειά της άνθρωποι που ενώ έχουν τάξει τον εαυτόν των στην υπηρεσίαν των συνανθρώπων των, ουδεμία αναγνώρισιν έχουν κι επαιτούν τα προς τα ζήν.

ΟΦΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ Η ΥΠΑΡΞΙΣ ΔΙΑΚΟΝΩΝ
ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΤΗΣ

Που το κατακριτέον; Δεν είναι προς όφελος της πολιτείας να υπάρχουν λειτουργοί –ομοιάζοντες κατά πολύ στους κοινωνικούς λειτουργούς αυτής- που να εργάζονται καθ’ όλον τον βίον των ίνα κατακρίνουν τα κακώς κείμενα της Πολιτείας και των πολιτών και να διδάσκουν ηθικόν τρόπον ζωής, αλλά και να μεταλαμπαδεύουν τα μακραίωνα ήθη και έθιμα της φυλής ως άλλοι παιδαγωγοί; Και εάν η διδαχή των νέων μελών της θεωρείται καθήκον της Πολιτείας και δια τούτο προσφέρει αυτή εκπαίδευσιν, δεν πρέπει να θεωρείται καθήκον αυτής και η διδαχή των νέων μελών αυτής, της ψυχικής υγείας αυτών και η προσήλωσις αυτών εις την αρετήν; Δεδομένου ότι, ως ελέχθη, οι λειτουργοί της Εκκλησίας τηρούν απαρεγκλίτως τους ιερούς νόμους της θρησκείας ως είναι γνωστοί εις όλους. Είναι ανεπίτρεπτον αυτοί να μην υπηρετούν τον άνθρωπον αλλά την ιδικήν των ευζωίαν. Τότε αναιρούν αυτομάτως τον λόγον υπάρξεώς των. Ο Κύριος και θεός ημών έπλυνε τους πόδας των εαυτού μαθητών. Δεν είχεν θρόνους, ούτε πλούσια οχήματα δια να μετακινείται –αντιθέτως εισήλθεν στα Ιεροσόλυμα επί όνω- ούτε περιουσίαν δια να την αξιοποιήση προς ίδιον όφελος. Το κοινόν ταμείον, το οποίο διεχειρίζετο ο Ιούδας των Αποστόλων, το είχον δια να προσπορίζονται τα απαραίτητα. Όταν δε του έδειξαν το ρωμαϊκόν νόμισμα με την κεφαλήν του Καίσαρο, είπεν το περιβόητον «αποδώσατε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι». Ουδεμίαν σχέσιν έχει η του Χριστού Εκκλησία με το χρήμα και τον πλούτον. Μεταχειρίζεται το χρήμα προς όφελος των ανθρώπων.

ΤΟ ΔΕΟΝ

Οι αρχιερείς είναι συνεχιστές των Αποστόλων. Αξίωμα ύψιστον, γεμάτον όμως ταπείνωσιν και διακονίαν. Ουδείς εξ εκείνων ήτο πλούσιος. Οι περισσότεροι ήσαν ψαράδες και πέθαναν και εμαρτύρησαν πάμπτωχοι. Η Πολιτεία τιμά το έργον, την διακονίαν της Εκκλησίας. Οφείλει να μην σταματήση να θεωρή αυτήν μέρος αυτής. Να αφήση ήσυχην τούτην να πράττη το έργον της. Εάν στερή απ’ το ταμείον της –αρκεί τούτο να μην χρησιμοποιείται άλλως- αυτή τότε πράττει κακόν και στον ίδιον της τον εαυτόν. Ίσως και να μην έχει δικαίωμα να ελέγχη αυτήν. Αλλά και οι αρχιερείς και οι ιερείς να είναι αυτό που πρέπει να είναι, διάκονοι του λαού, όχι διαχειριστές της περιουσίας της Εκκλησίας του θεού. Ο ποιμήν αυτών θα κρίνη το έργον της, ο λαός, το ποίμνιον της Εκκλησίας κι ουχί η Πολιτεία, όπως κι ο λαός κρίνει την τελευταίαν, όπου πρέπει.


HERMES TWITTEROOM



Προλεγόμενα στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλους (ΜΕΡΟΣ Β’)








επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-



Η Φιλοσοφία είναι κυνήγιον της αληθείας. Ομοιάζει κατά πολλά τον κυνηγόν ο φιλόσοφος. Έχει όμως και διαφοράς. Από τους κυνηγούς των ζώων, οι πρότεροι συνήθως είναι και οι ευτυχέστεροι. Οι μετ’ αυτούς επιτυχαίνουν ολιγώτερον κυνήγιον και εις τους τελευταίους δεν μένει τίποτα σχεδόν πλέον να κυνηγήσωσι. Τ’ ανάπαλιν συμβαίνει στους κυνηγούς της αληθείας. Τα πρώτα των κυνήγια είναι τα κοπιωδέστερα δια το δυσεύρετον αυτό της αληθείας. Αι αλήθειαι είναι μια μετά των άλλων συνδεδεμέναι ως αλυσίς.
Τόσον κόπον, είς μόνος φιλόσοφος, όσον κι αν τον υποθέσης εραστήν της αληθείας, δεν είναι ικανός να υποφέρη. Εις τον τόσον κόπον πρόσθες ακόμη και όσας εναντιότητας απαντούν εκ μέρους των ακουόντων. Άλλοι δεν καταλαβαίνουν την αλήθειαν, άλλοι την κατατρέχουν, διότι καταλαβαίνουν βλάβην δια το συμφέρον τους εκ της φανερώσεως αυτής. Τοιαύται εναντιότηται κάμνουν τους φιλοσόφους οκνηρότερους και εις την έρευναν και εις την διδαχήν. Οι άνθρωποι έπρεπε όμως να νοήσωσι τ’ αληθή των συμφέροντα, ήτοι να διδαχθώσι την πολιτικήν επιστήμην, την τέχνην να συζώσι μετ’ αλλήλων ειρηνικώς και ν’ απολαύωσι την ευδαιμονίαν.
Ο Σωκράτης έσπευσε πρώτος αυτός να σύρη τους μαθητάς του από την εις τας φυσικάς επιστήμας ασχολίαν και να μεταφέρη την σπουδήν αυτών εις την πολιτικήν επιστήμην. Εις τούτο εκινήθη από δυο ισχυράς αιτίας. Η πρώτη ήτο η ταραχή της Ελλάδος όλης, ήν και επετάχυναν εξ ενός μέρους οι θρασύτατοι σοφισταί, συγχέοντες πάσαν έννοιαν δικαιοσύνης και διδάσκοντες ανατρεπτικά της πολιτικής κοινωνίας μαθήματα, από το άλλο οι ουχί ολιγώτερον των σοφιστών αναίσχυντοι δημαγωγοί, εξαγριαίνοντες τον ανόητον όχλον των πόλεων κατά των πλουσίων, δια να συμμερίζονται τα αδίκως αρπαζόμενα πλούτη ή και να τυραννώσι αυτοί την πατρίδαν των. Δευτέρα αιτίαν προτιμήσεως της πολιτικής είχεν ο Σωκράτης όχι την καταφρόνησιν των φυσικών επιστημών, αλλά την τότε κατάστασιν αυτών. Φυσική στηριγμένη όχι εις παρατηρήσεις ακριβείς και πειράματα αλλά εις επινοίας του καθενός της φαντασίας ήτο παιδαρίων παίγνιον.Μεταγενέστερος φιλόσοφος έλεγεν εις αυτούς: «ταλαίπωροι άνθρωποι, περί της τάξεως του κόσμου ασχολείσθε και δεν σας μέλει να εύρετε τα μέσα να βάλετε κόσμον και τάξιν εις την πολιτικήν σας κοινωνίαν» (Δημώναξ).
Εις την άγνοιαν της πολιτικής επιστήμης αναφέρει ο Πλάτων τον όλεθρον πολλών πόλεων. Διοικούμεναι πότε μεν από τον δήμον, πότε δε από τους ολιγαρχικούς, εδιοικούντο δηλαδή πάντοτε από δύο τάξεις ανθρώπων, αι οποίαι μη γνωρίζουσαι την αληθινήν πολιτικήν, η μία δια την απαιδευσίαν, η άλλη δια την κακήν παιδείαν, κατεβύθιζαν τας ταλαιπώρους των πατρίδας.
Ο μαθητής του Αριστοτέλους, Δικαίαρχος ηναγκάσθη ειπείν, ότι πλειότεροι εφονεύοντο από τας στάσεις και τους πολέμους παρά απ’ όλας τας άλλας αιτίας του θανάτου ομού, οποίαι είναι κατακλυσμοί πόλεων, επιδημικαί νόσοι, ερημώσεις και θηρίων αιφνίδιοι πληθυσμοί. Υπέρ της ελευθερίας επολέμησαν οι Έλληνες τους βαρβάρους. Την απήλαυσαν προς μικρόν καιρού διάστημα. Δια να την φυλάξωσι επολεμούσαν έπειτα αλλήλους. Αλλά δεν συνέλαβον ποτέ ιδέαν ακριβήν της ελευθερίας. Ολίγοι γνωρίζουν ποία είναι, πώς αποκτάται και πώς φυλάττεται η αληθής ελευθερία.
Ο έρως της ελευθερίας είναι εμφυσιώμενος εις τας ψυχάς των ανθρώπων. Εκ του φυσικού και δικαίου έρωτος προς αυτήν γεννώνται δύο πάθη, κοινά και ταύτα εις τας ψυχάς, αλλ’ όμως άδικα, η φιλαρχία και η πλεονεξία. Τα πάθη ταύτα δεν ημπορεί να θεραπεύση ο φίλαρχος ή ο πλεονέκτης, αν δεν επιβουλευθή την ελευθερίαν των άλλων. Καθένας απ’ τους πολίτας ορέγεται να υπερβαίνη πάρα πολύ εις δύναμιν και πλούτον τους συμπολίτας του. Η αφθονία του πλούτου οδηγεί εις την εφεύρεσιν αδίκων μέσων πλουτισμού. Κι όστις έφθασεν εις τόσην εξουσίαν ώστε να κάμνη ό,τι θέλει ανεμποδίστως θα βιάση και τους άλλους να κάμνωσι τα θελήματά του.
Τοιαύτην δεσποτικήν διάθεσιν, να εκριζώση από τας ψυχάς των ανθρώπων δεν ημπορεί παρά η εκ παιδός χρηστή ανατροφή των πολιτών. Πρέπει να διδάσκωνται ότι η ελευθερία δια να είναι μόνιμος, πρέπει να στηρίζηται εις την δικαιοσύνην και την ισότητα των πολιτών, ισότητα τοιαύτην, ώστε ν’ απολαμβάνη καθείς απ’ αυτούς ούτε πλείον, ούτε ολιγώτερον απ’ ό,τι του πρέπει.
Ο εραστής της ελευθερίας όσον πλειοτέρους φροντίζει ν’ αποκτήση συνεραστάς, τόσον πλειοτέρους συμφύλακας αυτής αποκτά, τόσον ολιγώτερον κινδυνεύη να την χάση. Ο γνήσιος ουν της ελευθερίας εραστής χρωστεί να φροντίζη δια όλων του των συμπολιτών, δια ολοκλήρου της πατρίδος του την ελευθερίαν. Και ουδ’ εις αυτής της πατρίδος μόνης τα τείχη πρέπει να την περιορίζη, αλλά να την εύχεται εις όλον τον κόσμον, ως φίλος όλου του ανθρωπίνου γένους.
Αλλά οι Έλληνες ανετράφησαν κατεχόμενοι από την ολέθριον πρόληψιν, ότι η φύσις γεννά τους δούλους και τους ελεύθερους κι ότι αυτή έπλασε τους βαρβάρους, το πλειότερον μέρος του κόσμου δούλους και μόνον τους Έλληνας δεσπότας. Οι ποιηταί που επαινούσαν την ευνομίαν έγραφαν:
«βαρβάρων δ’ Έλληνας εικός άρχειν, ου βαρβάρους,
Μήτερ Ελλήνων. Το μεν γαρ δούλον, οι δ’ ελεύθεροι»
(Ευριπίδου, Ιφιγ. Εν Αυλ. 1400)
Την πρόληψιν ταύτην ισχυροποίησεν εις τας ψυχάς των επιπλέον κι αυτή η αγριότης πολλών βαρβάρων εθνών, διό και τους εστοχάζοντο ως άγρια θηρία και τον κατ’ αυτών πόλεμον, ως αληθές κυνήγιον θηρίων.

ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ


Προλεγόμενα στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλους (ΜΕΡΟΣ Α’)








επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-



Ουδόλως ωφελεί έναν λαόν η ανάκτησις της ελευθερίας, αν δεν φροντίση και να την φυλάξη. Και δια να την φυλάξη, πρέπει να έχη παρόντα εις την μνήμην και τα μέσα δια των οποίων οι αρχαίοι Έλληνες την απέκτησαν και τας δυστυχείς αιτίας δια τας οποίας δεν εδυνήθησαν να την φυλάξωσι μέχρι τέλους, ει και ήτο πράγμα τόσον πολύτιμο.
Η ανάγνωσις του όλου συγγράματος του Αριστοτέλους, βάλλει τον αναγνώστην εις απορίαν, δια τι οι Έλληνες με τόσας γνώσεις πολιτικάς, ας εδιδάσκοντο υπό των φιλοσόφων και νομοθετών των, δεν ίσχυσαν να καταστήσωσιν είδος πολιτείας ικανόν να προξενήση εις αυτούς ειρήνην και ευδαιμονίαν.
Δια τι δεν επληροφορήθησαν την από τους φιλοσόφους των διδασκομένην πολλών καλών γόνιμον ιδέαν, ότι εκείνη μόνη η πολιτεία είναι μόνιμος, εις την οποίαν η μέση τάξις των πολιτών υπερβαίνει τας λοιπάς εις τον αριθμόν κι όπου το κράτος δεν ευρίσκεται εις τας χείρας ούτε των λίγων δυνατών και πλουσίων, φυσικά κλινόντων εις την κατάχρησιν του πλούτου και της δυνάμεως, ούτε των πολλών πενήτων, ετοίμων να φθονώσι τους πλουσίους και να στασιάζωσι, αλλ’ εις την μέσην τάξιν των πολιτών, οίτινες δια ταύτην αυτών την μεσότητα δεν φθονούν τους πλουσίους, ουδέ τους πένητας καταφρονούν, ως δεν έχουν να φοβώνται ούτε τον φθόνον των πενήτων, ούτε των πλουσίων την καταφρόνησιν;
Και εις τούτο δεν είχον μόνον διδασκάλους τους φιλοσόφους αλλά εδιδάσκοντο και εκ των σκηνικών ποιητών. Ο Ευριπίδης έλεγεν, ότι μόνη η μέση τάξις σώζει την ευκοσμίαν και ευνομίαν της πολιτικής κοινωνίας (Ικετ.,238). Άλλος ποιητής κωμικός παραβάλλει αστείως τας δυο άκρας μερίδας ταύτας, των ολιγαρχικών και των δημοκρατικών, με δύο πονηράς γυναίκας, από τας οποίας εμεθύσθησαν αι ελληνικαί πόλεις και αφ’ ού κατεπολέμησαν τους εχθρούς των, υστέρως κατεπολέμουν αλλήλους (Ηνίοχος, παρά Στοβαίω, 241). Μεθ’ όλα ταύτα δεν ίσχυσαν να φράξωσι τας ακοάς εις τας συμβουλάς των αχρείων δημαγωγών, εξ ών φαρμακευόμενοι καθημέραν οι Έλληνες μετεβλήθησαν εις κτήνη, κυβερνώμενα άλλοτε από ολίγους αριστοκρατικούς πλεονέκτας και άλλοτε από δημοκρατικήν αναρχίαν.
Αν ήτο δυνατόν εις εκείνους ν’ αποφύγωσι τοιαύτην μεταβολήν της τύχης εις δυστυχίαν και δεν την απέφυγαν, έπαθον άξια της αβουλίας των. Αν η δυστυχία των ήτο άφευκτος χρεωστείται εις αυτούς μέγας έπαινος, όσων κατώρθωσαν (έργα υπέρ της ελευθερίας- πολιτισμόν- επιστήμαι- τέχναι).

ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ


Όταν κυριάρχησαν οι Πέρσες

 Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-
 
΄΄Η ΔΙΧΟΝΟΙΑ ΠΟΥ ΒΑΣΤΑΕΙ, ΕΝΑ ΣΚΗΠΤΡΟ Η ΔΟΛΕΡΗ,
ΚΑΘΕΝΟΣ ΧΑΜΟΓΕΛΑΕΙ ,ΠΑΡΤΟ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΣΥ''.
Διονυσιος Σολωμος.


Αλλόμονον! Τίποτα δεν διδασκόμαστε από την μακραίωνη ιστορία μας…
392 π.Χ. Η Σπάρτη έχει χάσει πλέον την επιρροή της στις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας, τον ναυτικόν έλεγχον του Αιγαίου και η ηγεμονία της στην κυρίως Ελλάδα απειλείται. Την χρονιάν αυτήν εισέρχεται σε διαπραγματεύσεις με την Περσίαν, στέλνοντας τον Ανταλκίδα να διαπραγματευθή με τον σατράπη Τιρίβαζο.
Ο Ανταλκίδας επισημαίνει στους Πέρσες την άνοδον της ναυτικής δύναμης της Αθήνας, που ο Κόνων, όπως ισχυρίζεται, επιδιώκει να ανασυγκροτήση με περσικά χρήματα. Τους υπενθυμίζει πόσο η προηγούμενη αθηναϊκή ηγεμονία έβλαψε στο παρελθόν τα περσικά συμφέροντα. Αυτό που η Σπάρτη προτείνι είναι να αναγνωρίση την επικυριαρχία του Μεγάλου Βασιλιά στις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας, ενώ αυτή θα δεσμευθή, ότι οι πόλεις του κυρίως ελληνικού χώρου θα είναι αυτόνομες. Με αυτόν τον τρόπο κάθε συμμαχία εναντίον του Μεγάλου Βασιλιά και εναντίον της Σπάρτης φυσικά θα είναι αδύνατη. Η Σπάρτη είχε διαπιστώσει ότι ενώ υπερέχει στρατιωτικά από κάθε ελληνική πόλι χωριστά, απειλείται από την ένωση των. Από ‘δώ και πέρα αυτό που επιδιώκει είναι η καταπολέμηση οποιασδήποτε μορφής ένωσης στον ελληνικόν χώρο με επίφασιν τον σεβασμόν της αυτονομίας.
Το 386 η Αθήνα δεν μπορεί παρά να συμφωνήση με τους όρους του 392. Ο Πέρσης Τιρίβαζος διαβάζει στους εκπροσώπους των ελληνικών πόλεων που συγκεντρώνονται στις Σάρδεις το βασιλικό διάταγμα που διατυπώνει τους όρους της γνωστής ως «Βασιλείου ειρήνης» ή «Ανταλκιδείου», από το όνομα του σπαρτιάτου διαπραγματευτού.
Όπως φαίνεται από την διατύπωσιν των όρων της ειρήνης, δεν πρόκειται ασφαλώς δια μιαν συμφωνία σε ίσα συμβαλλόμενα μέρη. Πρόκειται δια μιαν διαταγή του Πέρση Βασιλέως με την οποίαν η περσική κυριαρχία διακηρύσσεται με τον πιο κατηγορηματικό τρόπον. Είναι η εποχή και η στιγμή όπου η περσική εξωτερική πολιτική θριάμβευε.
Ο όρος που αφορά στην αυτονομία των υπολοίπων ελληνικών πόλεων είναι τελείως γενικώς. Οι Σπαρτιάτες είναι οι «προστάται» της Βασιλείου ειρήνης στην Ελλάδα. Το ελκυστικόν αλλά και ασαφές σύνθημα της αυτονομίας μέχρι το 371 θα είναι η αιχμή του δόρατος της σπαρτιατικής εξωτερικής πολιτικής που είχε βέβαια έναν και μόνον σκοπόν. Να διασφαλίση την ηγεμονίαν της στον κυρίως ελληνικόν χώρον. Αυτό που έπρεπε να κάνη η Σπάρτη εφεξής ήταν ότι τα πράγματα θα έμεναν έτσι. Η υπεροχή της έναντι κάθε πόλης χωριστά ήταν δεδομένη. Επικαλούμενη με την περσικήν υποστήριξη την αυτονομίαν, προσπαθεί να εμποδίση οποιαδήποτε ένωση αντίκειται στα συμφέροντά της!!
Η Σπάρτη δεν είναι άλλο από την κυρίαρχη τάξη των ολιγαρίθμων ολιγαρχιών σήμερα  που υπηρετούν τα ξένα συμφέροντα εν Ελλάδι και φυσικά και το δικό τους κέρδος. Προκειμένου αυτή η κάστα να ηγεμονεύη δεν είχε κανέναν ενδοιασμόν να παραδώση την επικυραρχίαν του έθνους στις ξένες δυνάμεις. Τούτον τον ρόλον αυτής της ολιγαρχίας τον παίζουν δυστυχώς τα δυο μεγάλα κόμματα, ή άλλως ο δικομματισμός ως λέγεται. Αλλά προσέξατε! Στο παιχνίδι αυτών είναι η χορήγηση της «αυτονομίας», ήτοι το να εμποδίζη οιαδήποτε ένωση αντίκειται στα συμφέροντά τους. Και ιδού. Κοιτάξατε γύρω σας. Πλην του δικομματισμού, όλες οι δυνάμεις του τόπου είναι κατακερματισμένες και αντί να υπάρχη μια ένωσις ισχυρά, απεναντίας πολλές και μικρές, ανίσχυρες δυνάμεις.
Λέτε δε οι δηλώσεις των ξένων δυνάμεων, όταν λέγουν πράγματα παρεμβατικά δια το εσωτερικόν ημών γίγνεσθαι, αν και οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση, να θέλομεν δηλαδή να μην υπακούομεν εις τίποτα «συμβουλευόμενο» εξ αυτών, να γίνεται τυχαία; Απεναντίας προς ενίσχυση της διάσπασης των ελληνικών δυνάμεων γίνονται. Δυστυχώς παρεδόθημεν εις μίαν βασίλειον ειρήνη και τα χρόνια που έρχονται είναι δίσεκτα. Η ένωσις των βοιωτών ή ο Μέγα Αλέξανδρος αργούν πολύ ακόμα.


Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα (μέρος Δ’)-Η οργή


επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-

«Μήνιν άειδε, θεά, ουλομένην
Αχιλήος Πηληιάδεω,
η έθηκε Αχαιοίς μυρία άλγεα
προίαψεν δε Άϊδι πολλάς ιφθίμους
ψυχάς ηρώων,
αυτούς δε τεύχε ελώρια
κύνεσσιν οιωνοίσί τε πάσι,
βουλή δε Διός ετελείετο»
(Ιλιάς, προοίμιον)

Ο ποιητής παρακαλεί την θεά Μούσα να ψάλη εκείνην την οργή του Αχιλλέα που εστάθη αφορμή δια πολλάς συμφοράς στους Αχαιούς. Η οργή αυτή ήταν η αιτία να σκοτωθούν πολλά γενναία παλληκάρια και να γίνουν λεία των σκυλιών και των όρνεων, πράγμα βέβαια που το θέλησε ο Δίας να γίνη. Η λέξις «μήνις» προτάσσεται με εμφαντικό τρόπον. Αυτή εξαγγέλλει το κεντρικόν θέμα χτυπητά. Πέρα απ’ αυτό δηλώνει το συναισθηματικόν χαρακτήρα του έργου. Πράγματι όλη η Ιλιάδα δεν είναι παρά η εξέλιξις της οργής του Αχιλλέα, ήτις και παρουσιάζει την εξής κλιμάκωσιν: στο Α’ εκδηλώνεται, στο Β’ σταθεροποιείται, στο Ι’ διατηρείται παρά την πρεσβεία που στέλνεται σ’ αυτόν, στο Λ’ αρχίζει να κάμπτεται, στο Π η κάμψις εκδηλώνεται με την αποστολήν του Πατρόκλου στο πεδίον της μάχης, στο Σ’  ο Αχιλλέας συνειδητοποιεί τις ολέθριες συνέπειες του θυμού του, ύστερα αισθάνεται την ανάγκη να καταστείλη αυτόν και στο Τ’ απαλλάσσεται απ’ αυτόν.

Ψάλλε, θεά, την ολέθρια οργή
Του Αχιλλέα, γιού του Πηλέα,
Που προξένησε στου Αχαιούς
Αμέτρητες δοκιμασίες
Και πριν της ώρας έστειλε στον Άδη
Πολλές γενναίες ψυχές ηρώων,
Ενώ κι αυτούς τους ίδιους ετοίμασε
Για λεία στα σκυλιά και στα όρνια
Κάθε είδους,
Ωστόσο θέληση του Δία εκπληρωνόταν

Στην Ιλιάδα ζούμε σε μιαν εποχή ηρωϊκή, όπου ο ήρωας, ο βασιλεύς, επηρεάζει την τύχη των απλών ανθρώπων. Η ψυχική διάθεσις αυτού επηρεάζει την ζωή των στρατιωτών του. Η οργή του Αχιλλέα, του βασιλέως των Μυρμιδόνων, προκαλεί τον θάνατον αμέτρητων ανευθύνων ηθικώς ανθρώπων από τους Αχαιούς όλους. Η παρουσία των ανθρώπων αυτών παρουσιάζεται τω όντι τραγική, αφ’ ού δεν μπορούν να κάνουν κάποιαν προσπάθεια, δια να αλλάξουν την μοίρα τους. Εξάλλου ήταν θέλησι του θεού να γίνη έτσι. Η βούλησις του Δία ήταν η υπόσχεσις που έδωσε στην Θέτιδα, να τιμήση τον Αχιλλέα δίδοντας την νίκην στους Τρώες εν όσω αυτός ήτο οργισμένος.
Ο κόσμος δεν μοιάζει ειρηνικός. Παντού διεξάγεται ένα είδος πολέμου, και στους ανθρώπους που ο καθένας ξεχωριστά πλέον αλλά και σαν μέλη μιας ομάδος συγχρόνως, της κοινωνίας εις την οποίαν ανήκουν, προσπαθούν να φτιάξουν την ζωή των, φαίνεται πως ακόμα ο «αρχηγός» και η όποια προσωπικότητα αυτού διαδραματίζει ακόμα κύριον λόγον στην ζωή τους. Ο καθένας χωριστά να νικήση δεν μπορεί. Κανείς δεν φαίνεται να φέρει την ευθύνη των πράξεών του, να πληρώση για τις ανοησίες του. Όλοι μαζί ή θα πληρώσουν τις ανοησίες του αρχηγού τους ή όλοι μαζί θα νικήσουν αν αυτός τύχει να διαθέτει ηθικήν ακεραιότητα. Αυτή η ηθική ακεραιότητα φαντάζει ως ο μόνος τρόπος που θα εξασφαλίση την σωτηρίαν, ήτοι την ζωή, την ευτυχία εντός μίας ειρηνικής κοινωνίας. Οι άνθρωποι λοιπόν δεν μπορούν να αλλάξουν τα γεγονότα που δείχνουν να βαραίνουν απάνω στην μοίρα των. Το μόνο που μπορούν είναι να πληρώσουν γι’ αυτά.
Αυτή είναι και η μοίρα αυτών που λόγω οργής, από θυμό –στην ουσία από παντελή έλλειψη ηθικής ακεραιότητας ως ειπώθηκε ανωτέρω- αγνόησαν αυτούς που βρίσκονται κοντά τους. Στο τέλος χάνουν όσους αγαπουν, χάνουν τους πάντες από δίπλα τους, διότι ποτέ δεν αναλογίστηκαν ότι οι πράξεις των αργούν να φέρουν τον αντίκτυπο στους ίδιους, αλλά πρώτα χτυπούν τους αθώους, που δεν φταίνε σε τίποτα και έχουν την μοίρα να εξαρτώνται από την προσωπικότητά των. Εάν δεν νοιαζόντουσαν γι’ αυτούς, αλλά τους άφηναν να χάνονται άδικα τόσον καιρό, να τους τρώνε τα σκυλιά και τα όρνια –ιδού η ηθική εξαχρείωση αυτών- σίγουρα θα έρθη η στιγμή που θα τους νοιάξη, διότι το αμάρτημά των θα έχη φέρει τον όλεθρον και σ’ αυτούς.
Ο Αχιλλέας σαν μαθαίνη τον θάνατο του Πατρόκλου, απλά δεν βρίσκει τρόπο να απαλλαγή από τον αβάστακτον τον πόνο:

Είπε κι εκείνον τον περίζωσε σα μαύρο γνέφι ο πόνος
Και διπλοπάλαμα αθαλόσκονη φουχτώνοντας τη ρίχνει
Πα στο κεφάλι, και την όψη του μολεύει την πανώρια.
Κι η στάχτη απά στο μοσκομύριστο του κάθουνταν χιτώνα
Κι αυτός μακρύς φαρδύς ξαπλώθηκε και κοίτουνταν στην σκόνη,
 και με τα χέρια του ανασκάλευε μαδώντας τα μαλλιά του.
(Σ, 22 κ.ε)
Θα ειπή κανείς η μετανοία είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Συνήθως τοιούτοι ανήθικοι και μη ακέραιοι χαρακτήρες είναι και αμετανόητοι, και στο ένα αμάρτημά των ενώ φαίνονται πως μετανοούν και θρηνούν δια τα λάθη των, συσσωρεύουν κι άλλα δεινά και άλλους πόνους για αυτούς που διαφεντεύουν. Ο Αχιλλέας δεν θα αργήση να πάρη εκδίκηση δια τον χαμό του συντρόφου του, παραδίδοντας στον θάνατο και στον όλεθρο στο τέλος και την ίδια την αθάνατη ψυχή του και την ημιαθάνατη ζωή του. Οι σύγχρονοι πολιτικοί με μη ηθικήν ακεραιότητα, πόσους αθώους ακόμα θα πάρουν στον λαιμό τους, από τα  δικά τους αμαρτήματα;




Όσα νοεί κι ένας χωρικός

άρθρον του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-

«κλεπτίστατος άνθρωπος…
μη γένοιτο κατ’ αγρόν τοιούτον θηρίον…
πάντα υφαιρούμενος τάνδον φρουδά μοι
τα κατ’ αγρόν απεργάσεται»
Αλκίφρων

Ο Αλκίφρων έζησε προς τα τέλη του 2ου και στις αρχές του 3ου μ.Χ αι. και φέρεται ως σοφιστής και ρήτορας. Συνέθεσε εκατόν είκοσι τρείς φανταστικές επιστολές, σταλμένες υποτίθεται από αγρότες, ψαράδες, ανθρώπους που ζούσαν παρασιτικά και από κοινές γυναίκες της Αθήνας του 4ου αι. π.Χ και αποτέλουν αυτές χαρακτηριστικούς πίνακες της καθημερινής ζωής του αρχαίου κόσμου. Βασικός σκοπός του ήταν να ψυχαγωγήση τους αναγνώστες του, με την έννοιαν όχι της διασκεδάσεως, αλλά της διαπαιδαγώγησης ομού και της ευχαρίστησης και της καθοδήγησης της ψυχής προς έναν ουσιωδέστερον βίον.
Σε κάποιαν αγροτικήν αυτού επιστολήν, που υποτίθεται ότι την στέλνει κάποιος ονόματι Ναπαίος σε κάποιον Κρηνιάδην, ο γεωργός περιγράφει με απλοϊκόν τρόπον και αφελήν την εμπειρίαν του από την θεατρικήν παράστασιν στην οποίαν βρέθηκε και ιδιαίτερα τις εντυπώσεις του απ’ το νούμερον του ταχυδακτυλουργού. Φαίνεται δε ότι η επίδειξις του ταχυδακτυλουργού αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της όλης θεατρικής παράστασης, του αρχαίου δράματος ως ημείς το γνωρίζομεν, κατά τον 4ον αι. π.Χ. Το ότι ο αφελής αγρότης το εθεώρησεν ως το πιο εντυπωσιακό νούμερον και ηγνόησεν την όλην άλλην θεατρικήν παράστασιν, μας προβληματίζει. Μας κάνει να αισθανθούμε, ότι ταυτιζόμεθα με αυτόν και ότι και εμείς στο θέατρο της ζωής, στο έργον του βίου μας –μη λησμονούμε ότι κι ο Αριστοτέλης είπε ότι το δράμα είναι μίμησις της ζωής- πολλές φορές δεν δίδουμε έμφασι στα ουσιώδη, τα προτρέχουμε και απεναντίας προσκολλάμε σε εκείνα τα μικρά και ευτελή που μας κάνουν εντύπωσιν.
Αν τώρα θεωρήσωμε και κάποιους πολιτικούς, αρμόζοντες δια τον ρόλον του ταχυδακτυλουργού, που με εντυπωσιακά νούμερα μας μαγνητίζουν την προσοχήν κι έτσι μας αποσπούν την ματιά από ‘κείνα που θα έπρεπε να προσέχωμε, έ τότε δεν έχομε παρά να αναφωνήσωμε, ότι τω όντι είμεθα πιο αφελείς από τους αφελείς. Γιατί αυτό; Γιατί έστω κι αν ήμασταν αφελείς λίγον κοινόν νούν, όπως ο αφελής αγρότης της επιστολής του Αλκίφρονα, θα τον είχαμε. Θα μπορούσαμε να ξεχωρίσωμε το εφέ, το εντυπωσιακόν και την απάτη, το ανεδαφικόν από το στέρεο, το ρεαλιστικόν, το δυνατόν και το πραγματοποιήσιμον. Δεν θα εντυπωσιαζόμασταν από ένα ευτελές «λεφτά υπάρχουν».
Αφηγείται λοιπόν ο αγρότης ονόματι Ναπαίος και λέγει τα εξής: «κάποιος γνωστός μου με πηγαίνει μια φορά στο θέατρο κι αφ’ ού με κάθισε σε μιαν καλήν θέσιν, με ψυχαγωγούσε με διάφορα θεάματα. Και τα άλλα βέβαια δεν τα συγκράτησα στο μυαλό μου, γιατί είμαι σε κάτι τέτοια στο να μαθαίνω και να διηγούμαι ο δύστυχος κακός. Ένα όμως πράγμα ήταν, που όταν το είδα έμεινα έκπληκτος και παρά λίγο να χάσω την μιλιά μου». Τι είδε ο κακομοίρης, αμαθής αγρότης, ο απλός και αφελής, που του είλκυσε την προσοχή και μόνον αυτό εσυγκράτησεν; Ιδού.
«Κάποιος αφ ού βγήκε στην μέση και αφ΄ού έστησε τρίποδα, τοποθέτησε επάνω τρία μικρά πιάτα. Έπειτα κάτω απ’ αυτά έκρυβε κάποια λευκά και μικρά και στρογγυλά βοτσαλάκια, σαν αυτά που βρίσκουμε στις όχθες των χειμάρρων. Αυτά άλλοτε τα σκέπαζε χωριστά το καθένα με κάθε πιάτο, άλλοτε δεν ξέρω πώς, τα έδειχνε όλα κάτω από το ίδιο πιάτο, άλλοτε πάλι τα εξαφάνιζε τελείως από τα πιάτα και τα έβγαζε από το στόμα. Έπειτα αφ΄ού τα καταβρόχθιζε, φέρνοντας όσους θεατές ήταν κοντά του στο μέσο, το ένα βότσαλο το έβγαζε από την μύτη κάποιου, το άλλο από το αφτί, το άλλο από το κεφάλι και ξανά αφ’ ού τα μάζευε, πάλι τα εξαφάνιζε».
Ένα πράγμα μαγικόν!!! Σαν εκείνο του ελλείμματος στις προηγούμενες εκλογές. Μάγοι πολιτικοί το μοίραζαν, το συσσώρευαν και το μεγέθυναν, εν ώ άλλοι απ’ αυτούς το εξαφάνιζαν. Στο τέλος μας ήρθε από την εσπερία είδησις ότι ήτο τόσον, κι άλλη άλλο τόσον και εν τέλει ποτέ δεν εμάθαμε πόσον ήτο. Τι είπαμε τότε, ο καθείς για τον πολιτικόν της προτιμήσεώς του; Πω πω! Αναφωνούσαμε. Αυτός είναι μάγος!! Θα εξαφανίση το έλλειμμα. Όχι φώναζε ο άλλος. Ο δικός μου όχι μόνο θα το εξαφανίση, αλλά θα γεννήση και χρήμα από την πράσινην ανάπτυξιν και θα το σκορπίση εις όλους. Ήμασταν αφελείς; Όχι. Ήμασταν κάτι χειρότερον. Διότι ο αφελής γεωργός της επιστολής του Αλκίφρονα, μόλις είδε τον μάγο που μόλις περιγράψαμε, που εξαφάνιζε τα βότσαλα είπε: «Άνθρωπος πολύ μεγάλος κλεφταράς! Χειρότερος κι από τους πιο φημισμένους κλέφτες. Μακάρι να μην έρθη, να μην πατήση το ποδάρι του στο χωριό ένα τέτοιο θηρίο. Διότι κανένας δεν θα το νικήση, και αφ’ ού μας σηκώσει όλα τα υπάρχοντα, καπνός θα μας γίνη, ό,τι έχουμε στα χωράφια» (Αλκίφρων, Επιστολαί αγροικικαί, 17).
Ο καημένος! Κατανόησε ό,τι εμείς οι περισπούδαστοι δεν μπορέσαμε ούτε κάν να ψιλιαστούμε. Εμπιστυτήκαμε τις τύχες μας κι αυτές των παιδιών μας σε θαυματοποιούς, μάγους και τσαρλατάνους. Όμως αυτοί ήσαν ανίκητοι κλεφταράδες! Κι αφ’ ού μας σήκωσαν όλα τα υπάρχοντα μείναμε έρημοι να κλαίμε την μοίρα μας. Ακόμα άρα γε να μας εντυπωσιάζουν οι τέτοιοι ταχυδακτυλουργοί;


Η δίκη και η εκτέλεση των «έξι»

επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-

Η δίκη των «έξι», που στην πραγματικότητα ήσαν οκτώ, είχε σαν κύριαν κατηγορία την διάπραξιν του αδικήματος της εσχάτης προδοσίας, που επισύρει την ποινήν του θανάτου. Η δίκη και η εκτέλεσις πέρασε από τας ακολούθους διαδικασίας:
α) Στις 5 Οκτωβρίου 1922 εκδίδεται διάγγελμα της επαναστατικής επιτροπής δια την παραπομπή των υπευθύνων της καταστροφής της Σμύρνης εις δίκην. Το διάγγελμα υπογράφουν οι Γονατάς, Πλαστήρας, Σακελλαρόπουλος, Χατζηκυριάκος, Φωκάς.
β) Συνίσταται ανακριτική επιτροπή, που παραπέμπει να δικαστούν ενώπιον εκτάκτου στρατοδικείου οι ακόλουθοι:
Δημ. Γούναρης, Νικ. Στράτος, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης,
Γεώρ. Μπαλτατζής, Νικ. Θεοτόκης, Γεώρ. Χατζανέστης,
Μιχαήλ Γούδας και Ξενοφών Στρατηγός.
Πρόεδρος του στρατοδικείου ήταν ο στρατηγός Αλέξ. Οθωναίος κι επαναστατικός επίτροπος ο συνταγματάρχης Νεόκοσμος Γρηγοριάδης.
γ) Η δίκη άρχισε στην αίθουσα της Παλαιάς Βουλής (Σταδίου) στις 31 Οκτωβρίου και κράτησε ως τα ξημερώματα της 15ης  Νοεμβρίου. Κατεδικάσθησαν άπαντες εις θάνατον, εκτός από τον Μιχ. Γούδα και τον Ξεν. Στρατηγό, που κατεδικάσθησαν σε ισόβια.
Η εκτέλεσις έγινε την ίδιαν ημέρα -15 Νοεμβρίου- στις 11:30 στο Γουδί, παρά τις αντιδράσεις των πρεσβευτών Γαλλίας και Αγγλίας και προσωπικά του ιδίου του Βενιζέλου.
δ) Για να κριθή η δίκη και πολύ περισσότερον η εκτέλεσις, δέον να ληφθούν υπόψη: από την μια το καθαρόν νομικόν μέρος και από την άλλη οι τότε ιστορικές συγκυρίες. Ως προς το νομικόν μέρος παρατηρούνται τα ακόλουθα:
   Ι. Το κατηγορητήριον περί εσχάτης προδοσίας, θα μπορούσε να θεωρηθή τυπικώς αβάσιμον, μια και το αδίκημα δεν συνετελέσθη επί ελληνικού εδάφους. Η Μικρασία δεν ήταν επισήμως ελληνική. Ωστόσον ήτο υπό ελληνικήν διοίκησιν.
  ΙΙ. Δεν απεδείχθη, κατά την ακροαματικήν διαδικασίαν, δόλος των κατηγορουμένων. Με άλλα λόγια δεν ενήργησαν ως συνειδητοί προδότες.
Ως προς τας ιστορικάς συγκυρίας, η δίκη και η εκτέλεσις ήτο αναπόφευκτος. Το δράμα και το μέγεθος της καταστροφής ήτο απροσμέτρητον. Στρατός και λαός ήσαν έτοιμοι να βάλουν «μαχαίρι». Εχρειάζοντο λοιπόν, μιαν δίκην, πολιτικής έστω σκοπιμότητος, με ωρισμένα εξιλαστήρια θύματα. Βέβαια τα λάθη των «έξι» ίσως και να ήσαν πολλά, αλλά σήμερα κανείς δεν είναι διατεθειμένος να τους χαρακτηρίση συνειδητούς προδότες. Εξάλλου ευθύνες είχεν και η βενιζελική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Το δυσάρεστον είναι πως η εκτέλεσις δεν έκλεισε μιαν πληγήν, αλλά απεναντίας ήνοιξεν άλλην, διότι ο αντιβενιζελικός κόσμος αργότερα θα ανταπέδιδεν τα ίσα, ανοίγοντας πάλι νέον κεφάλαιον διχασμού, που θα ωδήγει εις την δικτατορίαν του Μεταξά.

ΣΑΡΑΝΤΟΥ ΚΑΡΓΑΚΟΥ


Λημνιάδες



ποίημα του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ

-κλασσικού φιλολόγου-





Στην ελληνική μυθολογία με το συλλογικό όνομα Λημνιάδες ήταν γνωστές οι γυναίκες της νήσου Λήμνου οι οποίες, σύμφωνα με την παράδοση, παραμέλησαν τη λατρεία της θεάς Αφροδίτης. Η θεά τις εκδικήθηκε κάνοντάς τες να μυρίζουν τόσο άσχημα, ώστε οι σύζυγοί τους τις εγκατέλειψαν και πήραν παλλακίδες από τη Θράκη. Οι Λημνιάδες τότε τους εκδικήθηκαν με τη σειρά τους σκοτώνοντας όλους τους άνδρες της νήσου, ακόμα και τον βασιλιά, και έκαναν βασίλισσά τους την Υψιπύλη. Ως βασίλισσα, η Υψιπύλη επέτρεψε στις Λημνιάδες να αποκτήσουν παιδιά από τους Αργοναύτες, όταν καιρό αργότερα πέρασαν από εκεί κατά τη διάρκεια της εκστρατείας τους.



Η εποχή των τιμίων υπουργών

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-

"Ζήσε τη ζωή σου με τον ίδιο τρόπο
 που θα ήθελες τα παιδιά σου να ζήσουν τη δική τους"

Εις άλλας εποχάς ετυφεκίσθησαν άλλοι περί εσχάτης προδοσίας –αν και δεν εστοιχειωθετήθη το κατηγορητήριον- εις το δημόσιον συμφέρον. Το παρόν γράφεται ως αντιδιαστολή εις τα όσα την σήμερον ακούγονται, περί υπουργού όστις σύρεται εις τα ποινικά δικαστήρια της χώρας. Πρόκειται περί τμήματος εκ της δίκης των έξι, και δια αληθή γεγονότα που εσυνέβησαν ούτως ή πως ούτως συμφώνως των πρακτικών της δίκης.
ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ : Ήτο η εποχή κατά την οποίαν ο στρατός είχεν όρυζαν, είχε ζυμαρικά, αλλά του έλειπον άλλα είδη τροφών. Και ο στρατός δεν ήθελεν ζυμαρικά. Ήτο η εποχή της πατάτας. Ήλθεν ο κύριος  και μου είπεν : έχομεν προσφοράς δια πατάτας και να αγοράσωμεν. –Να αγοράσωμεν αμέσως του λέγω. Διότι είχομεν τότε αφθονίαν χρημάτων. Ήτο ο Ιούνιος μην. Εις ποίαν τιμήν ήτο η προσφορά; 1,65, μου λέγει. Έχω την αντίληψιν, λέγω, ότι αι τιμαί είναι εφθηνότεραι. Καλώ αμέσως τηλεφωνικώς εκεί τον ιδιαίτερόν μου γραμματέαν και του λέγω να εύρη αμέσως τον Ρεφενέ, έναν συμπολίτην μου, αρχηγόν του δήμου Βίβλου, όπου καλλιεργούνται και αι πατάται και να του ειπή να έλθη εδώ. Έρχεται και τον ερωτώ:
-Ποί η τιμή της πατάτας εις την Νάξον; 1,15 μου λέγει, δια να τις φέρουν εις τον Πειραιά. Να πάνε απ’ ευθείας εις την Σμύρνην θα στοιχίση κάτι περισσότερον. Λέγω εις τον κον συνταγματάρχην αυτοστιγμή άνευ διατυπώσεων: Πόσας θέλετε; -Ενάμισυ εκατομμύριον οκάδες. –Αυτοστιγμεί και υπ’ ευθύνην μου να γίνη μια συμφωνία. Λέγω δε εις τον Ρεφενέν να τηλεγραφήση εις την Νάξον δια να αγορασθούν αι πατάται αμέσως, ώστε να είναι έτοιμες μόλις φθάασουν τα πλοία να τις παραλάβουν.

ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Εκδίδω λοιπόν διαταγήν επιτάξεως και μη εξαγωγής εκ της Νάξου των πατατών έως ότου κλείσωμεν την σύμβασιν και μας δώση ο Ρεφενές τις πατάτες. Εστείλαμεν τηλεγράφημα.
Μετά δύο ημέρας λαμβάνομεν ένα τηλεγράφημα του αστυνόμου Νάξου. Μας έλεγεν ότι επέτυχεν ένα ποσόν πατατών και ότι η τρέχουσα εμπορική τιμή είναι 95 λεπτά. Μου φαίνεται, λέγω στον υπουργόν, ότι εμπήκαμεν όλοι μέσα, διότι αυτά μας τηλεγραφεί ο αστυνόμος. Μου απαντά: Τι ήθελα εγώ να αναμειχθώ, διατί με επήρες στον λαιμό σου; Του λέγω: Όχι κ. υπουργέ, η τιμή της 1,25 που τις αγοράσαμε είναι καλή. Όχι μου λέγει, δεν ηξεύρω τίποτα.

ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Το άλλο πρωί όταν επήγα στο υπουργείον και ήλθε δι’ υπογραφάς ο κος συνταγματάρχης του λέγω: Τι έγινε με τις πατάτες; Μου λέγει: Ξεύρετε έκαμα ένα λάθος. Η προσφορά που σας είχα πή της 1,65 είναι 95 λεπτά…Τότε άφηκα την πέννα κάτω, είπον προς τον κον συνταγματάρχην να ακυρώση ότι έκαμα με τον συμπολίτην Ρεφενέ.
Αυτοί οι άνθρωποι εστάλησαν στο απόσπασμα, αν και ήσαν τίμιοι και δεν έστερξαν, εν όσω ακόμη το έθνος έχυνε ποταμούς αίμματος εις την Μ. Ασίαν, να ζημιώσωσι ούτε δραχμήν το κράτος που με νύχια και με δόντια πολεμούσε. Τι να πούμε δια το σήμερα; Τα λόγια περιττά.



Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα (μέρος Γ’)-Η αλαζονεία

επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-

Μη καυχάσθω ο σοφός εν τη σοφία αυτού
και μη καυχάσθω ο ισχυρός εν τη ισχύι αυτού
και μη καυχάσθω ο πλούσιος εν τω πλούτω αυτού,
αλλ’ ή εν τούτω καυχάσθω ο καυχώμενος συνίειν
 και γινώσκειν ότι εγώ ειμί Κύριος
ο ποιών έλεος και κρίμα και δικαιοσύνην επί της γης,
 ότι εν τούτοις το θέλημά μου, λέγει Κύριος
[Παλαιά Διαθήκη – Ιερεμίας  XE "Ιερεμίας προφήτης" θ’23-24]

«Κροίσος» ήταν το όνομα ενός βασιλέως της Λυδίας της Μ. Ασίας. Αμέτρητοι ήσαν οι θησαυροί του και τ’ αγαθά του κι άπαντες τον εθεώρουν δια τον πιο ευτυχισμένον άνθρωπον του κόσμου. Όλοι εκτός απ’ έναν. Τούτος ήτο ο Σόλων, ο σοφός νομοθέτης των Αθηναίων.
Ήτο μια φορά καλεσμένος του Κροίσου και αυτός ίνα τον καταπλήξη, του έδειξε όλους τους θησαυρούς του. Αφού λοιπίν του έκανε αυτήν την επίεδειξι, τον ερώτησε με ξιπασιά μεγάλη:
-Πές μου, Σόλων! Εγνώρισες άνθρωπον πιο ευτυχισμένον από μένα;
-Ναι απήντησε εκείνος ήρεμα! Εγνώρισα τον Αθηναίον Τέλλο, που ήτο άνθρωπος έυπορος. Μεγάλωσε τα παιδιά του καλά κι ύστερα πέθανε δοξασμένα δια την πατρίδα.
Δυσαρεστημένος ο Κροίσος, που ο Σόλων δεν μετρούσε την ευτυχία με τα πλούτη, τον ρώτησε αν εγνώρισε άλλον πιο ευτυχισμένον απ’ αυτόν μετά τον Τέλλο.
-Ναι απήντησε πάλι ο Σόλων. Δύο κιόλας! Τον Κλέοβι και τον Βίωνα, δυο αδέλφια από το Άργος. Ήσαν τόσο αγαπημένοι μεταξύ των και ηγάπουν την μητέρα των τόσο πολύ, που όλοι τους εθαύμαζαν δια τα ευγενικά των αισθήματα και απέθανον ήσυχα μέσα στον γενικόν σεβασμόν και την αγάπη των συμπολιτών των!
-Έτσι λοιπόν έ; Φώναξε ο Κροίσος ωργισμένος! Κι εμένα; Εμένα δεν με λογαριάζεις ανάμεσα στους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους;
-Εσύ, απήντησε ήσυχα ο Σόλων, δεν ετελείωσες ακόμη τις ημέρες σου και δεν ξαίρουμε ακόμα τι μπορεί να σου τύχη. Μην ξεχνάς πως ο βίος μοιάζει με τους αγώνες. Κι όπως δεν μπορούμε κανένα να τον ανακηρύξουμε νικητή πριν τελειώση ο αγώνας, έτσι και για τον άνθρωπον, δεν μπορούμε να πούμε πώς έζησ’ ευτυχισμένος, αν δεν ξαίρουμε πώς τελείωσε ευτυχισμένα την ζωή του. Ουδένα πρό του τέλους μακάριζε!
Ο βασιλεύς τοσούτως εθύμωσε με την απάντησιν αυτήν του σοφού Αθηναίου, ώστε τον έδιωξε απ’ την αυλή του. Μα ήρθε καιρός, που τον θυμήθηκε. Και ιδού πώς. Με την ξιππασιά που είχε, ήρθε σε πόλεμο με τον βασιλέαν των Περσών, τον Κύρο, πόλεμον που του εστοίχισεν το βασίλειό του, τους θησαυρούς του όλους και στο τέλος είδε εξ αιτίας αυτού και τον Χάρο με τα μάτια του. Γιατί ο Κύρος, που τον έπιασε αιχμάλωτο, πρόσταξε να τον κάψουν ζωντανόν μπροστά του. Την ύστερην αυτήν ώρα, όταν οι Πέρσες στρατιώτες άναβαν την φωτιά και ο παλιός πανίσχυρος και πλουσιώτατος Κροίσος πήγαινε δεμένος για τον θάνατον, θυμήθηκε τον Αθηναίον σοφό και αναστενάζοντας, φώναξε τ’ όνομά του τρείς φορές:
-Ω Σόλων! Σόλων! Σόλων!
Κατά τύχην αυτές οι φωνές της απελπισίας του τον έσωσαν. Γιατί ο Κύρος ενδιαφέρθηκε να μάθη ποίος ήτο αυτός, που φώναζε, κί όταν ο Κροίσος του διηγήθηκε την ιστορία, εκείνος την καλοσκέφθηκε, κι από φόβο μην καταντήση κι ο ίδιος καμμιά φορά σαν τον αντίπαλόν του, του εχάρισεν την ζωή. Ωστόσο ο Κροίσος τελείωσε τις μέρες του πτωχός και δυστυχισμένος.

ΛΕΟΝΤΟΣ ΜΕΛΑ


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ
ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ





ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ


Οι ύμνοι του Ρωμανού του Μελωδού (ΜΕΡΟΣ ΣΤ’)- Εις τον Σταυρόν και την Ανάστασιν

επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-

«Τὴν θεόσωμον ταφὴν
 καὶ τὴν εἰς ᾅδου κάθοδον τοῦ Κυρίου
καὶ Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν
᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν».

Σήμερον ο Άδης στένων βοά.
Συνέφερέ μοι,
Ει τον εκ Μαρίας γεννηθέντα, μη υπεδεξάμην.
Ελθών γαρ επ’ εμέ, το κράτος μου έλυσε.
Πύλας χαλκάς συνέτριψε. Ψυχάς ας κατείχον
Το πρίν, θεός ών ανέστησε
Κατελύθη μου η εξουσία.
Εδεξάμην θνητόν, ώσπερ έναν των θανόντων.
Τούτον δε κατέχειν, όλως ουκ ισχύω,
Αλλ’ απολώ μετά τούτου,
Ών εβασίλευον.
Εγώ είχον τους νεκρούς απ’ αιώνος,
Αλλά ούτος ιδού πάντας εγείρει.
Κατεπόθη μου το κράτος.
Ο Ποιμήν εσταυρώθη, και τον Αδάμ ανέστησεν.
Ών περ εβασίλευον εστέρημαι,
Και ούς κατέπιον ισχύσας, πάντας εξήμεσα.
Εκένωσε τους τάφους ο σταυρωθείς.
Ουκ ισχύει του θανάτου το κράτος.

Μερικοί εκ των ύμνων του Σταυρού και της Αναστάσεως ίσως κατά το παρελθόν εποιήθησαν ή εχρησιμοποιήθησαν εις άλλας εορτάς από εκείνας εις τας οποίας προσγράφονται εις τους κώδικας. Τοιαύται εορταί μνημονεύονται αι της 14ης Σεπτεμβρίου, 1ης Αυγούστου, 7ης Μαίου και 6ης Μαρτίου, της Σταυροπροσκυνήσεως, της Μεσονηστίμου και φυσικά της Μ. Παρασκευής.

Το θέμα του Σταυρού –τουλάχιστον εις τους ύμνους- συνδέεται με το απόκρυφον Ευαγγέλιον του Νικοδήμου και με τας δραματικάς χαρακτηρισθείσας ομιλίας των πατέρων, αι πλείσται των οποίων είναι ψευδεπίγραφοι. Η εις Άδου κάθοδος είναι το κύριον θέμα, διότι άλλως η παρουσία του Σταυρού δεν δικαιολογεί την τοιαύτην σύνδεσιν ούτε ο Σταυρός καθ’ εαυτόν είναι δυνατόν να δώση δραματικάς προεκτάσεις. Ως σύμβολον ο σταυρός είναι σφραγίς, άροτρον, κώπη, ήλος, εγχάραγμα, διάταγμα, θέσπισμα, ψήφος. Κύρια πρόσωπα εις την εις Άδου κάθοδον είναι ο διάβολος, άλλως Βελίαρ ονομαζόμενος, ο θάνατος και ο Άδης, ενίοτε συγχεόμενοι προς αλλήλους.

Εις τα βασικά ταύτα πρόσωπα –ραδιουργούντα πάντοτε και επιθυμούντα τον θάνατον του Ιησού και την καταστροφήν του ανθρωπίνου γένους- προστίθενται τα επίγεια πρόσωπα που συνετέλεσαν εις την θεϊκήν καταδίκην. Ούτοι χαρακτηρίζονται σαφώς ως συνεργοί και όργανα των καταχθονίων δυνάμεων.

Φυσικά από όλον αυτόν τον ποιητικόν χείμαρρον δεν ελλείπει η δογματική προτροπή και ακόμη η Ιουστινιάνειος πολιτική. Στόχος όμως του ποιητού είναι ο πιστός όλων των εποχών. Η χαρά της Αναστάσεως τονίζεται ολιγώτερον. Τούτο θα εύρωμεν αργότερον με την επικράτησιν του κανόνος. Σημασίαν έχει ακόμη δια τον ποιητήν του έκτου αιώνος η απολογία, η απόδειξις, η δογματική θεμελίωσις του λυτρωτικού ρόλου της Αναστάσεως. Η φύσις η οποία θα συμμετάσχη εις το πάθος μη φέρουσα καθοράν το ανοσιούργημα, δεν συμμετέχει τώρα εις την χαράν.

Έχει κανείς την εντύπωσιν ότι οι πιστοί κρατούν αυτήν ως πολύτιμον θησαυρόν και δεν τον αποκαλύπτουν δημόσια.

Θάμβος ήν κατιδείν, τον ουρανόν και γής ποιητήν,
Επί Σταυρού κρεμάμενον.
Ήλιον σκοτισθέντα, την ημέραν δε πάλιν
Εις νύχταν μετελθούσαν,
Και την γήν εκ τάφων αναπέμπουσαν,
Σώματα νεκρών.



ΤΕΛΟΣ
Δια τα παρόντα εχρησιμοποιήθησαν αι σημειώσεις
του καθηγητού της Βυζαντινής Φιλολογίας
εν τω πανεπιστημίω Αθηνών
Αθαν. Δ. Κομίνη
«προβλήματα βυζαντινής ποιήσεως και προσωπογραφίας»




Οι ύμνοι του Ρωμανού του Μελωδού (ΜΕΡΟΣ Ε’)- Τη αγία και Μεγάλη Παρασκευή


επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-

ΣΗΜΕΡΟΝ ΜΑΥΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ,
ΣΗΜΕΡΟΝ ΜΑΥΡΗ ΗΜΕΡΑ

Η αποκορύφωσις του θείου δράματος ήτο φυσικόν να συγκινήση τον μέγιστον χριστιανικόν ποιητήν περισσότερον παντός άλλου θρησκευτικού θέματος. Ούτως σώζονται σήμερον τρείς ύμνοι δυνάμενοι να χρησιμοποιηθούν δια την αγίαν και Μ. Παρασκευήν και πέντε δια το Πάθος και την Ανάστασιν από κοινού. Βλέπετε τον ποιητήν ενδιέφερεν η ουσία κι όχι ο τύπος.
Η παράστασις του θείου δράματος εις την τέχνην του λόγου, του μέλους, του χρωστήρος, της σμίλης κλπ ηκολούθησεν διαφορετικόν δρόμον εις την Ανατολήν και την Δύσιν. Τούτο δύναται ν’ αποδοθή και εις την διάφορον ψυχολογίαν των λαών της Ανατολής και της Δύσεως και εις την διάφορον δομήν των δύο Εκκλησιών.
Εκεί η Θεοτόκος θα γίνη το επίκεντρον και, εκτός του γνωστού Stabat Mater και της Pieta, θα έχωμεν την θεοτόκον των δακρύων, την θεοτόκον των σπασμών, των στεναγμών κλπ. Παρ’ ημίν η θεοτόκος παρά τον Σταυρόν – τύπος πλησιέστερος προς το Stabat Mater – είναι ο μεγαλειώδης ύμνος προς την μητρικήν και την ανθρωπίνην αγάπην, προς ό,τι προσφιλέστερον έχει η μητέρα και τον σπαραγμόν δια την απώλειά του. Τα πρόσωπα είναι η Θεοτόκος, ο Ιησούς –υιός και ο ποιητής παρεμβαίνων και συνδέων. Αναπτύσσεται η λογική του Πάθους, η μεταφυσική, η δογματική αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου η λογική της πονούσης και οδυρομένης μητρός, του πεπερασμένου –εί και τελείου- ανθρώπου.
Ο πόνος ο ανθρώπινος και η θεία φιλανθρωπία. Πονεί ο άνθρωπος δι’ εκείνον της αγάπης του οποίου έχει ανάγκην. Και πονεί ο Θεός δια το πλάσμα του. Παρηγορεί ο θρηνούμενος, διότι ανάγκην έχει πράγματι ο θρηνών. Οι στίχοι του ύμνου αυτού έχουν δραματικόν μεγαλείον:

Δός μοι λόγον, Λόγε. Μη σιγών παρέλθης με,
Ο υιός και θεός μου.

……
Γνώναι θέλω, οίμοι, πώς το φώς μου σβέννυται,
Πώς σταυρώ προσπήγνυται
Ο υιός και θεός μου

Η Θεοτόκος υπακούσασα προς στιγμήν εις τους λόγους του Ιησού, όπως μη θρηνή, λέγει:

Ιδού, φησί, τέκνον εκ των οφθαλμών μου
Τον κλαυθμόν αποσοβώ. Την καρδίαν μου συντρίβω
Επί πλείον.
Αλλ’ ου δύναται σιγάν ο λογισμός μου

…...
Νικώμαι, ώ τέκνον, νικώμαι τω πόθω
Και ου στέγω αληθώς, ιν’ εγώ μεν εν θαλάμω,
Σύ δ’ έν ξύλω,
Και εγώ μεν εν οικία, σύ δ’ εν μνημείω.
Άφες ούν συνέλθω. Θεραπεύει γάρ εμέ το θεωρείν σε.

Εις τον δεύτερον ύμνον εξετάζονται:
- η θεία και λυτρωτική πλευρά του Πάθους,
- η φιλανθρωπία, κεντρική έννοια του Ρωμανού, που ωθεί τον Ιησούν εις το Πάθος δια του οποίου σώζει τον άνθρωπον και τον συμφιλιώνει εκ νέου με τον θεόν.
Η περιγραφή των γεγονότων (κριτήρια, λαός, δίκαι, φθόνοι) παριστάνονται με την δραματικήν διηγηματικότητα του ποιητού. Χρησιμοποιούνται αι γραφαί, αι προφητείαι και εφευρίσκονται άλλαι προεκτάσεις.
Πρόσωπα: -Ιησούς και Ιουδαίοι
                  -Ιησούς και άνθρωποι
                  -Ιησούς και δικασταί (απουσιάζει η Θεοτόκος)
Ο Ιησούς ευεργετών και αντί ευχαριστιών δεχόμενος ονειδιαμούς.
Η συμμετοχή της φύσεως εις το Πάθος εις την ποίησιν του Ρωμανού προοιωνίζει την μεταγενέστερον ακμάσασαν και λαϊκότροπον χαρακτήραν έχουσαν θρηνητικήν ποίησιν της Μ. Παρασκευής.


Οι ύμνοι του Ρωμανού του Μελωδού (ΜΕΡΟΣ Δ’)- Τη αγία και Μεγάλη Πέμπτη

επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-κλασσικού φιλολόγου-

«Τὸν ἱερὸν νιπτῆρα ἑορτάζομεν,
 τὸν μυστικὸν δεῖπνον, τὴν ὑπερφυᾶ προσευχὴν
 καὶ τὴν προδοσίαν αὐτήν».

Δύο ύμνοι του Ρωμανού μας εσώθησαν δια την αγίαν και Μ. Πέμπτη. Ο πρώτος αναφέρεται εις την προδοσίαν του Ιούδα, ο δεύτερος εις την άρνησιν του Πέτρου.
Βεβαίως πλείονα και μείζονα είναι τα γεγονότα των οποίων μνείαν ποιείται η αγία ημών Εκκλησία: είναι ο μυστικός Δείπνος και η καθιέρωσις της θείας Ευχαριστίας, είναι ο Νιπτήρ και η κορύφωσις της αντιθέσεως ανθρώπου και θεού. Ο Ιησούς υπομένει, οδυνάται, ταπεινούται, αγαπά, συγχωρεί, προσεύχεται. Ο άνθρωπος τον απολακτίζει, τον προδίδει, τον αρνείται, δεν υπομένει ουδέ σμικράς και προσκαίρους κακουχίας.
Εις τον α’ ύμνον της προδοσίας ο Ρωμανός ευρίσκεται εις πλήρην αμηχανίαν να κατανοήση την ψυχολογίαν του προδότου, δεν αφίνει να φανή ουδέ ίχνος συμπαθείας δια αυτόν, ενώ εις άλλας περιπτώσεις ο Ρωμανός είναι φιλανθρωπότατος. Μαστιγώνει την προδοσίαν με τα ποταπά ελατήρια. Επιστρατεύει όλα τα βαρέα επίθετα με τα οποία παρουσιάζει τον προδότην, προς όν αντιθέτει την άκραν αγάπην, την άκραν ταπείνωσιν, την άκραν φιλανθρωπίαν. Ιδού ολίγοι στίχοι εκ των πρώτων του ύμνου αυτού:

Τις ακούσας ουκ ενάρκησεν ή τις θεωρήσας ουκ ετρόμασε
Τον Ιησού δόλω φιλούμενον,
Τον Χριστόν φθόνω πωλούμενονποία γή ήνεγκε το τόλμημα;
Ποία δε θάλασσα υπέφερεν ορώσα το ανοσιούργημα;
Πώς ουρανός υπέστη, πώς δε αιθήρ συνέστη,
Πώς και ο κόσμος έστη
Συμφωνουμένου, πωλουμένου τότε, προδιδομένου του κριτού;
Ίλεως, ίλεως, ίλεως γενού ημίν,
Ο πάντων ανεχόμενος και πάντας εκδεχόμενος.

Διάφορος είναι η διάθεσις του ποιητού έναντι του κορυφαίου των αποστόλων καυχηθέντος εκείνου ότι ουδέν έμελλέν να τον χωρίση από τον Διδάσκαλο και μετ’ ού πολύ αρνηθέντος τρίς αυτόν εκ φόβου, δειλίας και αισχύνης.
Και εδώ ο ποιητής είναι εφευρετικώτατος εις τα δραματικά στοιχεία. Η ψυχογραφία του είναι ακριβεστάτη. Ο Ιησούς εκτιμά την πρόθεσιν, την μετάνοιαν, συνεκτιμά την συρροήν των αντιξόων περιστάσεων και γνωρίζων την ασθενήν φύσιν του ανθρώπου τον συγχωρεί. Δι’ αυτό ο ποιητής παρεμβάλλει εις τον ύμνον του τρία βασικά διδάγματα:
α) Δεν πρέπει κανείς να εμπιστεύεται εις τας ιδίας αυτού δυνάμεις, αλλά και εις την επικουρίαν της χάριτος του θεού
β) Και οι ποιμένες (ιερείς και επίσκοποι) είναι εξ ίσου εκτεθειμένοι εις τας αυτάς αδυναμίας και εις τους αυτούς κινδύνους που υπόκεινται και οι λοιποί πιστοί. Δια τον λόγον αυτόν οφείλουν ου μόνον να ζητούν την θείαν χάριν, αλλά να μην είναι σκληροί και απάνθρωποι έναντι των αμαρτωλών.
γ) Η θεία ευσπλαχνία και η φιλανθρωπία παρέχονται πάντοτε εις τους ειλικρινώς μετανοούντας. Αξίζει να ίδωμεν μόνον έναν οίκον και εκ του δευτέρου τούτου ύμνου. Είναι η περιγραφή της στιγμής, καθ’ ήν ο Πέτρος συνέρχεται μετά την φωνήν του αλέκτορος:
Ακούσας του όρνιθος ο Πέτρος φωνήσαντος
Ευθέως εκραύγασε
Κωκυτόν μετά δακρύων. Οίμοι, οίμοι, πού απέλθω, πού στώ
Πού δε φανώ;
Τι λέξω, τι φράσω, τι αφήσω, τι λήψομαι;
Τι πράξω, τι πάθω, τι υποστώ;
Ποίαν θρηνήσω μου πληγήν, πρώτην, δευτέραν;
Τριπλή γαρ οδύνη επήλθεν εμοί.
Τρισσώς ο δολερός έβαλέ με τον αφελή.
Αφανώς ετοξεύθην, φανερώς κατεβλήθην.
Πού τον νούν νύν εμετεώρισα και ουκ έκραξα
«σπεύσον, σώσον, άγιε, την ποίμνην σου»;